• Πέμ, 08/02/2018 - 10:04
Κείμενα θέσεων για την 4η Συνδιάσκεψη

Το ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που συνεδρίασε στις 21.01.2018, διαμόρφωσε τις Θέσεις (κεφάλαια Α-Δ) για την 4η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η οποία  θα πραγματοποιηθεί το διήμερο 21.04-22.04.208 (και όχι 31.03-01.04 2018 όπως είχε αρχικά ανακοινωθεί) στην Αθήνα. Το ΠΣΟ, σε επόμενη συνεδρίασή του την Κυριακή 11.03.2018, θα διαμορφώσει τις προτάσεις για το οργανωτικό.
 
Μαζί με τις Θέσεις δημοσιεύονται επίσης κείμενα συμβολής ή/και τροπολογίες που κατατέθηκαν και μειοψήφησαν, με στόχο να βοηθήσουν στην συζήτηση στις τοπικές και κλαδικές επιτροπές. 
 
Φιλοδοξία μας είναι η 4η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα ανάπτυξης του μετώπου ώστε  να συμβάλλει στους αγώνες για την υπεράσπιση των εργατικών λαϊκών συμφερόντων ενάντια στην καπιταλιστική μνημονιακή επίθεση, την αντιπολεμική αντιιμπεριαλιστική πάλη ενάντια στους αστικούς ανταγωνισμούς, τον εθνικισμό και τον πόλεμο, ενάντια στο ρατσισμό και τη φασιστική απειλή. Να  γίνει ένας μεγάλος σταθμός διαλόγου για όλο τον μαχόμενο κόσμο της αριστεράς που αναζητά την συγκρότηση μιας άλλης ανατρεπτικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς με σύγχρονη σοσιαλιστική και κομμουνιστική προοπτική..
Το ΠΣΟ καλεί τις τοπικές και κλαδικές επιτροπές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να οργανώσουν την πολιτική συζήτηση πάνω στις Θέσεις της 4ης Συνδιάσκεψης με τρόπο συντροφικό, δημοκρατικό, ενωτικό  και προωθητικό για το εγχείρημά μας.

ΑΝΤΑΡΣΥΑ- Θέσεις για την 4η Συνδιάσκεψη (αρχείο .pdf, 762KB)

 

ΑΝΤΑΡΣΥΑ-4η Συνδιάσκεψη

ΘΕΣΕΙΣ του ΠΣΟ (21/1/2018)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ οδεύει προς την 4η Συνδιάσκεψή της σε μια περίοδο που οι εξελίξεις διαψεύδουν τις εκτιμήσεις για την σταθεροποίηση του συστήματος διεθνώς και στην Ελλάδα. Ο καπιταλισμός δεν έχει ξεπεράσει την κρίση του, αντίθετα αυτή μετατρέπεται και σε πολιτική κρίση στα μέχρι τώρα κάστρα της σταθερότητας, στις ΗΠΑ και την ΕΕ. Οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί οξύνονται, απειλώντας να αποσταθεροποιήσουν, πέρα από την Μέση Ανατολή, περιοχές ζωτικές για τον παγκόσμιο καπιταλισμό, όπως η Άπω Ανατολή.

Ο ελληνικός καπιταλισμός είναι κομμάτι αυτής της πραγματικότητας, παρά τις υποκριτικές διακηρύξεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ότι «φαίνεται φως στην άκρη του τούνελ», ότι το 2018 θα είναι η χρονιά της «εξόδου από τα μνημόνια» κι ότι η «κανονικότητα» επιστρέφει. Αντίθετα, το 2018 θα είναι χρονιά έντασης των μνημονιακών επιθέσεων, ταυτόχρονα όμως και χρονιά βαθέματος της κρίσης του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία τροφοδοτείται με την αμφισβήτηση και τις αντιστάσεις από τα αριστερά και από τα κάτω. Παρά την υποχώρηση των μεγάλων αγώνων και την προσπάθεια εμπέδωσης μιας νέας μνημονιακής «κανονικότητας» ως «αναπόδραστης» και «αιώνιας», το εργατικό και λαϊκό κίνημα συνεχίζει να δίνει σημαντικές μάχες και να κρατάει ανοιχτή την δυνατότητα ανατροπής της κυρίαρχης πολιτικής.

Με αυτήν την οπτική αντιμετωπίζουμε τα καθήκοντά μας το επόμενο διάστημα. Η συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ εννιά χρόνια πριν ως μετώπου οργανώσεων και αγωνιστών/τριών της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς ήταν και συνεχίζει να είναι μια πολύτιμη κατάκτηση για όλο το κίνημα. Ο προωθητικός ρόλος και η δυναμική της κάθε άλλο παρά έχουν εξαντληθεί, παρά τις υπαρκτές και σοβαρές αδυναμίες και ανεπάρκειες που χαρακτήρισαν την παρέμβασή μας από τη 3η Συνδιάσκεψη (2016) μέχρι και σήμερα. 

Φιλοδοξούμε η 4η Συνδιάσκεψη, και η πορεία προς αυτήν, να γίνει ο άξονας πρωτοβουλιών και παρεμβάσεων για:

Ένα άλμα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ που περιλαμβάνει την βαθύτερη επεξεργασία του αντικαπιταλιστικού προγράμματος, την ενίσχυση της μαζικότητας, της ενότητας, της δημοκρατίας, της συμμετοχής στους εργατικούς και νεολαιίστικους αγώνες, και την διεύρυνσή της με νέες δυνάμεις ρεύματα και αγωνιστές-τριες.

Μια ενωτική, μαχητική αγωνιστική παρέμβαση στο εργατικό και λαϊκό κίνημα για την διεκδίκηση των σύγχρονων αναγκών και δικαιωμάτων του κόσμου της δουλειάς, για την ανατροπή της ευρωμνημονιακής επίθεσης και της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, για την ταξική ανασυγκρότηση του κινήματος, για ενωτικές πρωτοβουλίες προς όλες τις μαχόμενες δυνάμεις του κινήματος και της Αριστεράς.

Την συσπείρωση των πολύμορφων δυνάμεων, ρευμάτων και αγωνιστών που εγκαταλείπουν τον ΣΥΡΙΖΑ, που αντιλαμβάνονται τα αδιέξοδα και τα όρια των ρεφορμιστικών προτάσεων, στην κατεύθυνση του αντικαπιταλιστικού πολιτικού μετώπου-πόλου. Για άμεσα ορατά βήματα στην πολιτική συνεργασία των αντικαπιταλιστικών, αντιιμπεριαλιστικών, αντι-ΕΕ δυνάμεων και των ευρύτερων δυνάμεων της ανατροπής.

