• Τετ, 09/11/2016 - 20:06
Για την πολιτική πρόταση της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς [του Μάνου Σκούφογλου]

Για την πολιτική πρόταση της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς

Μάνος Σκούφογλου

Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 2008 είναι μια κρίση βαθιά και συνεχιζόμενη. Αυτό δεν σημαίνει μια συνεχή καταβαράρθρωση των οικονομικών επιδόσεων, ούτε μια αναπόδραστη καταστροφή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Σημαίνει, όμως, μια εποχή στασιμότητας,  όπου κάθε ανάκαμψη (όπως αυτή που καταγράφηκε σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες το 2011-2012) είναι αναιμική και βραχύβια, ακολουθούμενη από νέους ισχυρούς σπασμούς. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μπορεί να βγει από αυτή τη φάση μόνο αν προηγουμένως ολοκληρωθεί η αντικειμενική λειτουργίας της κρίσης, η καταστροφή κεφαλαίων και παραγωγικών δυνάμεων, και αν δεχτεί μια ιστορική ήττα η διεθνής εργατική τάξη.

Πάνω σε αυτό το σαθρό οικονομικό έδαφος, είναι αναμενόμενη και μια πολιτική κατάσταση κρίσης, με απότομες μεταβολές και εξεγερτικές ευκαιρίες. Και πάλι, δεν πρέπει να φαντάζεται κανείς μια διαρκή αποσύνθεση του πολιτικού προσωπικού της αστικής τάξης, αλλά μια συνθήκη εναλλαγής περιόδων μεγάλων κοινωνικών αναταράξεων με διαστήματα σχετικής ομαλότητας, η οποία όμως δεν μπορεί να εδραιωθεί όσο δεν έχει λυθεί το ιστορικό πρόβλημα που εκδηλώθηκε με την κρίση.

Στην Ελλάδα, όπου από το 2009 και μετά η κρίση εμφανίστηκε με ιδιαίτερη οξύτητα, όλα τα παραπάνω ισχύουν στο πολλαπλάσιο, εκτός από το γεγονός ότι καμία οικονομική ανάκαμψη, έστω πρόσκαιρη, δεν έχει επιτευχθεί έκτοτε (μόνο μια αλλαγή των ρυθμών της συρρίκνωσης). Η εργατική τάξη έχει δώσει τεράστιους αγώνες και έχει υποστεί σημαντικά πλήγματα, δεν έχει όμως δεχτεί την ιστορική ήττα που θα κατέστρεφε την ικανότητά της να αγωνίζεται και θα επέτρεπε στην αστική τάξη να περάσει από πάνω της και να θεμελιώσει μια νέα ιστορική περίοδο καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αυτό δεν αποκλείεται να συμβεί, όμως δεν θα συμβεί χωρίς αποφασιστικές μάχες, τον ακριβή χρόνο των οποίων δεν μπορεί κανείς να αποφασίσει εκ των προτέρων.

Η σημερινή περίοδος της σχετικής κινηματικής ανάπαυλας (σε μεγάλο βαθμό με πολιτική ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ και των ακολούθων του, που διέσπειραν την εκλογική απάτη της “αριστερής κυβέρνησης” στους κόλπους του κινήματος) δεν δικαιολογεί την ηττοπάθεια που εμφανίζεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της αριστεράς, εκτός και αν έχει κανείς στο νου του μια καρικατούρα της κρίσης που οδηγεί διαρκώς τον καπιταλισμό προς το τέλος του και την εργατική τάξη προς την επανάσταση. Οι επαναστατικές δυνατότητες της περιόδου, όμως, βρίσκονται ακριβώς στις διαρκείς αλλαγές και στροφές της συγκυρίας. Μια περίοδος κινηματικής ανάπαυλας, επομένως, δεν είναι στιγμή για θρήνο και νοσταλγία, ούτε για μια συντηρητική αναθεώρηση της στρατηγικής, επειδή “τώρα πια δεν μας παίρνει”. Είναι μια στιγμή για στρατηγική αναδιοργάνωση, οργανωτική ανασυγκρότηση και στελεχοποίηση. Για να μας βρει το επόμενο κύμα των κοινωνικών αναταράξεων σε καλύτερη θέση από ό,τι το προηγούμενο, είναι σημαντική η στρατηγική ωρίμανση  της επαναστατικής αριστεράς, αλλά και η αλλαγή των συσχετισμών εντός του εργατικού κινήματος υπέρ της και εναντίον του ρεφορμισμού.

