• Τετ, 10/04/2019 - 09:17
Δημόσια τοποθέτηση της ΠΑΑΕ για την κατάσταση στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και την αναγκαιότητα της ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής αριστεράς

 

Δημόσια τοποθέτηση της ΠΑΑΕ για την κατάσταση στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και την αναγκαιότητα της ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής αριστεράς

Η κατάσταση απογοήτευσης και αμηχανίας, η οποία έχει διαμορφωθεί στο εργατικό κίνημα, σαν αποτέλεσμα της εφαρμοζόμενης αστικής πολιτικής της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και της στρατηγικής των πλατιών μετώπων για μια «αριστερή κυβέρνηση» εξακολουθεί να βαραίνει στη σημερινή συγκυρία. Παρόλα αυτά, υπάρχουν τα πρώτα παραδείγματα αγώνων που ξεφεύγουν από αυτό το κλίμα, και μπορούν να ανοίξουν έναν νέο κύκλο μαχητικών διεκδικήσεων. Ταυτόχρονα, ένα μεγάλο τμήμα αγωνιστών και αγωνιστριών έχουν αποκτήσει σημαντική πολιτική εμπειρία μέσα από τους αγώνες της τελευταίας δεκαετίας. Σε αυτό το πλαίσιο, μια ενωμένη ανεξάρτητη αντικαπιταλιστική αριστερά υποχρεούται και μπορεί να παίξει αναντικατάστατο ρόλο, τόσο για την αντεπίθεση του κινήματος, όσο και για τον περιορισμό της καταστροφικής επιρροής του ρεφορμισμού στο εσωτερικό του. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το σημείο αναφοράς αυτής της αριστεράς είναι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που έχει το μέγεθος και τη δυνατότητα να παίξει αυτό τον ρόλο.

Οι επερχόμενες τριπλές εκλογές θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια σημαντική ευκαιρία να ανοιχτεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην κοινωνία, να μιλήσει στην εργατική τάξη, τη νεολαία, τους άνεργους και τις άνεργες, τα καταπιεσμένα στρώματα και κοινωνικές ομάδες και να εκμεταλλευτεί τη δυνατότητα που της δίνεται προκειμένου να μιλήσει ανοιχτά για το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και το πρόταγμά μας. Ωστόσο, βρίσκουν δυστυχώς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ στα πρόθυρα της πολιτικής και οργανωτικής διάλυσης. Η διάσπαση των δυνάμεών της αναφορικά με τις εκλογές στο Δήμο Αθηναίων, αλλά και σε άλλες πόλεις, δημιουργεί μια εικόνα μη υπερασπίσιμη προς τα έξω. Οι εκατέρωθεν μεγαλοστομίες περί θέσης μάχης, μαζικότητας και δυναμικής των υποψηφιοτήτων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς δεν μπορούν να κρύψουν κάτω από το χαλί τη διαμορφωθείσα πολιτική πραγματικότητα, η οποία δημιουργεί ήδη απογοήτευση σε ένα υπαρκτό και σημαντικό δυναμικό, που πιστεύει στην αναγκαιότητα και τη δυνατότητα ύπαρξης μιας ανεξάρτητης, μαζικής και ενωτικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς και το οποίο εγκαταλε αντικείμενο σπέκουλας και εκμετάλλευσης από τους άλλους πολιτικούς χώρους, από τη ρεφορμιστική αριστερά ως την ακροδεξιά. Το να αποκρύψουμε την πραγματική κατάσταση δεν θα βοηθήσει σε τίποτα την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αντιθέτως μια ανοιχτή συζήτηση μπροστά στα μάτια των υποστηρικτών της μπορεί να συμβάλει στην υπέρβαση της κρίσης.