 

Α. ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

 

Α1. Η αναιμική «ανάκαμψη» και η απειλή μιας νέας ύφεσης

2. Το καλοκαίρι του 2017 συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από την κατάρρευση της Bear Sterns στις ΗΠΑ, που έδωσε το έναυσμα για την μεγαλύτερη ύφεση που έχει γνωρίσει ο καπιταλισμός από τη δεκαετία του ’30. Η εικόνα που καλλιεργούν συστηματικά οι διαχειριστές του συστήματος είναι ότι η κρίση αποτελεί παρελθόν, αποτελεί ένα ατύχημα. Ισχυρίζονται ότι οι διασώσεις των τραπεζών με κρατικό χρήμα σε συνδυασμό με τις νεοφιλελεύθερες «μεταρρυθμίσεις» ξαναβάζουν το σύστημα σε τροχιά σταθεροποίησης και ανάπτυξης.

Οι δυνάμεις του κεφαλαίου επιχειρούν να υπερβούν την κρίση μέσα από την προώθηση των αντιδραστικών καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, σε όλα τα πεδία από την παραγωγή ως το πολιτικό σύστημα: Με την τεράστια εμβάθυνση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, με την προώθηση της ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης των πάντων, με την αξιοποίηση και προώθηση επιστημονικών καινοτομιών για την ένταση της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης της εργατικής τάξης, με την άνευ προηγουμένου συγκέντρωση του κεφαλαίου, της ιδιοκτησίας και του πλούτου στα χέρια λίγων κεφαλαιοκρατών, με την τρομακτική ένταση της διπλής κλοπής των λαών και ολόκληρων περιοχών από τα ηγεμονικά καπιταλιστικά-ιμπεριαλιστικά κέντρα, μέσω και του ληστρικού μηχανισμού του «χρέους» που εκτινάσσεται διεθνώς. Ταυτόχρονα επιδιώκουν μια στροφή στην πολιτική αντίδραση (αντιδημοκρατικός κατήφορος της ΕΕ, μορφές επιτροπείας και ουσιαστικής κατάργησης της δημοκρατίας με διάρκεια, ενίσχυση της δεξιάς και ακροδεξιάς κ.ά.).

Πάνω στο έδαφος της κρίσης οξύνονται οι ανταγωνισμοί των ιμπεριαλιστικών κέντρων και των αστικών τάξεων σε όλο τον κόσμο. Οι πολεμικές εστίες πολλαπλασιάζονται, οι πολεμικοί εξοπλισμοί αναπτύσσονται παντού (ακόμη και στην καταχρεωμένη Ελλάδα), οι κίνδυνοι για πολεμικές συρράξεις δυναμώνουν. Μέσα στην κρίση του, το κεφάλαιο δεν διστάζει να βάψει τα χέρια του με αίμα προκειμένου να ενισχύσει την θέση του έναντι της εργατικής τάξης και των ανταγωνιστών του, προκειμένου να ξεπεράσει την κρίση του μέσα από την καταστροφή.

Όμως, η καπιταλιστική κρίση δεν ξεπερνιέται παρά τις επιθέσεις των καπιταλιστών στην εργατική τάξη ή τις ενέσεις ρευστότητας που κρατάνε την παγκόσμια οικονομία στην «εντατική» και φουσκώνουν την κερδοσκοπία. Οργανισμοί όπως ο ΟΟΣΑ και το ΔΝΤ παρουσίαζαν τους προηγούμενους μήνες ως «μεγάλη πρόοδο» το γεγονός ότι καταγραφόταν θετικό πρόσημο στις ΗΠΑ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ιαπωνία ταυτόχρονα. Στην πραγματικότητα, κάτω από την επιφάνεια των καθησυχαστικών διαβεβαιώσεων, οι ανησυχίες για την «υγεία» του συστήματος δεν μπορούν να κρυφτούν και διατυπώνονται ανοιχτά. Ακόμα και οι δικοί τους οργανισμοί (έκθεση του ΟΟΣΑ για την παγκόσμια οικονομία) ομολογούν ότι αυτό που παρουσιάζεται διεθνώς (αλλά και εδώ στην Ελλάδα από τον Τσίπρα) ως «ξεπέρασμα της κρίσης» δεν είναι παρά μια αναιμική ανάκαμψη κι ότι η προοπτική μιας νέας ύφεσης είναι κάτι παραπάνω από υπαρκτή. Η συζήτηση γίνεται για το πότε και το πώς αυτή θα ξεσπάσει.

Ένα «καμπανάκι» είναι η άνευ προηγουμένου διόγκωση του ιδιωτικού και δημόσιου χρέους διεθνώς. Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ «Παρά την κάποια απομόχλευση των τελευταίων χρόνων το χρέος των νοικοκυριών και των μη-χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων παραμένει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα σε πολλές χώρες και σε κάποιες συνεχίζει να αυξάνεται». Για τους ίδιους κινδύνους προειδοποιούν και οι πιο «έγκυροι» μηχανισμοί του διεθνούς κεφαλαίου  (ΔΝΤ, Deutsche Bank κ.ά.) που διαπιστώνουν ότι, παρά τις τρομακτικές ενέσεις ρευστότητας για την «διάσωση του τραπεζικού συστήματος» –που υπολογίζονται παγκοσμίως σε 34 τρισ. δολάρια!- τα αποτελέσματα είναι εξαιρετικά φτωχά, την ίδια στιγμή που με τη δημιουργία και τη συσσώρευση τεράστιων βουνών από χρέη και ελλείμματα δημιουργούνται οι όροι για μια ακόμα βαθύτερη ύφεση.

Το υπόβαθρο αυτού του φαύλου κύκλου είναι ότι η ίδια η «υγεία» του συστήματος δεν έχει αποκατασταθεί: Παρά την τεράστια επίθεση για την ανάκαμψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας, η κερδοφορία του κεφαλαίου συνεχίζει να είναι αδύναμη και στα χαμηλότερα επίπεδα όλης της μεταπολεμικής περιόδου. «Με την εξαίρεση της Ιαπωνίας, το 2016 όλες οι οικονομίες είχαν χαμηλότερα ποσοστά κέρδους συγκρινόμενα με το 2007 και σε κάποιες περιπτώσεις πολύ χαμηλότερα. Κατά τα δυο τελευταία χρόνια η κερδοφορία έχει μειωθεί σε όλες τις χώρες, ακόμα και στην Ιαπωνία».[1]

Η σημερινή δομική κρίση του καπιταλισμού, η αδυναμία υπέρβασής της και ανάκτησης «βιώσιμων ρυθμών ανάπτυξης» παρά τα τεράστια ποσά που δαπανήθηκαν για αυτόν τον σκοπό και παρά την ιστορικών διαστάσεων επίθεση στην εργατική τάξη και τους λαούς,  αναδεικνύουν τα ιστορικά όρια του ίδιου του συστήματος. Τα γιγάντια υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια δεν μπορούν να «αξιοποιηθούν» επενδυόμενα στην παραγωγή με τρόπο ικανοποιητικό για το κεφάλαιο, ενώ ούτε η καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και η υπερεκμετάλλευση της εργατικής τάξης και των λαών δεν είναι επαρκείς όροι για την ανάταξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας και το ξεπέρασμα της κρίσης.