Σε αυτή την περίοδο, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί και πρέπει να καταθέσει μια κατανοητή πολιτική πρόταση για την αντεπίθεση του εργατικού κινήματος, και ταυτόχρονα να προετοιμάσει τα πιο συνειδητά του τμήματα για μια αντικαπιταλιστική, επαναστατική προοπτική.

 

Ο μετωπισμός ως υποκατάσταση

Η πλειονότητα της αριστεράς, ωστόσο, εδώ και χρόνια αντιλαμβάνεται ως πολιτική πρόταση σχεδόν αποκλειστικά την εκδοχή της για τη συνεργασία ή το μέτωπο αριστερών κομμάτων ή οργανώσεων, η οποία μπορεί να εξασφαλίσει εκλογική ορατότητα, ή και την κυβέρνηση. Πολιτική πρόταση είναι, έτσι, η κατάλληλη κάθε φορά περίμετρος ενότητας. Αυτή η λογική στέρησε τη δυνατότητα να συζητηθεί εγκαίρως η στρατηγική, που φαινόταν μια πολυτέλεια η οποία διχάζει. Στην Ελλάδα και διεθνώς, η συζήτηση εξαντλούνταν συνήθως στα μέτωπα και τις εκλογές, πράγμα καθόλου άσχετο με την αδυναμία της αριστεράς, ακόμα και της αντικαπιταλιστικής, να σταθεί στο ύψος των καθηκόντων που θέτει η καπιταλιστική κρίση. 

Παρότι αντιστάθηκε σθεναρά στον κυβερνητισμό και απέφυγε τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπόρεσε να αντισταθεί και στη λογική της συνεχούς μετωπολογίας. Οι αγωνιστές και οι αγωνίστριες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ εμπλέκονται σε πάμπολλους αγώνες καθημερινά, στους χώρους δουλειάς, στα σωματεία, στα πανεπιστήμια, στις γειτονιές, στα κοινωνικά κινήματα. Έχουν αποκομίσει σημαντικές πολιτικές εμπειρίες όλα αυτά τα χρόνια. Κι όμως, όταν πρέπει να παρουσιάσει την πολιτική της πρόταση, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κεντρικά δεν μιλάει παρά για το “αναγκαίο πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο” κάθε φορά. Έτσι, το σχέδιο που επεξεργάζεται σήμερα η πλειοψηφία της ηγεσίας είναι ένα “μέτωπο-πόλος της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και των ευρύτερων δυνάμεων της ανατροπής”, με το ποιες είναι οι δυνάμεις της ανατροπής που ωστόσο δεν είναι και αντικαπιταλιστικές να παραμένει θολό. Στη βάση αυτού του σχεδίου, είναι έτοιμη να ανακοινώσει ένα Χώρο Διαλόγου και Κοινής Δράσης και να οργανώσει κοινές συζητήσεις και εκδηλώσεις με άτομα και ομάδες που αποσχίστηκαν από το ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ και τη ΛαΕ.

Έχουμε κάνει πολλές φορές έντονη κριτική στη διαρκώς ανακυκλούμενη λογική της πολιτικής συμπόρευσης της επαναστατικής/αντικαπιταλιστικής αριστεράς μαζί με ρεφορμιστικές (έστω μαχητικές  ή “της ανατροπής”) δυνάμεις. Εδώ όμως σχολιάζουμε κάτι ίσως ακόμα πιο σοβαρό: τον κίνδυνο να υποκατασταθεί οριστικά η πολιτική μας πρόταση από μια ορισμένη μετωπική επιδίωξη. Όμως, τα μέτωπα, οι συνεργασίες, οι συμμαχίες δεν μπορεί να είναι ή πρόταση. Ίσως το πολύ-πολύ να είναι αναγκαία, κάποτε, μέσα για την υλοποίηση αυτής της πρότασης. Η επαναστατική αριστερά  έχει σήμερα, μέσα στη βαθιά καπιταλιστική κρίση, την ευκαιρία να κάνει μια πρόταση για την κοινωνία, για τη χειραφέτηση των εργαζομένων· κι όμως, όταν παίρνει το λόγο κάνει μια πρόταση για την αριστερά.