Βέβαια, θα ήταν μεγάλο λάθος να θεωρήσουμε ότι η διαφαινόμενη διάσπαση οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στη μάχη για «τις καρέκλες». Αυτό μπορεί να είναι βολικό αφήγημα για τους επαγγελματίες πολιτικούς, και όσους σπεύδουν κακόβουλα να συμπεράνουν ότι «όλοι είναι ίδιοι». Οι διαφωνίες μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι γνωστές και έχουν να κάνουν με πραγματικά επίδικα, τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά, σχετικά με τα καθήκοντα, τις προτεραιότητες και τις σωστές τακτικές στα διάφορα μέτωπα. Τέτοιες διαφωνίες είναι αναμενόμενο να υπάρχουν σε έναν ζωντανό πολιτικό οργανισμό, ο οποίος από τη μια έχει μια ικανή γείωση στην εργατική τάξη και τα κοινωνικά κινήματα, στα οποία η ίδια η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συμμετείχε ενεργά και ενίοτε καθοδήγησε όλα τα χρόνια της κρίσης, ενώ από την άλλη είναι ένα πολυσυλλεκτικό μέτωπο οργανώσεων και αγωνιστών με διαφορετικές πολιτικές παρακαταθήκες και εμπειρίες. 

Είναι σαφές ότι στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί αποκλίνουσες, ακόμα και αντιπαραθετικές, πολιτικές τακτικές και πρακτικές εφαρμογής τους, κυρίως όσον αφορά την αντιμετώπιση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, την παρέμβαση στο εργατικό κίνημα, τη λεγόμενη μετωπική συμπόρευση, το αντιρατσιστικό και αντιφασιστικό κίνημα, το θέμα της γυναικείας καταπίεσης και του σεξισμού  (30 Μάη-Κοινωνική Συμμαχία, πορείες για τον Φύσσα, 8 Μάρτη, 16 Μάρτη κλπ). Το δυστύχημα είναι ότι, με ευθύνη των περισσότερων οργανώσεων, δεν έχει γίνει κατορθωτό οι διαφωνίες αυτές να συζητηθούν ανοιχτά και ουσιαστικά, αλλά αντίθετα στην πράξη κάθε πλευρά προσπαθεί να επιβάλει τη δική της ατζέντα με πρωτοβουλίες, οι οποίες δεν περνούν μέσα από τα όργανα και τις διαδικασίες βάσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αυτό σήμερα προεκτείνεται και στη συγκρότηση των ψηφοδελτίων.

Η κρίση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτελεί, εκτός των άλλων, και αντανάκλαση της κρίσης που περνάει διεθνώς η αντικαπιταλιστική αριστερά. Υπό το βάρος των αμείλικτων ερωτημάτων που βάζει η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση και του «ρεαλισμού» του ρεφορμισμού, όλες πρακτικά οι διεθνείς οργανώσεις είτε διασπάστηκαν είτε έχασαν σημαντικά κομμάτια, ενώ μεγάλες και ιστορικές πολιτικές οργανώσεις έφτασαν μέχρι και την αυτοδιάλυση. Αυτό υπογραμμίζει και τη σημασία της ύπαρξης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με τον σημαντικό, παραδειγματικό διεθνή της αντίκτυπο.