Όλα τα γιατροσόφια και τα «μίγματα πολιτικών», των τελευταίων δέκα χρόνων, αντί να ξεπεράσουν την κρίση,  έχουν φορτώσει το σύστημα με νεκρά βάρη, με τους διαχειριστές του να περιπλανούνται σε ένα ναρκοπέδιο με πυκνή ομίχλη. Παράλληλα, οι επιθέσεις στην εργατική τάξη δεν έχουν καταφέρει να δώσουν φτερά στο σύστημα (ιστορικά, ο καπιταλισμός ποτέ δεν ξεπέρασε γενικευμένες κρίσεις εντείνοντας την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης) ούτε βέβαια κατάφεραν να αφαιρέσουν από την εργατική τάξη τη δυνατότητά της να παλεύει συλλογικά, να ενώνεται κόντρα στους διαχωρισμούς, στον αγώνα για τα άμεσα και ιστορικά της συμφέροντα.

Για αυτό τον λόγο όλες οι αστικές αντιλήψεις –οι οποίες επηρεάζουν την συζήτηση και στην αριστερά- που αντιμετωπίζουν την κρίση σαν «χρηματιστηριακή», σαν αποτέλεσμα της «αχαλίνωτης δράσης των τραπεζών» ή ακόμα και σαν κρίση της «ενεργού ζήτησης» έχουν χρεοκοπήσει. Μόνο τα όπλα της μαρξιστικής κριτικής μπορούν να αποκαλύψουν το «κρυμμένο της μυστικό»: ότι πρόκειται για κρίση που έχει την βάση της βαθιά στους νόμους της καπιταλιστικής παραγωγής και του συστήματος εκμετάλλευσης, μια κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, που οδηγεί στην αδυναμία ανάταξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Ο σημερινός καπιταλισμός δεν επιδέχεται λύσεις «κεϋνσιανού τύπου», «ενδιάμεσες» λύσεις ή λύσεις «κοινωνικού συμβολαίου». Γι’ αυτό η σοσιαλδημοκρατία συντάσσεται στη νεοφιλελεύθερη πολιτική, γι’ αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθεί αυτόν τον δρόμο. Γι’ αυτό η αντικαπιταλιστική πολιτική πρόταση δεν είναι κάποιος «ιδεολογικός πόθος», αλλά πηγάζει από την οξύτητα και τον χαρακτήρα των αντιθέσεων του σημερινού καπιταλισμού. Ο συνδυασμός των αδιεξόδων και των ανταγωνισμών των αρχουσών τάξεων με την οργή και τους αγώνες της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων δίνει νέες δυνατότητες για την Αριστερά γενικά και ιδιαίτερα για την επαναστατική, αντικαπιταλιστική αριστερά διεθνώς.

 

Α2. Η κρίση στην καρδιά της ΕΕ: από την οικονομία στην πολιτική

3. Η Ε.Ε. και η ευρωζώνη είναι αναπόσπαστο κομμάτι της κατάστασης του καπιταλισμού παγκόσμια. Μόνο από το 2015 και μετά η ΕΚΤ έχει «ρίξει» περίπου 2,3 τρισ. στη δική της εκδοχή της «ποσοτικής χαλάρωσης». Το ποσό αυτό ισοδυναμεί με το ετήσιο ΑΕΠ της Γαλλίας, που είναι η έκτη οικονομία στον κόσμο! Αυτή η τεράστια «ένεση» κατάφερε να δώσει τους σημερινούς αναιμικούς ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά και ταυτόχρονα να δημιουργήσει μια σειρά ερωτήματα για τα «πυρομαχικά που σώνονται» μπροστά στους αναμενόμενους νέους σπασμούς της κρίσης του συστήματος.

Οι ωρολογιακές βόμβες είναι πολλές. Παράδειγμα αποτελεί η Ιταλία: το ιταλικό δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει το 130% του ΑΕΠ (μόνο η Ελλάδα την ξεπερνάει) ενώ τα ελλείμματα εξακολουθούν να ρουφάνε το 2,5% του ΑΕΠ της χώρας. Η Ιταλία ξοδεύει για την εξυπηρέτηση του χρέους της περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης (περιλαμβανομένης και της Ελλάδας). Την ίδια στιγμή, οι ιταλικές τράπεζες είναι φορτωμένες με ένα βουνό «κόκκινων» δανείων που το καλοκαίρι του 2017 έφταναν τα 350 δισ. ευρώ. Τον Δεκέμβρη του 2016 η ιταλική κυβέρνηση αναγκάστηκε να διασώσει μια από τις αρχαιότερες ιταλικές τράπεζες, την Monte dei Paschi di Siena.

Στην πραγματικότητα η οικονομική κρίση όχι μόνο δεν ξεπερνιέται, αλλά μετατρέπεται και σε πολιτική κρίση, κλονίζοντας τα θεμέλια της «ευρωπαϊκής ενοποίησης». Ο πρώτος σεισμός ήρθε με το δημοψήφισμα στη Βρετανία για το Brexit (έξοδο από την ΕΕ) τον Ιούνη του 2016. Η εξήγηση που έδιναν τότε τα διάφορα επιτελεία (προπαγανδιστικά και μη) ήταν ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος σχετίζεται με κάποιες βρετανικές ιδιορρυθμίες (και με τον υποτιθέμενο ρατσισμό της βρετανικής «λευκής» εργατικής τάξης) και σίγουρα όχι με κάτι που θα απειλήσει σοβαρά το οικοδόμημα της ΕΕ. Τα αποτελέσματα  των γερμανικών εκλογών τον Σεπτέμβρη του 2017 ήρθαν όμως να επιβεβαιώσουν την εικόνα της πολιτικής κρίσης στον «πυρήνα» της Ε.Ε. Τα παραδοσιακά κόμματα που στήριξαν το «θαύμα» του γερμανικού καπιταλισμού μεταπολεμικά και διαχειρίστηκαν την «ευρωπαϊκή ενοποίηση» είδαν τα ποσοστά τους να πέφτουν στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1949 -κι αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία.

