• Τετ, 30/11/2016 - 19:15
Διδάγματα από την Κούβα του Φιντέλ [του Νίκου Λούντου]

του Νίκου Λούντου

Ο θάνατος του Φιντέλ Κάστρο συγκίνησε εκατομμύρια αγωνιστές σε ολόκληρο τον κόσμο. Για ολόκληρες γενιές αγωνιστών, ο Φιντέλ υπήρξε ένα διαρκές σύμβολο της ασυμβίβαστης πάλης με τον ιμπεριαλισμό. Στην κορύφωση του ψυχρού πολέμου, σε μια εποχή που οι ΗΠΑ ήταν ικανές να κινούν νήματα και να οργανώνουν πραξικοπήματα από την Ελλάδα μέχρι την Ινδονησία, φαίνονταν ανίκανες να παρέμβουν 150 χιλιόμετρα από τις ακτές της Φλόριντα. Το καθεστώς της Κούβας, αποτέλεσμα της επανάστασης του 1959 στεκόταν όρθιο, παρά τις πολλαπλές προσπάθειες ανατροπής του, και το ασφυκτικό εμπάργκο που ήθελε να καταδικάσει τον απλό κόσμο στην πείνα.

Όσοι τόσο εύκολα μιλάνε για τον “ξένο δάκτυλο”, το χάος και όποια άλλη καταστροφή θα προκληθεί αν μια χώρα όπως η Ελλάδα έρθει σε ρήξη με το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, έχουν σαν μια πρώτη απάντηση τα πάνω από 50 χρόνια εμπάργκο στην Κούβα. Σήμερα ο ιμπεριαλισμός, πόσω μάλλον οι ετοιμόρροποι θεσμοί της ΕΕ, είναι σε πολύ χειρότερη θέση από το 1961, όταν ο “αγαθός” πρόεδρος Κένεντι οργάνωνε την επέμβαση στον Κόλπο των Χοίρων, προσπαθώντας να ξαναβάλει στη θέση της όλη τη σαπίλα που είχε βρεθεί εκτός εξουσίας μετά την επανάσταση.

Μετά την Πρωτοχρονιά του 1959, όταν ο δικτάτορας Μπατίστα, βλέποντας τους αντάρτες σε απόσταση αναπνοής, εγκατέλειψε τη χώρα, τον ακολούθησαν σχεδόν μισό εκατομμύριο Κουβανοί και Κουβανές. Ανάμεσά τους, αρκετά γρήγορα, δέκα χιλιάδες νταβατζήδες και 25 χιλιάδες κρουπιέρηδες. Ακολούθησαν πιο “αξιοσέβαστοι” επιχειρηματίες, στρατιωτικοί, γραφειοκράτες και γαιοκτήμονες. Δεν τους απέλασε κανείς. Ήταν όμως συνηθισμένοι να ζουν με την Κούβα ένα απέραντο καμπαρέ και μπαρμπουτάδικο. Οι αμερικάνικες εταιρείες είχαν στα χέρια τους την οικονομία, οι καραβανάδες τους δρόμους, συμμορίες μπράβων έλεγχαν τα συνδικάτα και ο Μπατίστα την κυβέρνηση.

Όλος αυτός ο συρφετός, τα παιδιά και τα εγγόνια τους πλέον, είναι αυτοί που βγήκαν στους δρόμους του Μαϊάμι με τα πολυτελή τους αυτοκίνητα την περασμένη βδομάδα για να πανηγυρίσουν το θάνατο του Κάστρο.

Ο απλός κόσμος ανάσανε όταν οι αντάρτες πήραν την εξουσία το 1959. Εξάλλου, η ανατροπή του Μπατίστα ήρθε μετά από 25 χρόνια εμπειρίες. Το 1933 ήταν με επανάσταση που ανατράπηκε ο προηγούμενος δικτάτορας, Ματσάδο. Κεντρικό ρόλο είχαν παίξει οι εργαζόμενοι στα λεωφορεία, με μια απεργία που απλώθηκε σε όλα τα μέσα μεταφοράς και μετατράπηκε σε εξέγερση. Ο Μπατίστα ανήκει στη φουρνιά πολιτικών και στρατιωτικών που πάτησαν πάνω στην επανάσταση του 1933, υποτίθεται εκφράζοντας τα οράματά της: δικαιώματα, κατώτατο μισθό, αναδιανομή της γης, περιορισμό στον ξένο έλεγχο της οικονομίας, δημόσια εκπαίδευση. Το Σύνταγμα του 1940 θεωρείται από τα πιο προοδευτικά εκείνης της εποχής. Το Κομμουνιστικό Κόμμα υποστήριξε μάλιστα τον Μπατίστα και συμμετείχε με υπουργό στην κυβέρνηση του ‘40.