Με βάση όλα τα παραπάνω, θα ήταν πολύ δύσκολο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να μείνει ανεπηρέαστη από την κρίση αυτή. Αυτή η κρίση ήταν κάτι που η Πρωτοβουλία για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ Αντικαπιταλιστική και Επαναστατική προέβλεψε και προσπάθησε να απαντήσει εκ των προτέρων, προτείνοντας ως λύση την πολιτική και οργανωτική οικοδόμηση-αναβάθμιση του μετώπου. Αυτό μπορεί να λοιδορήθηκε ως σεκταρισμός και οπισθοδρομική πολιτική ταυτότητας, ωστόσο δεν μπορούμε παρά να επαναλάβουμε δύο βασικά στοιχεία που θεωρούμε ότι υπονόμευσαν την δυνατότητα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να θωρακιστεί απέναντι στην επερχόμενη κρίση. Το πρώτο ήταν οι αέναες συζητήσεις γύρω από το ζήτημα των πολιτικών και εκλογικών συνεργασιών με άλλες δυνάμεις, ρεφορμιστικού ή ασαφούς προσανατολισμού, πάνω σε μια βάση σοβαρών εκπτώσεων σε σχέση με το αναγκαίο αντικαπιταλιστικό πολιτικό περιεχόμενο και χωρίς να συντρέχουν οι αναγκαίες αντικειμενικές πολιτικές συνθήκες ούτε και οι απαραίτητοι όροι και προϋποθέσεις, που θα προσέφεραν μια πραγματική δυναμική και δεν θα λειτουργούσαν απλώς  αντιπαραθετικά και υπονομευτικά για την αναγκαία πολιτική και θεωρητική εμβάθυνση στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Το δεύτερο, συνδεδεμένο με το πρώτο, ήταν η άρνηση λήψης μέτρων για την αναβαθμισμένη οργανωτική της συγκρότηση, όπως η τακτική συνεδρίαση των τοπικών επιτροπών, η λειτουργία γραφείων, η έκδοση εντύπου, η διοργάνωση κοινού φεστιβάλ και κάμπινγκ, κ.ά.

Αυτό βέβαια δεν είναι κάτι καινούργιο. Ίσα ίσα θα μπορούσε κάποιος ασφαλώς να ισχυριστεί ότι πολιτικά και στρατηγικά η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι πιο συμπαγής και ομοιογενής μετά την αποχώρηση των οργανώσεων που πήγαν στη ΛΑΕ το καλοκαίρι του 2015.

Αυτό που είναι καινούργιο είναι η διαφαινόμενη επιμονή στον στενό κομματικό σχεδιασμό, σε τέτοιο βαθμό που να διακυβεύεται η ίδια η ύπαρξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η οποία μέχρι τώρα ήταν το όριο, που υπαγόρευε υποχωρήσεις, προκειμένου να διαφυλαχθεί. Η θέση μας από την αρχή ήταν σαφής. Η βεβιασμένη και μονομερής επιβολή επικεφαλής στην Ανταρσία στις Γειτονιές της Αθήνας και η επικύρωση της λειτουργίας της ως μονοκομματικής παράταξης σήμανε το άνοιγμα του ασκού του Αιόλου. Προβάλλοντας την (πραγματική και αξιόλογη) δράση του επικεφαλής της, ισχυρίζεται ότι κανένας άλλος δεν είναι ικανός να εκπροσωπήσει την αντικαπιταλιστική αριστερά στο δήμο, και αρνείται να συζητήσει συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές που έκανε παρότι γνώριζε ότι η πλειοψηφία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ διαφωνεί. Η μονομέρεια στη συγκρότησή της έχει ως αποτέλεσμα και ένα μονομερή προγραμματικό σχεδιασμό, με σημαντικά θέματα αιχμής για την πόλη να υποτιμώνται. Ταυτόχρονα, οι σύντροφοι που συμμετέχουν και έχουν υπό τον έλεγχό τους το συγκεκριμένο σχήμα απαιτούν το χρίσμα και την εν λευκώ διαχείριση της υποψηφιότητας, ενώ εκ των πραγμάτων το συγκεκριμένο σχήμα δεν συσπειρώνει πλέον παρά μια μειοψηφία των μελών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην πόλη. Φθάνουν μάλιστα στο σημείο να εκβιάζουν πολιτικά όσους διαφωνούν, απειλώντας τους με διάσπαση του ευρωψηφοδελτίου ή ακόμη και ακύρωση της καθόδου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις ευρωεκλογές.