Η κυβέρνηση του Ραχόι στην Ισπανία προβαλλόταν επίσης ως παράδειγμα επιτυχημένης «εξόδου από την κρίση». Όμως, ήρθαν οι εξελίξεις και το κίνημα στην Καταλονία και ράγισαν αυτή τη βιτρίνα. Στις εκλογές της 21 Δεκέμβρη στην Καταλονία φάνηκε ανάγλυφα και η αντοχή του κινήματος (ανεξάρτητα από την ηγεσία του) και τα αδιέξοδα της πολιτικής πυγμής του Ραχόι που είχε και έχει την στήριξη όλης της ΕΕ. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πολύ σωστά εξέφρασε την αλληλεγγύη της στο κίνημα που πάλεψε και παλεύει στην Καταλονία, από την σκοπιά των κοινωνικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων των εργαζόμενων και του λαού, και όχι σε συμμαχία με την καταλανική αστική τάξη.

Στην Πορτογαλία αυτό που παρουσιάζεται ως «επιτυχία» της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης, που έχει τη στήριξη της αριστεράς, δεν είναι παρά η διαχείριση της μνημονιακής πραγματικότητας, με οριακές βελτιώσεις απαραίτητες για την πολιτική σταθεροποίηση της κατάστασης. Η τοποθέτηση του πορτογάλου υπουργού Οικονομικών στη θέση του προέδρου του Eurogroup δείχνει ότι αυτή η πολιτική είναι –και στην περίπτωση αυτή- επιθυμητή από τα κέντρα του συστήματος, προς το οποίο λειτουργεί σαν «εφεδρεία».

4. Η ίδια η διαδικασία της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης έχει μπει σε κρίση, που τροφοδοτείται τόσο «από κάτω», από την πλατιά δυσαρέσκεια των μαζών, όσο και «από πάνω» την ένταση των αντιθέσεων και ανταγωνισμών.

Η απάντηση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου είναι η ένταση της αντιδραστικής θωράκισης της οικονομικής και πολιτικής λειτουργίας της Ε.Ε.: θεσμική εμπέδωση και επιβολή των «νεοφιλελεύθερων»-καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, μορφές διαρκούς επιτροπείας, υπουργός οικονομικών για την συγκέντρωση των αποφάσεων, ένταση της ανισομέρειας και των ανισοτήτων, ισχυρή τάση προς την στρατιωτικοποίηση. Όμως το «όχημα» για αυτά τα «προχωρήματα» από την πλευρά του κεφαλαίου, δηλαδή η ανανέωση και ισχυροποίηση του «γαλλογερμανικού άξονα» ως της ατμομηχανής που θα πάει μπροστά την «ευρωπαϊκή ενοποίηση» και θα αναζωογονήσει τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό, μέσα από το «πετυχημένο» δίδυμο Μέρκελ-Μακρόν, δέχτηκε πολύ ισχυρό πλήγμα. Τα σχέδια που πριν από μερικούς μήνες έμοιαζαν και σαν σωσίβιο και σαν όραμα για τις άρχουσες τάξεις της Ε.Ε. -και στα οποία επένδυε και ο Τσίπρας για να δικαιολογήσει την επιλογή ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική έξω από ευρώ και ΕΕ»- έδειξαν νωρίς τα όριά τους.

Όλες αυτές οι εξελίξεις καταρρίπτουν κάθε απάτη περί δυνατότητας της Ε.Ε. να αλλάξει σε φιλολαϊκή κατεύθυνση. Η ΕΕ δεν μεταρρυθμίζεται, δεν τροποποιείται, ανατρέπεται. Γι’ αυτό είναι αναγκαίο παρά ποτέ να δυναμώσουμε την πάλη κατά της Ε.Ε. Η αντικαπιταλιστική διεθνιστική έξοδος από την Ε.Ε. είναι η μόνη προοπτική για τους εργαζόμενους. Δεν χαρίζουμε τα πολύμορφα και αντιφατικά ρεύματα αμφισβήτησης της Ε.Ε. στον αστικό ευρωσκεπτικισμό και την ακροδεξιά.

5. Τα σοκ για τους «από πάνω» θα συνεχιστούν. Τροφοδοτούν και τροφοδοτούνται από τους αγώνες, τις αντιστάσεις και την αμφισβήτηση των «από κάτω».  Η σχέση είναι διαλεκτική. Οι ανταγωνισμοί τόσο στο εσωτερικό των αστικών τάξεων όσο και ανάμεσα στις αστικές τάξεις δεν εκτυλίσσονται σε ένα τοπίο όπου η αντίσταση των «από κάτω» έχει τσακιστεί, εξανεμιστεί ή ενσωματωθεί. Το αντίθετο συμβαίνει.

Το κίνημα στην Καταλονία δεν ξεπήδησε από το πουθενά. Ήταν απότοκο των μαχών ενάντια στη λιτότητα και τις επιθέσεις της δεξιάς από το 2011 τουλάχιστον («πλατείες», απεργίες κλπ). Την ίδια διαδικασία, της αναζήτησης μεγάλων κομματιών εργατών/τριών και νεολαίας προς τ’ αριστερά, προς την πολιτική έκφραση της ταξικής οργής ενάντια στις ατέλειωτες θυσίες που απαιτούν οι άρχουσες τάξεις, τη διακρίνουμε και στην επανεμφάνιση μαζικών «αριστερών» ρεφορμιστικών ρευμάτων, για παράδειγμα γύρω από τον Κόρμπιν ή τον Μελανσόν στη Βρετανία και την Γαλλία. Γνωρίζουμε πολύ καλά τα όρια τέτοιων ηγεσιών και των προγραμμάτων που εκπροσωπούν. Ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ δώσαμε τη μάχη και στην Ελλάδα και διεθνώς, για τη διατήρηση της αυτοτέλειας της επαναστατικής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς σε περιόδους που η ελκτική δύναμη κομμάτων τύπου ΣΥΡΙΖΑ έμοιαζε ακαταμάχητη. Δικαιωθήκαμε σε αυτή την στάση.

Το κέρδισμα του κόσμου που κάνει τα πρώτα βήματα σε μια πορεία προς τα αριστερά, με τις αντιφάσεις και τα όριά του, δεν είναι μονόπρακτο. Η εργατική τάξη και οι λαοί είναι δυνατόν να προσεγγίσουν στην σημερινή εποχή την ανάγκη της αντικαπιταλιστικής ρήξης και των επαναστατικών ιδεών, να φτάσουν πολύ πέρα από τα όρια του κοινοβουλευτικού δρόμου, στο βαθμό όμως που υπάρχει και συγκροτείται με πολιτική και οργανωτική αυτοτέλεια η αντικαπιταλιστική επαναστατική αριστερά, αναπτύσσονται οι απελευθερωτικές και κομμουνιστικές ιδέες σαν στρατηγικά «εναλλακτική απάντηση» στον βάρβαρο καπιταλισμό και δημιουργούνται οι όροι της κοινής δράσης μέσα στους αγώνες και της επαφής με την συνείδηση όλου του δυναμικού που αναζητά προς τα αριστερά. Σε αυτό τον δρόμο βαδίζει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Α3. Η όξυνση των  ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και  το «φαινόμενο» Τραμπ

6. Στο διάστημα που έχει περάσει από την 3η Συνδιάσκεψη οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί έχουν οξυνθεί, η παγκόσμια «αταξία» έχει εξαπλωθεί και τα «θερμά σημεία» στον πλανήτη πολλαπλασιάζονται. Ενώ η ανάφλεξη πριν από δυο χρόνια στην Ουκρανία, ως αποτέλεσμα της τεράστιας όξυνσης του κοινωνικού και εθνικού ζητήματος και του επικαθορισμού του από τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, έμοιαζε να καταλαγιάζει, η Μέση Ανατολή έπαιρνε φωτιά με την κλιμάκωση του πολέμου στην Συρία και την επέμβαση μεγάλων ιμπεριαλιστών και περιφερειακών υποϊμπεριαλισμών στην σφαγή που εξελισσόταν εκεί.