Η πρόταση της επαναστατικής αριστεράς είναι (ή έπρεπε να είναι) ο τρόπος οργάνωσης του κινήματος, τα μέσα πάλης, τα συνθήματα, το πρόγραμμα, ο δρόμος για την εξουσία των εργαζομένων, προσαρμοσμένα κάθε φορά στις ιδιαίτερες ανάγκες και περιστάσεις. Οι υποστηρικτές της σημερινής “πολιτικής πρότασης” θα πουν πως σε αυτή περιλαμβάνονται όλα τα βασικά μεταβατικά αντικαπιταλιστικά αιτήματα. Ίσως είναι έτσι, ίσως και όχι, αυτό μένει να φανεί. Και έτσι να είναι όμως, τα αναγκαία αιτήματα συν το μέτωπο που θα τα υιοθετήσει δεν μας κάνουν μια πολιτική πρόταση. Μια πολιτική πρόταση, στην πληρότητά της, δεν μπορεί παρά να καταλήγει στο πρόβλημα της εξουσίας, της εξουσίας των εργαζομένων, και να περιλαμβάνει τον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατό να φτάσουμε εκεί.

Οι υποστηρικτές των διαρκών μετωπικών προτάσεων θεωρούν πως ανταποκρίνονται στα ερωτήματα και τις αγωνίες των εργαζομένων και των ανέργων, όμως στην πραγματικότητα απλώς περιπλέκουν χειρότερα τα πράγματα. Αποκρούουν, και σωστά, την ιδέα πως η απαλλαγή από την εκμετάλλευση δεν μπορεί να γίνει με μια “αριστερή κυβέρνηση” που θα εκλεγεί κοινοβουλευτικά. Λένε πως στην πραγματικότητα χρειάζεται διαγραφή του χρέους, ρήξη με την ΕΕ και το ευρώ, εθνικοποιήσεις χωρίς αποζημίωση κλπ, και ένα μέτωπο που θα συγκροτηθεί πάνω σε αυτούς τους στόχους. Ποιος, όμως, θα υλοποιήσει αυτούς τους στόχους και πώς; Στο βαθμό που δεν υπάρχει συγκεκριμένη απάντηση σε αυτό, εκείνο που φαίνεται να υπονοείται είναι πως θα τους υλοποιήσει το μέτωπο. Στη μαζική συνείδηση, ασφαλώς, αυτό αποτυπώνεται ως εξής: ψηφίστε το μέτωπο για να τα εφαρμόσει. Δίχως να το θέλουν οι εμπνευστές της “πολιτικής πρότασης”, αυτό που καταλαβαίνει κανείς εδώ είναι ακόμα μια εκδοχή (πιο) αριστερής κυβέρνησης.

Η απάντηση ότι το πρόγραμμα θα το επιβάλει το κίνημα, ο “λαϊκός παράγοντας” ή ο “οργανωμένος λαός” είναι καλών προθέσεων, αλλά δεν βελτιώνει και πολύ τα πράγματα.. Οι σποραδικές, αόριστες και μελλοντολογικές αναφορές στους λαϊκούς θεσμούς, στην πάλη για την πολιτική εξουσία και σε μια μακρινή προοπτική ρήξης με το κράτος, εντελώς ασύνδετα με το θέμα, δεν είναι περισσότερο βοηθητικές. Γιατί αν και πάλι δεν υποδειχτεί το τι σημαίνει στην πράξη το κίνημα να έρθει στην εξουσία, και πώς από σήμερα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για τους δικούς του θεσμούς, τότε αυτό που καταλαβαίνει κανείς στην πράξη είναι ότι πρέπει να πιέζουμε με κινητοποιήσεις τις κυβερνήσεις για να μας κάνουν παραχωρήσεις. Αυτό φυσικά και πρέπει να το κάνουμε για επιμέρους διεκδικήσεις, όμως οι μεγάλοι στόχοι του αντικαπιταλιστικού προγράμματος δεν πρόκειται να παραχωρηθούν από καμία κυβέρνηση που διαχειρίζεται το καπιταλιστικό κράτος, πόσο μάλλον σε περίοδο κρίσης. Αν δημιουργήσουμε την αντίθετη προσδοκία, τότε σίγουρα η “πολιτική πρόταση” έχει αποτύχει.

 

Η αλλαγή των συσχετισμών στο κίνημα

Αναμφίβολα θα ακούσει κανείς το αντεπιχείρημα πως η μετωπική πρόταση δεν είναι η πολιτική πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ εξ' ολοκλήρου, είναι όμως ένας τρόπος να αλλάξουμε τους συσχετισμούς υπέρ της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, μετακινώντας προς το μέρος της δυνάμεις που έρχονται σε ρήξη με τον ρεφορμισμό (τη ΛαΕ, το ΚΚΕ κλπ). Πώς θα τραβήξουμε αυτό τον κόσμο; ρωτούν οι υποστηρικτές των μετωπικών προτάσεων.

Δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι μια ορισμένη πρόταση ενότητας μπορεί, σε συγκεκριμένες συνθήκες, να βοηθήσει στο να κερδηθούν δυνάμεις προς την επαναστατική/αντικαπιταλιστική αριστερά. Και οπωσδήποτε μας ενδιαφέρει να κερδηθούν ομάδες και αγωνιστές που εγκαταλείπουν (πραγματικά όμως) τον ρεφορμισμό. Όμως δεν θα κερδηθούν εξαιτίας μιας τέτοιας πρότασης, το πολύ-πολύ να κερδηθούν με τη βοήθειά της.

Επιστρέφουμε επομένως το ερώτημα. Πώς θα τραβήξουμε τον κόσμο που έρχεται σε ρήξη με τον ρεφορμισμό; Συζητώντας με τις ηγεσίες τους σε Χώρους Διαλόγου; (Υπάρχει περίπτωση οι ηγεσίες άλλων οργανώσεων να μην έχουν πειστεί από την αντικαπιταλιστική αριστερά απλώς και μόνο επειδή δεν μας έχουν ακούσει αρκετά δια ζώσης;) Κατασκευάζοντας συνεργασίες, συμπορεύσεις και μέτωπα στα μισά του δρόμου που μας χωρίζει προγραμματικά και φυσιογνωμικά (όπως ακριβώς έγινε με τη ΜΑΡΣ και το Σχέδιο Β΄); Γιατί αυτή η μεθοδολογία δεν είχε τόσα χρόνια κανένα αποτέλεσμα, και τι άλλαξε τώρα ώστε να έχει;

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ως ενωτικό αντικαπιταλιστικό μέτωπο, συγκροτήθηκε κυρίως στη βάση της κοινής δουλειάς των διαφορετικών οργανώσεων, ρευμάτων και αγωνιστών της σε σχολές, σωματεία και γειτονιές. Αυτή η κοινή εμπειρία ήταν που αποτέλεσε το συνεκτικό ιστό για το διάλογο μεταξύ των οργανώσεων, και όχι το αντίστροφο. Σήμερα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα κερδίσει αγωνιστές και αγωνίστριες, είτε σε ρήξη με το ρεφορμισμό, είτε προερχόμενους από την αναρχία, είτε προηγουμένως ανένταχτους και ανένταχτες, μόνο αν αποδειχτεί μέσα στην κοινή δράση πιο χρήσιμη για τις διεκδικήσεις τους, αν, δηλαδή:

α. πρωταγωνιστεί στο κίνημα, και ιδίως στις κομβικές μάχες

β. είναι σε θέση να κάνει συγκεκριμένες προτάσεις για να νικήσει κάθε συγκεκριμένος αγώνας

γ. είναι ελκυστική η ίδια, με εσωτερική ζωή, δημοκρατία και ανάπτυξη, με τις τοπικές της, τα γραφεία της, το έντυπό της κλπ.

 

Μια στρατηγική πολιτική αντιπρόταση

Με όσα γράψαμε παραπάνω δεν θέλουμε να πούμε πως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν χρειάζεται να καταθέσει πολιτική πρόταση και δεν πρέπει να ανοίξει διάλογο. Πρέπει, όμως, να κάνει μια άλλη πολιτική πρόταση και να ανοίξει έναν άλλο διάλογο, με μια άλλη μεθοδολογία.

Η πρόταση της επαναστατικής/αντικαπιταλιστικής αριστεράς χρειάζεται σήμερα να απαντάει στην ανάγκη ανασύνταξης και αντεπίθεσης του εργατικού κινήματος, αλλά και σε αυτή της στρατηγικής προετοιμασίας, ώστε μια ενδεχόμενη νέα κοινωνική έκρηξη να είναι πιθανότερο να εξελιχθεί σε επαναστατική κατάσταση – εκτός φυσικά κι αν θεωρεί κανείς ότι η επανάσταση δεν είναι πια στην ατζέντα. Ο κρίσιμος κόμβος που συνδέει τα δύο είναι η αυτοοργάνωση, η ανεξάρτητη οργάνωση των ίδιων των εργαζομένων, των ανέργων και των καταπιεσμένων, έξω και ανεξάρτητα από το κράτος – και στην κρίσιμη στιγμή εναντίον του.