Από την άλλη, η συγκρότηση της Αντικαπιταλιστικής Ανατροπής στην Αθήνα, Ανταρσία σε Κυβέρνηση – ΕΕ – Κεφάλαιο, όχι ως όχημα το οποίο θα συνέβαλε στην ενοποίηση των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στη βάση μιας δημοκρατικής λειτουργίας και θα αποτελούσε το επίκεντρο μιας πραγματικής κινηματικής παρέμβασης στο μεγαλύτερο δήμο της χώρας, όπως ήταν ο αρχικός σκοπός, αλλά ως αντιπαραθετικό κατέβασμα, βαθαίνει ακόμα περισσότερο τη διάσπαση. Δεν είναι τυχαίο ότι ούτε αυτό το κατέβασμα δεν μπορεί να επιτύχει μια ουσιαστική συσπείρωση δυνάμεων, πέρα από μια βασική οργάνωση, κι ως εκ τούτου παραμένει επίσης προγραμματικά και φυσιογνωμικά μονομερές. Στο πλαίσιο του νέου σχήματος εμφανίζεται και η διάθεση παρέμβασης δυνάμεων εκτός ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οι οποίες προσπαθούν με υπονομευτικό τρόπο να αναμειχθούν στα εσωτερικά της για να δικαιολογήσουν τις παλιότερες αδιέξοδες επιλογές τους. Δυστυχώς, έχει διαμορφωθεί έτσι μια κατάσταση που ακυρώνει πλήρως τις δυνατότητες μιας ουσιαστικής παρέμβασης στον πιο μεγάλο δήμο της χώρας.

Παρόμοια κατάσταση επικρατεί και στη Θεσσαλονίκη, όπου η μια οργάνωση έσπευσε και πάλι να ανακοινώσει μονομερώς έναν επικεφαλής ο οποίος δεν έχει τη συναίνεση της πλειοψηφίας των μελών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (το ίδιο έκανε και στην Πάτρα), και η άλλη προχώρησε στη συγκρότηση αντιπαραθετικού σχήματος, το οποίο μάλιστα πρόκειται να συνεργαστεί εκλογικά με ένα ευρύ φάσμα ετερόκλητων δυνάμεων εκτός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, χωρίς η πρόταση και οι όροι για μια τέτοια συνεργασία να έχουν συζητηθεί ποτέ εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Τέλος, οι δυνατότητες επίλυσης της κρίσης δεν ευνοούνται από την απροθυμία μικρότερων δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να πάρουν θέση, και κυρίως από την πολιτική πρακτική μιας τάσης, που ενώ ήταν μικρή μειοψηφία στην τελευταία συνδιάσκεψη, επιχειρεί να επιβάλει στην πράξη την πολιτική της θέση για εκλογική και πολιτική συνεργασία όλης της αριστεράς, περιλαμβανομένων των ρεφορμιστικών και των εθνικιστικών δυνάμεων εντός και γύρω από τη ΛΑΕ όπως και διάφορων ενδιάμεσων θολών εγχειρημάτων. Η τάση αυτή βρίσκει στη σημερινή αφορμή την ευκαιρία να προβάλει ως λύση το δικό της αδιέξοδο σχέδιο για ένα άμορφο παναριστερό μέτωπο – χωρίς καμία ελπίδα, εκτιμούμε, να το επιτύχει. Η κατά τόπους εμπλοκή και των δύο μεγαλύτερων οργανώσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε κοινά ψηφοδέλτια με τη ΛΑΕ ή άλλες δυνάμεις ασαφούς προσανατολισμού περιορίζει τη δυνατότητα να δοθεί μια σαφής απάντηση απέναντι στο σχέδιο για μια νέα «παναριστερά».

Επιμένουμε ότι χωρίς τη συστράτευση της μεγάλης πλειοψηφίας των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και χωρίς δημοκρατική συλλογική λειτουργία δεν μπορεί να υπάρξει στην Αθήνα ένα σχήμα με ικανό μέγεθος και επαρκές πολιτικό πρόγραμμα. Καταθέσαμε πολύ συγκεκριμένες προτάσεις ενοποίησης των δυνάμεων, στη βάση της πολυτασικότητας, της λογοδοσίας στις συνελεύσεις και της εναλλαγής των εκπροσώπων και των εκλεγμένων, λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική κατανομή των δυνάμεων εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τη δουλειά που έχει ήδη γίνει και τη συγκεκριμένη συνεισφορά κάθε τάσης. Η ενοποίηση είναι απόλυτα εφικτή, και εάν δεν συμβεί, η αποκλειστική ευθύνη θα βαραίνει τις ηγεσίες των οργανώσεων που θα την αρνηθούν.