Σήμερα το «μέτωπο» των ανταγωνισμών στη Μέση Ανατολή παραμένει ενεργό. Το 2017 τελειώνει με το μαζικό Παλαιστινιακό κίνημα να δίνει ηρωικές μάχες μετά τη μονόπλευρη αναγνώριση από τον Τραμπ της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του κράτους-τρομοκράτη του Ισραήλ. Την ίδια στιγμή, η διεθνής αναμέτρηση στην Συρία δυναμώνει αντί να καταλαγιάζει μετά την ήττα του ISIS και εμπλέκει ολοένα και περισσότερο τα γειτονικά κράτη (Τουρκία, Ιράν, Ιράκ, με κλιμάκωση κα των ισραηλινών στρατιωτικών προκλήσεων) αλλά και τις βασικές ιμπεριαλιστικές χώρες (Ρωσία-ΗΠΑ), που συμμετέχουν με σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις, σε κίνδυνο άμεσης αντιπαράθεσης.

Κλιμακώθηκε επίσης η ιμπεριαλιστική επέμβαση στην Υεμένη με τη στρατιωτική εισβολή της Σαουδικής Αραβίας και άλλων και τον σφαγιασμό του λαού της Υεμένης. Η Σαουδική Αραβία, εξάλλου, σε στενή συνεργασία με τις ιμπεριαλιστικές ΗΠΑ, έχει φθάσει ήδη στην 3η θέση των στρατιωτικών εξοπλισμών παγκόσμια, με ευρύτερες βλέψεις ηγεμόνευσης στην περιοχή (βλ. και τη σύγκρουση με το Κατάρ) και σε μετωπική σύγκρουση με το Ιράν.

Η κρίση στην Κορεατική χερσόνησο, με τις συνεχείς απειλές του Τραμπ ότι μπορεί να αφανίσει τη Βόρεια Κορέα κάθε φορά που το  αυταρχικό καθεστώς της προχωράει σε πυρηνική δοκιμή ή εκτόξευση πυραύλου, αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τα πιο θερμά σημεία του πλανήτη. Αυτή η εστία έντασης δεν είναι δημιούργημα «δυο τρελών». Είναι προϊόν ευρύτερων ανταγωνισμών. Μέσω της Κορέας ο Τραμπ επιχειρεί να κλιμακώσει τις αμερικάνικες πιέσεις πάνω στην Κίνα.

Η Κίνα αποτελεί μια αναδυόμενη ιμπεριαλιστική δύναμη που κινείται πλέον οικονομικά όχι μόνο με τεράστιες εξαγωγές εμπορευμάτων αλλά και με εξαγωγές κεφαλαίων σε πολλές χώρες που παλιά ήταν προνομιακό πεδίο των ηγεμονικών καπιταλιστικών κρατών της Δύσης (ιδιαίτερα στην Αφρική αλλά και στη Νοτιοανατολική Ασία). Ταυτόχρονα όμως αποτελεί πολύτιμο εμπορικό εταίρο και των ΗΠΑ και της Ε.Ε. και κυρίως διαθέτει τεράστια αποθεματικά σε δολάρια τα οποία είναι τοποθετημένα σε αμερικανικά ομόλογα. Ένας ανοιχτός οικονομικός πόλεμος των ΗΠΑ κατά της Κίνας δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Επιπλέον, η Κίνα αμφισβητεί στρατιωτικά τον αμερικάνικο έλεγχο στον Ειρηνικό Ωκεανό, αλλά μια ευθεία στρατιωτική αντιπαράθεση ΗΠΑ-Κίνας είναι δύσκολη για πολλούς λόγους. Αναγκαστικά, οι ανταγωνισμοί παίρνουν πλάγιες μορφές. Και σε αυτές πρέπει να προσθέσουμε και τους ανταγωνισμούς με την Ε.Ε. που ανησυχεί για την κινεζική διείσδυση στην ανατολική Ευρώπη.

Η απόφαση του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ τον Σεπτέμβρη του 2017 εκτιμούσε ότι: “Ένα περίπου χρόνο μετά την ανάδειξη Τραμπ στις ΗΠΑ, κλιμακώνεται η πολεμοκάπηλη πολιτική απέναντι σε όποια χώρα θεωρεί αντίπαλο. Βενεζουέλα, Β. Κορέα, Ιράν έχουν μπει στο στόχαστρο των ΗΠΑ, με τελευταίο δείγμα την ανατριχιαστική ομιλία του Τραμπ στην ΓΣ του ΟΗΕ. Μέσα  στις ίδιες τις ΗΠΑ οι αντιφάσεις και οι αντιθέσεις οξύνονται. Οι αμφιβολίες για την οικονομική πολιτική, για την ουσία της πολιτικής «Αmerica first», της δυνατότητας να εφαρμόσει πολιτικές «προστατευτισμού» -όπως υποσχόταν- στην εποχή της καπιταλιστικής «παγκοσμιοποίησης», η ευστάθεια του πολιτικού συστήματος, οι σχέσεις με την ακροδεξιά, αλλά και η εξωτερική πολιτική  (απόσυρση από την συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, όξυνση της επιθετικής ρητορικής στα «ανοιχτά μέτωπα» με Ρωσία, Βόρεια Κορέα, Κίνα, Ιράν κλπ) οξύνουν τις αντιθέσεις στους κόλπους του αμερικάνικου κεφαλαίου ενώ δεν δείχνουν έως τώρα να μπορούν να εδραιώσουν την ηγετική θέση του αμερικάνικου καπιταλισμού στο παγκόσμιο σύστημα”. Αυτή η σωστή εκτίμηση επιβεβαιώνεται από τις νέες εξελίξεις.