Μορφές σχετικά μαζικής αυτοοργάνωσης έχουν εμφανιστεί στη διάρκεια της κρίσης: λαϊκές συνελεύσεις, αντιφασιστικές επιτροπές, επιτροπές αγώνα για επιμέρους ή γενικότερες διεκδικήσεις, καταλήψεις, απεργιακές επιτροπές κ.ά. Σήμερα εμφανίζονται νέες τέτοιες εμπειρίες, για την υπεράσπιση των προσφύγων, της πρώτης κατοικίας των φτωχών στρωμάτων, το νερό κ.ά. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να στηρίξει αποφασιστικά κάθε τέτοια προσπάθεια, διευρύνοντας το πεδίο δράσης της στις μεγάλες αναμετρήσεις της περιόδου: το νέο εργασιακό/συνδικαλιστικό νόμο, τις ιδιωτικοποιήσεις, την επερχόμενη αντιδραστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση κλπ. Ακόμα περισσότερο, πρέπει να καλέσει η ίδια όλους τους αγωνιστές και αγωνίστριες, όλα τα ρεύματα που θέλουν να δώσουν τη μάχη, σε ενωμένες συνελεύσεις αγώνα σε γειτονιές και μαζικούς χώρους. Να πάρει την πρωτοβουλία να τις οργανώσει στην πράξη, αξιοποιώντας τη σχετική εμπειρία της από τους αγώνες των τελευταίων χρόνων (λαϊκές συνελεύσεις, συντονιστικά αγώνα, καταλήψεις σε σχολές, δημαρχεία κλπ.).

Οι δομές αυτές ασφαλώς δεν υποκαθιστούν τα εργατικά σωματεία. Η συνδικαλιστική δουλειά της αντικαπιταλιστικής/επαναστατική αριστεράς είναι αναντικατάστατο μέσο για την κινητοποίηση των εργαζομένων και την οργάνωση των απεργιών. Η αυτοοργάνωση όμως μπορεί να συνδέσει τα σωματεία με τη μεγάλη μάζα των καταπιεσμένων που δεν μπορεί να συμμετέχει σε σωματεία. Είναι, έτσι, ένα εργαλείο μεγάλης πρακτικής σημασίας για το κίνημα.

Είναι όμως, ταυτόχρονα, και ένα εργαλείο στρατηγικής σημασίας. Αν τα πράγματα δεν αλλάζουν και ο καπιταλισμός δεν ανατρέπεται με μια αριστερή ή πιο αριστερή κυβέρνηση, χρειάζεται η εργατική τάξη να οργανώσει την εξουσία της αλλιώς, έξω από το κράτος των καπιταλιστών και τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς. Οι δομές της κινηματικής αυτοοργάνωσης αποτελούν το έμπρακτο παράδειγμα, το πρόπλασμα μιας τέτοιας εξουσίας, έστω και σε μικρογραφία. Σε αυτές τις δομές, μέσα από την καθημερινή δράση, είναι που η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να πείσει πως είναι η πιο συνεπής αγωνιστική δύναμη, και να αλλάξει τους συσχετισμούς. Και εκεί μπορεί να ανοίξει μια επισταμένη πολιτική συζήτηση, δεμένη με την πρακτική και όχι αφηρημένη. Μπορεί να μιλήσει για το μεταβατικό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα, για τα μέσα πάλης και οργάνωσης, για την αναγκαιότητα ενός συνειδητού επαναστατικού πολιτικού υποκειμένου. Στο βαθμό που οι συνελεύσεις και οι επιτροπές θα αναπτύσσονται, μπορεί να προτείνει τη δικτύωσή τους σε ανώτερο επίπεδο, με την εκλογή αιρετών και ανακλητών αντιπροσώπων, σε “συνελεύσεις των συνελεύσεων”. Και τελικά μπορεί να πείσει τα πιο συνειδητά αγωνιστικά τμήματα ότι αυτός είναι ο δρόμος για τη δική μας εξουσία.

Δεν υπάρχει φυσικά καμία εγγύηση ότι αυτό το σχέδιο θα πετύχει. Όμως για να πετύχει, κάποια δύναμη πρέπει να το επιδιώξει συστηματικά. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει και το μέγεθος, και τη συγκρότηση και την εμπειρία για να το κάνει.