Μετά τον πόλεμο, το εργατικό κίνημα βγαίνει ξανά με ορμή. Η Κούβα στη δεκαετία του ‘50 είχε το μεγαλύτερο ποσοστό συνδικαλισμένης εργατικής τάξης σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική. Ο επίσημος συνδικαλισμός είναι ελεγχόμενος, αλλά οι απεργίες οργανώνονται με πρωτοβουλίες από τα κάτω, με αποκορύφωμα την απεργία εκατοντάδων χιλιάδων εργατών ζάχαρης το Νοέμβρη του 1955. Οι ελπίδες των επίσημων κομμάτων που βγήκαν από την επανάσταση του 1933 ότι θα ισορροπήσουν ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές, την άρχουσα τάξη και τους εργάτες κατέρρεαν. Ο Μπατίστα κηρύσσει δικτατορία το 1952. Για να παραμείνει στην εξουσία εξαπολύει κύμα άγριας καταστολής στα συνδικάτα, που πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε καταστολή εναντίον όλων.

Αντάρτικο

Ο Κάστρο ήταν ένας από τους πολλούς νέους που πολιτικοποιήθηκαν μέσα σε εκείνη την περίοδο και έψαχναν τρόπο να βγάλουν την Κούβα από τα διπλά δεσμά του ιμπεριαλισμού και του διεφθαρμένου αυταρχισμού. Το “Ορθόδοξο” Κόμμα του οποίου ήταν μέλος, ήταν ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα που διεκδικούσαν την παράδοση του ‘33. Η νεολαία των “Ορθόδοξων” ωστόσο στρέφεται όλο και περισσότερο προς πιο μαχητικές μεθόδους, που στις πόλεις σημαίνει ένα κύμα βομβιστικών επιθέσεων με στόχο να αποσταθεροποιηθεί το καθεστώς και στην ύπαιθρο σήμαινε αντάρτικο. Για τη ριζοσπαστικοποιημένη αυτή, μορφωμένη, νεολαία, η εργατική τάξη και οι αγώνες της δεν ήταν η δύναμη που μπορούσε να αλλάξει την κοινωνία.

Η επίθεση του Κάστρο και των συντρόφων του στο στρατόπεδο της Μονκάδα το 1953 κατέληξε σε αποτυχία. Ο ίδιος φυλακίστηκε και τελικά κατέφυγε στο Μεξικό, όμως εκεί αναδιοργάνωσε αυτό που ονομάστηκε “Κίνημα της 26ης Ιουλίου”, στρατολογώντας ανάμεσα σε άλλους έναν αργεντίνο γιατρό, που έγινε γνωστός ως Τσε Γκεβάρα. Ενώ οι “ψύχραιμες” φωνές έλεγαν ότι το κίνημα έχει τσακιστεί, ο Κάστρο συνέχισε να βλέπει την αστάθεια του καθεστώτος και τις ευκαιρίες, φτάνοντας στην απόβαση στη Σάντα Κλάρα το 1958. Όσο ο Μπατίστα σφυροκοπούσε το κίνημα στις πόλεις, τόσο οι ελπίδες ακόμη και της εργατικής τάξης στρέφονταν προς την ανατροπή από τα έξω -με τη βοήθεια των ανταρτών. Οι αντάρτες μπήκαν στις πόλεις κέρδισαν τη στήριξη της εργατικής τάξης και η επανάσταση νίκησε.

Τα αποτελέσματα στη ζωή των απλών ανθρώπων ήταν άμεσα. Οι μισθοί ανέβηκαν γρήγορα, μειώθηκε η ανεργία, τα νοίκια έπεσαν στο μισό, το ίδιο και οι τιμές των πιο αναγκαίων αγαθών. Το καθεστώς επισήμως δεν είχε τίποτα “κομμουνιστικό”. Ο ίδιος ο Κάστρο το Μάη του ‘59 λέει: “Η επανάστασή μας δεν είναι ούτε καπιταλιστική, ούτε κομμουνιστική… Ο καπιταλισμός θυσιάζει τον άνθρωπο, ο κομμουνισμός με τις ολοκληρωτικές του αντιλήψεις θυσιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα… Εμείς δεν συμφωνούμε ούτε με το ένα ούτε με το άλλο.. Η επανάστασή μας δεν είναι κόκκινη αλλά πράσινη, όπως οι στολές των ανταρτών της Σιέρα Μαέστρα”.

Δυο παράγοντες ήρθαν για να αλλάξουν αυτή την τοποθέτηση δυο χρόνια μετά την επανάσταση. Αφενός οι ΗΠΑ, τρομοκρατημένες όχι μόνο από τις μεταρρυθμίσεις που γίνονταν σε βάρος τους στο νησί, αλλά κυρίως από τα πολιτικά αποτελέσματα που μπορεί να έχει στην περιοχή το παράδειγμα της επανάστασης, βάζουν μπρος να πνίξουν το νέο καθεστώς. Η ΕΣΣΔ ήρθε να καλύψει το κενό, αγοράζοντας την κουβανέζικη ζάχαρη, σε αντάλλαγμα για βιομηχανικά αγαθά και όπλα. Η επανάσταση κηρύχθηκε “σοσιαλιστική” με δυο χρόνια καθυστέρηση.