7. Σε εποχές κρίσης, σημαντικό τμήμα των κεφαλαίων επιστρέφει στην «εθνική του βάση», με αποτέλεσμα να επιδιώκονται μέτρα στήριξης του κεφαλαίου, «οικονομικού πολέμου» ή/και «προστατευτισμού», να υψώνονται τείχη (με πρώτο στόχο πρόσφυγες, μετανάστες και μειονότητες), να αναπτύσσεται η εθνική ρητορική, ως μέσο για τη διεκδίκηση καλύτερης θέσης των κεφαλαίων αυτών στον διεθνή καταμερισμό. Προφανώς δεν έχουμε το «τέλος της παγκοσμιοποίησης», αλλά μια βαθιά κρίση της υπάρχουσας μορφής καπιταλιστικής διεθνοποίησης και μια προσπάθεια ανασυγκρότησής της. Αυτή η προσπάθεια είναι το ταξικό περιεχόμενο της «εθνικής» ή «αντιπαγκοσμιοποιητικής»  ρητορικής του Τραμπ, της Μέη,  άλλων τμημάτων του κεφαλαίου και των κυβερνήσεών του (Ανατολική Ευρώπη κλπ) και τμημάτων της ακροδεξιάς (όπως η Λεπέν κ.ά.). Η τάση αυτή, σε διαφορετικό βαθμό, εκφράζεται σε όλες τις χώρες και στις αστικές πολιτικές δυνάμεις, είτε εμφανίζονται ως εθνικιστές είτε ως κοσμοπολίτες.

Για τον λόγο αυτό χρειάζεται αυστηρός διαχωρισμός από όλες αυτές τις αστικές δυνάμεις. Το περιεχόμενο της «εθνικής» και «αντιπαγκοσμιοποιητικής» τους πολιτικής είναι βαθύτατα αντιδραστικό. Η ανειρήνευτη πάλη μας όχι μόνο ενάντια στην Ε.Ε., αλλά ενάντια στους θεσμούς του διεθνοποιημένου καπιταλισμού (ΔΝΤ, ΟΟΣΑ, CETA κλπ) γίνεται σταθερά από εργατικές διεθνιστικές θέσεις.

8. Αποτέλεσμα της όξυνσης των ανταγωνισμών είναι το πύκνωμα των πολεμικών συγκρούσεων και η απειλή εκδήλωσης γενικευμένων πολέμων σε περιφερειακό ή και ευρύτερο επίπεδο, με πιθανή άμεση συμμετοχή και αντιπαράθεση ηγετικών καπιταλιστικών κρατών.

Η αμφισβήτηση της ηγεμονίας τους, οδηγεί τις ΗΠΑ σε πολιτικοστρατιωτική και οικονομική αντεπίθεση, η οποία δημιουργεί νέες μεγάλες απειλές για την ειρήνη στον πλανήτη, ιδιαίτερα στην περιοχή μας, αλλά και σε Ειρηνικό, βόρεια Ευρώπη κ.α. Εντείνεται η κούρσα των ανταγωνισμών και της πολεμικής προετοιμασίας στην οποία, εκτός των ΗΠΑ, συμμετέχουν με ένταση και η Κίνα, η Ρωσία, η Γερμανία και συνολικά η ΕΕ. Η ΕΕ στρατιωτικοποιείται ραγδαία μέσω της συγκρότησης της PESCO, της Μόνιμης Δομής Συνεργασίας για την άμεση ανάπτυξη του ευρωστρατού, της ανάπτυξης του ευρωπαϊκού σχηματισμού μάχης, του ευρωστρατηγείου επεμβάσεων, της ακτοφυλακής-συνοριοφυλακής κ.ά. Τα κράτη-μέλη της επεμβαίνουν σε μια σειρά χώρες (Λιβύη, υποσαχάρια Αφρική, Αφγανιστάν κ.λπ.).

Διαμορφώνεται δυναμική νέων προσφυγικών ρευμάτων, τα οποία αντιμετωπίζουν τα ματωμένα τείχη της ΕΕ, ανεβάζοντας το βαρύ τίμημα σε ανθρώπινες ζωές στη Μεσόγειο. Η ανάπτυξη του αντιπολεμικού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος σε σύνδεση με τον συνολικό αντικαπιταλιστικό αγώνα γίνεται θέμα κυριολεκτικά ζωής και θανάτου για τους λαούς.

 

Α4. Στροφή του συστήματος στην πολιτική αντίδραση. Η ακροδεξιά και φασιστική απειλή και η απάντηση της Αριστεράς

9. Στο πολιτικό σύστημα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια στροφή στην «αντίδραση σε όλη την γραμμή». Όλοι οι μοχλοί της εξουσίας συγκεντρώνονται όλο και περισσότερο απευθείας στα χέρια του κεφαλαίου, ενισχύεται η εκτελεστική εξουσία και το αστικό «βαθύ κράτος», καθώς και οι μηχανισμοί σύνδεσης με τις καπιταλιστικές ολοκληρώσεις. Εμπεδώνονται μηχανισμοί μόνιμης επιτροπείας. Αυταρχικοποιείται το κράτος, στο οποίο αναβαθμίζεται η χρήση της βίας (άμεσης ή έμμεσης) κατά του λαού, ο έλεγχος, η παρακολούθηση, ο εργοδοτικός δεσποτισμός, χτυπιούνται οι δημοκρατικές κατακτήσεις και ελευθερίες. Αποδεικνύεται ότι ο καπιταλισμός είναι ασύμβατος με τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις κατακτήσεις των εργαζόμενων.

Όψη της πολιτικής κρίσης και της πόλωσης είναι η εμφάνιση της ακροδεξιάς και των φασιστών. Οι ρατσιστικές-ισλαμοφοβικές εκστρατείες είναι κεντρικός άξονας της στρατηγικής των αρχουσών τάξεων για να διαιρέσουν την εργατική τάξη, να απομονώσουν και να κατακερματίσουν τις αντιστάσεις. Αυτές οι πολιτικές, τα κλειστά σύνορα, οι «φράχτες», η «Ευρώπη-Φρούριο» γεμίζουν τη Μεσόγειο πτώματα, γεμίζουν τα σκλαβοπάζαρα της Λιβύης και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στα νησιά. Παράλληλα είναι το θερμοκήπιο για την ανάπτυξη των φασιστών, της Λεπέν, του AfD που μπήκε στην γερμανική βουλή, του Κόμματος της «Ελευθερίας» που μπήκε στην κυβέρνηση της Αυστρίας, την επανεμφάνιση των βρυκολάκων του φρανκισμού στο ισπανικό κράτος αλλά ακόμα και στους δρόμους της Αμερικής κάτω από την ομπρέλα του Τραμπ όπως είδαμε το καλοκαίρι στη Σαρλότσβιλ με τη δολοφονία της Χεδερ Χάγιερ.