Θα πρέπει να γίνει σαφές ότι η ενότητα και η επιβίωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ένα καθοριστικό στοιχείο για την εξασφάλιση της ίδιας της ύπαρξης της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στην Ελλάδα, με ένα χρήσιμο μέγεθος και βάρος. Ας μην αυταπατάται κανείς ότι οποιαδήποτε διάδοχη κατάσταση προκύψει, ό,τι όνομα και να πάρει, θα μπορεί να συγκριθεί με το μέγεθος, την αναγνωρισιμότητα και την ταξική χρησιμότητα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ας μην αυταπατάται κανείς, ότι η  «απεμπλοκή» της μίας ή της άλλης οργάνωσης θα οδηγήσει σε πολιτικό ξεκαθάρισμα, που θα βοηθήσει στην αναβάθμιση του πολιτικού της λόγου και παρουσίας.

Την ίδια στιγμή, οι χαιρέκακες προσδοκίες άλλων οργανώσεων, που κινούνται στην αντικαπιταλιστική αριστερά, στον ρεφορμισμό ή στον ενδιάμεσο χώρο, και μέχρι πρότινος είχαν επενδύσει την πολιτική τους ύπαρξη είτε στην απομόνωση είτε, ακόμα χειρότερα, στη συμμετοχή ή τη στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ ότι η αποδυνάμωση του σχεδίου ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα σημάνει την δικαίωση εκ των υστέρων των δικών τους πολιτικών σχεδίων είναι κι αυτές αυταπάτες. Η υποχώρηση του χώρου της αντικαπιταλιστικής αριστεράς θα ευνοήσει άμεσα τα πιο «ρεαλιστικά» πολιτικά σχέδια, είτε αυτό του ΚΚΕ, είτε ακόμα και την αναδίπλωση στον ΣΥΡΙΖΑ, στην λάθος λογική του στοιχειωδώς προοδευτικού «μικρότερου κακού».

Στην πιο μεγάλη εικόνα, και αυτό είναι κάτι που οι ίδιοι ήδη το καταλαβαίνουν, η διάσπαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και ειδικά στο δήμο της Αθήνας, ευνοεί αντικειμενικά τους φασίστες και τους νεοναζί, οι οποίοι ξέρουν πολύ καλά ότι η μοναδική δύναμη που μπορεί να τους φράξει το δρόμο είναι η μαχητική δράση του εργατικού κινήματος και η αντικαπιταλιστική πτέρυγα εντός του.

Παρότι εκπροσωπούμε μειοψηφικές θέσεις εντός του μετώπου, ως Πρωτοβουλία για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ Αντικαπιταλιστική και Επαναστατική θα υπερασπιστούμε με κάθε τρόπο την ενότητα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και θα συμβάλουμε με όλες τις δυνάμεις της στην ουσιαστική επανεκκίνησή της, προκειμένου να δραστηριοποιηθούν εκ νέου όλα τα μέλη της και να συμμετέχουν με ταξικό τρόπο στο αναγκαίο άνοιγμά της στον κόσμο της δουλειάς και στην ενίσχυση του ρεύματος της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Σε κάθε περίπτωση η ΠΑΑΕ θα υπερασπιστεί πάνω από όλα το σχέδιο μιας ενωτικής ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής αριστεράς, ό,τι και αν προκύψει τελικά από τη σημερινή κρίση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

 

 

Πρωτοβουλία για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ Αντικαπιταλιστική και Επαναστατική


Related Posts