Από την άλλη, το επαναστατικό καθεστώς βρέθηκε γρήγορα μπροστά στο ερώτημα πώς θα ξεπεράσει την εξάρτηση της οικονομίας από την παραγωγή ζάχαρης και θα λύσει το φαύλο κύκλο της υπανάπτυξης. Οι “επιχειρηματίες”, δεν ήταν ούτε πρόθυμοι ούτε ικανοί να λύσουν το πρόβλημα επενδύοντας, ιδίως με τους μισθούς να έχουν ανέβει. Το κουβανέζικο καθεστώς στράφηκε στην εθνικοποίηση ολόκληρης της οικονομίας, ώστε να μπορέσει να αναδιοργανώσει την παραγωγή κάτω από κεντρικό σχεδιασμό.

Απομόνωση

Η Κούβα έγινε πόλος έλξης για εκατομμύρια νεολαίους σε όλο τον κόσμο ιδίως στα τέλη της δεκαετίας του ‘60, όταν πρωτοστατούσε στην υπεράσπιση των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Τσε Γκεβάρα, ανάμεσα σε ολόκληρη την κουβανέζικη ηγεσία, είχε κατανοήσει περισσότερο την αναγκαιότητα να σπάσει η απομόνωση της Κούβας μέσα από τη διεθνιστική αλληλεγγύη.

Όμως, το παράδειγμα των ανταρτών της Σιέρα Μαέστρα δεν μπορούσε απλώς να αντιγραφεί σε χώρες όπου ο κρατικός μηχανισμός δεν ήταν τόσο διαλυμένος όπως του Μπατίστα. Η κουβανική εκδοχή του “κομμουνισμού” δεν είχε να προσφέρει απαντήσεις στα συγκεκριμένα ερωτήματα που έβγαιναν από την ταξική πάλη στο εργατικό κίνημα της Λατινικής Αμερικής. Ο Τσε δολοφονείται το ‘67 στη Βολιβία, στην τελευταία από τις ηρωικές του προσπάθειες να εξαγάγει το κουβανικό αντάρτικο.

Ο τρόπος με τον οποίο τελικά συνέχισε το καθεστώς εντός Κούβας ήταν αναπαράγοντας όλο και περισσότερο τις δομές των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης. Για την επιβίωση του καθεστώτος χρειάζεται συσσώρευση κεφαλαίου, και για τη συσσώρευση χρειάζεται εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Η Κούβα είχε μετατραπεί σε έναν κρατικό καπιταλισμό. Μαζί με την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης, ήρθε και η καταπίεση σε άλλες σφαίρες της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, καθώς ο κρατικός μηχανισμός ήθελε να επιβάλει την κυριαρχία του.

Ακόμη και σε αυτό το σημείο, η εργατική τάξη ήξερε πως το κίνητρο όλης αυτής της διαδικασίας δεν ήταν ο προσωπικός πλουτισμός της νέας ηγεσίας -και γι’αυτό σε μεγάλο βαθμό συνέχισε η παθητική υποστήριξη.

Ήταν η κατάρρευση της ΕΣΣΔ στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 που άνοιξε δρόμο για την επιστροφή του καπιταλισμού στην κλασική εκδοχή του. Το καθεστώς επιβίωσε μέσα στα πιο δύσκολα χρόνια, μέσα όμως από το άνοιγμα προς το ξένο κεφάλαιο. Σε πολλές περιπτώσεις οι απόγονοι των νταβατζήδων του Μπατίστα επανήλθαν ως σωτήρες και “επενδυτές”. Ο Φιντέλ παρέδωσε την εξουσία στον Ραούλ το 2008, επισημοποιώντας αυτή τη στροφή. Η ανισότητα, η κερδοσκοπία και η περιθωριοποίηση επανήλθαν όχι από το παράθυρο αλλά από την κυρίως είσοδο.

Ο Φιντέλ Κάστρο συμβολίζει ένα από τα υψηλότερα σημεία που έφτασαν τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του 20ου αιώνα -αψήφησαν στα ίσα τον ιμπεριαλισμό και έκφρασαν τις ελπίδες εκατομμυρίων. Είναι για τον ίδιο λόγο που συμβολίζει την τραγωδία που σήμανε για το εργατικό κίνημα η σταλινική αντεπανάσταση. Ο σταλινισμός είχε θάψει την καρδιά του μαρξισμού, τη βασική αρχή ότι η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας. Άφησε έτσι όχι μόνο την εργατική τάξη παρατηρητή των φωτισμένων μειοψηφιών που υποτίθεται θα έχτιζαν τον σοσιαλισμό για χάρη της, αλλά καταδίκασε και τα πιο γνήσια εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, όπως αυτό της Κούβας, να μείνουν στα μισά του δρόμου.

Δημοσιεύτηκε στην Εργατική Αλληλεγγύη, Τεύχος 1251, 29.11.2016