Η μάχη ενάντια στον ρατσισμό και την ισλαμοφοβία, τα κλειστά σύνορα είναι κορυφαία πολιτική μάχη για την Αριστερά και το κίνημα διεθνώς. Είμαστε αντίθετοι σε οποιαδήποτε υποτίμηση αυτής της μάχης. Όταν η Αριστερά πρωτοστατεί σε αυτή τη μάχη, δημιουργεί την καλύτερη προϋπόθεση για να επικοινωνήσει και να συνδεθεί με την αντιφασιστική οργή εκατομμυρίων ανθρώπων στην Ευρώπη και την Αμερική.

Δίνουμε την μάχη αυτή με ενωτικό μαζικό τρόπο. Επιδιώκουμε  το αντιφασιστικό-αντιρατσιστικό κίνημα να παίρνει αντικυβερνητικά αντιΕΕ χαρακτηριστικά. Απευθυνόμαστε σταθερά για τον αντιφασιστικό αγώνα  σε όλες τις δυνάμεις της μαχόμενης αριστεράς και της αυτονομίας για μαχητική ενωτική δράση. Υποστηρίζουμε τις πρωτοβουλίες συντονισμού του διεθνούς αντιρατσιστικού και αντιφασιστικού κινήματος, όπως αυτή για τις 17 Μάρτη που καλούν η ΚΕΕΡΦΑ ο ΣΥΠΡΟΜΕ και ένα πλήθος αντιρατσιστικών, αντιφασιστικών και άλλων συλλογικοτήτων.

Α5. Καπιταλισμός και περιβάλλον σχέση καταστροφής

10. Το κεφάλαιο αντιμετωπίζει τη φύση, το φυσικό και δομημένο περιβάλλον, ως αναλώσιμο, καύσιμη ύλη για την κερδοφορία του. Αποτέλεσμα; Κλιματική αλλαγή με ανυπολόγιστες συνέπειες, πρωτοφανής περιβαλλοντική καταστροφή, ρύπανση και μόλυνση, πόλεις-τέρατα,  εξάντληση των φυσικών πόρων, μεταλλαγμένα, επέλαση των «επενδυτών» ενάντια σε κάθε δημόσιο, πολιτιστικό, ιστορικό και κοινωνικό αγαθό. Το σύνολο των περιβαλλοντικών προβλημάτων πηγάζει από την καθολική υπαγωγή όλων των πλευρών της κοινωνικής ζωής και της φύσης στο καθεστώς της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, της διευρυμένης εμπορευματικής παραγωγής και της κεφαλαιακής συσσώρευσης.

Ο σύγχρονος  καπιταλισμός, στο όνομα της «ανάπτυξης» προκαλεί μια ιστορικά ποιοτική αρνητική μεταβολή στους όρους της ζωής στον πλανήτη Γη. Εντέλει, χωρίς την απαλλαγή της κοινωνίας και της φύσης από τα δεσμά των καπιταλιστικών σχέσεων είναι αδύνατη και η ισορροπία του ανθρώπου με το «ανόργανο σώμα» του (Μαρξ), τη φύση, και η οικολογική ισορροπία αυτή καθαυτή.

Η πλημμύρα στην Μάνδρα, που οδήγησε σε θάνατο 23 ανθρώπους και κατέστρεψε την πόλη, ανέδειξε τις εγκληματικές συνέπειες του καπιταλισμού στο περιβάλλον και στη χώρα μας. Πλάι στο έγκλημα της Μάνδρας, υπάρχει ατελείωτος κατάλογος τέτοιων περιβαλλοντικών εγκλημάτων, από τις Σκουριές στη Χαλκιδική μέχρι το παλιό αεροδρόμιο του Ελληνικού και από την εξόρυξη πετρελαίου στην Ήπειρο και την τσιμεντοποίηση της περιοχής Τοπλού στο Λασίθι μέχρι το ιδιωτικό ποδοσφαιρικό γήπεδο στη Νέα Φιλαδέλφεια.

Στην Ελλάδα έχει στηθεί ένα πανηγύρι κερδοσκοπίας πάνω στη γη και στο περιβάλλον με πρωταγωνιστές μεγαλοκαπιταλιστές, τράπεζες, επενδυτικά funds, με την αρωγή και κατεύθυνση των δανειστών μέσω του υπερταμείου, της ΕΕ με τα στοχευμένα σ' αυτή την κατεύθυνση προγράμματα χρηματοδότησης της κυβέρνησης και των περιφερειών. Δεν είναι τυχαίο ότι η πληγείσα από τις πλημμύρες περιοχή του Θριάσιου (από τις πιο υποβαθμισμένες και χωρίς υποδομές περιοχές της Ελλάδας) προορίζεται για ένα απέραντο Logistics Πάρκο σε σύνδεση με τις ιδιωτικές προβλήτες της Cosco στο λιμάνι του Πειραιά, την ιδιωτικοποιημένη ΤΡΑΙΝΟΣΕ για μεταφορές στην Ευρώπη και τις οδικές αρτηρίες της Αττικής Οδού και της Ολυμπίας Οδού. Όλο αυτό το σχέδιο πατάει, μεταφορικά και κυριολεκτικά, στα μπαζωμένα ρέματα της περιοχής με κίνδυνο να επαναληφθεί η τραγωδία του Νοέμβρη. 

Η θυσία του περιβάλλοντος στο βωμό του κέρδους πάει χέρι χέρι με την πολιτική των μνημονίων: Περικοπές και ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων οργανισμών και δομών και των παρεχόμενων υπηρεσιών και έργων, είτε άμεσα είτε μέσω ΣΔΙΤ, παραχωρήσεις δημόσιων δομών και εκτάσεων σε ιδιώτες, παράκαμψη της προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος. Βασικά έργα υποδομής για τη ζωή και την υγεία των κατοίκων δεν γίνονται, γιατί δεν είναι επικερδή για το κεφάλαιο, ενώ τα κερδοφόρα, για το κεφάλαιο, φαραωνικά και άχρηστα για τον κόσμο έργα προωθούνται με διαδικασίες fast track. Η «ανάπτυξη» που επαγγέλλονται βασίζεται ακριβώς σε αυτό το δίπολο.

 

Α6. Η ένταση της έμφυλης καταπίεσης και το γυναικείο κίνημα

11.       Μέσα στα χρόνια της κρίσης, οι σεξιστικές διακρίσεις, τα φαινόμενα έμφυλης βίας στην οικογένεια, στην εργασία, στο δρόμο ενάντια σε γυναίκες και ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αυξάνονται και πάνε χέρι-χέρι με τις οικονομική ανισότητα, την ψαλίδα στους μισθούς, τη διάλυση των  δομών του κράτους πρόνοιας, τα χτυπήματα στις γυναικείες κατακτήσεις που κερδήθηκαν με αγώνες μια προηγούμενη περίοδο.

Οι πρώτες πράξεις της κυβέρνησης Τραμπ έστειλαν σαφές μήνυμα. Κατάργηση του βραχύβιου προγράμματος δημόσιας περίθαλψης, του γνωστού ObamaCare, με βαθύτατες συνέπειες για τις γυναίκες, με την κατάργηση της παροχής δωρεάν εξετάσεων προγεννητικού ελέγχου να είναι μία από τις πλέον σοβαρές. Οι πολιτικές αυτές είναι κοινές σε όλο τον δυτικό κόσμο: Στην Ισπανία, στην Ιρλανδία, στην Πολωνία και στην Τουρκία οι κυβερνήσεις προσπάθησαν να περάσουν νόμους που θα καταργούσαν επί της ουσίας το δικαίωμα στην άμβλωση. Στην Αγγλία κλείνουν οι στέγες για τις κακοποιημένες γυναίκες. Στην Ρωσία ψηφίστηκε νόμος που περιορίζει τις ποινές στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, κάτω και από την πίεση της ορθόδοξης εκκλησίας. Σύμφωνα με την Έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (2016), οι ευκαιρίες συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας είναι 27% λιγότερες σε σχέση με τους άνδρες, το 57% των μερικά απασχολούμενων είναι γυναίκες, ο μέσος όρος της μισθολογικής διαφοράς ανάμεσα στους άνδρες και στις γυναίκες είναι 23%. Η περίφημη ισότητα των δυο φύλων στην πράξη έχει μείνει στα χαρτιά.

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2016, η ανεργία των γυναικών φτάνει στο 27,6% έναντι του 19,4 των αντρών. Στις νέες γυναίκες, 15-24 ετών, το παραπάνω ποσοστό φτάνει στο 52,5%. Η διάλυση των εργασιακών σχέσεων αλλά και των δημόσιων δομών υγείας και πρόνοιας έχει μετατρέψει τη μητρότητα από δικαίωμα σε βραχνά για τις γυναίκες. Για μια άνεργη ή χαμηλόμισθη εργαζόμενη είναι σχεδόν αδύνατο να καλύψει τα απαραίτητα έξοδα, ενώ δεν είναι λίγα τα παραδείγματα όπου γυναίκες έχασαν τη δουλειά τους λόγω εγκυμοσύνης.

 

Α5. Η επικαιρότητα της πάλης για τον κομμουνισμό

12. Το δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», καπιταλιστική επίθεση ή ανατρεπτική πάλη, επανάσταση και κομμουνιστική απελευθέρωση έρχεται αντικειμενικά στο ιστορικό προσκήνιο με νέα δυναμική.

Μόνο η θετική, δημιουργική δύναμη της σύγχρονης εργατικής τάξης, με τις αναβαθμισμένες γνώσεις και δυνατότητες, με την οργάνωση και την προοπτική της μπορεί αντικειμενικά να ανοίξει δρόμους για την απελευθέρωση του εαυτού της και για την απελευθέρωση όλης της κοινωνίας από τα δεσμά του κέρδους, της ιδιοκτησίας, της εκμετάλλευση.

Η στρατηγική κομμουνιστική απάντηση στην καπιταλιστική ΤΙΝΑ είναι ο δρόμος της εργατικής και λαϊκής αντεπίθεσης, της συγκέντρωσης πρωτοπόρων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, της ανατροπής των κρατικών πολιτικών συσχετισμών, της ανατροπής της αντιλαϊκής επίθεσης και των διαχειριστών της αστικής εξουσίας και κυριαρχίας, με την εργατική αντικαπιταλιστική επανάσταση, που έχει ως τελικό στόχο την σοσιαλιστική-κομμουνιστική νέα κοινωνία των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών του κοινωνικού πλούτου, με πλήρη κατάργηση κάθε κυριαρχίας, αποξένωσης και αλλοτρίωσης, με πλήρη αρμονία ανθρώπου-φύσης.

 

Β. Η συγκυρία στην Ελλάδα

Β1. «Κανονικότητα»; Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

13. Η κυβερνητική προπαγάνδα «δίνει τα ρέστα της» για να πείσει ότι «βγαίνουμε από το τούνελ» των μνημονίων και ότι πλέον θα υπάρχουν τα περιθώρια για φιλολαϊκή διαχείριση. Λέει ψέματα. Ούτε η πραγματικότητα της παγκόσμιας οικονομίας ούτε η κατάσταση του ελληνικού καπιταλισμού ανταποκρίνονται σε αυτές τις δοξασίες.

Η κυβέρνηση και τα φιλικά της ΜΜΕ πανηγυρίζουν σαν επιβεβαίωση της «επιστροφής στην κανονικότητα» το γρήγορο κλείσιμο της «τρίτης αξιολόγησης». Τι σημαίνει πραγματικά για την εργατική τάξη, τη νεολαία, τους φτωχούς αυτή η «επιτυχία» το δείχνει ανάγλυφα ο προϋπολογισμός του 2018 με το κανιβαλικό πρόγραμμα περικοπών που διαλύουν σχολεία, σχολές, νοσοκομεία, κάθε κοινωνική υπηρεσία.

Τα μέτρα του πρόσφατου πολυνομοσχεδίου ήρθαν να προσθέσουν περικοπές μισθών και συντάξεων, περαιτέρω διάλυση του κοινωνικού κράτους, προσπάθεια ιδιωτικοποίησης κάθε δημόσιου αγαθού (ρεύμα, νερό, συγκοινωνίες) με το πέρασμα των ΔΕΚΟ στο υπερταμείο. Όλα αυτά προστίθεται στην υπερχρέωση των νοικοκυριών και τη φτώχεια που έχουν επιβληθεί με τα προηγούμενα Μνημόνια και τα διαδοχικά προαπαιτούμενα. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ακολουθεί πολιτική αρπαγής λαϊκής κατοικίας και περιουσίας με χιλιάδες πλειστηριασμούς και κατασχέσεις, με προώθηση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και του ιδιώνυμου ενάντια σε όποιον αντιστέκεται. Την ίδια στιγμή, προσπαθεί να υλοποιήσει τη χειρότερη επίθεση στο δικαίωμα στην απεργία και στα πρωτοβάθμια συνδικάτα από την εποχή του ν. 330. Η Αχτσιόγλου παίρνει τη σκυτάλη απ’ τον …Λάσκαρη.

Χαρακτηριστικές είναι και οι τομές που επιχειρεί στην εκπαίδευση: Υιοθετεί τις «καλές πρακτικές» του ΟΟΣΑ. Συνεχίζει την αντιδραστική αναδιάρθρωση,  επεκτείνει τον νόμο Διαμαντοπούλου. Κλιμακώνει την επίθεση στα μορφωτικά δικαιώματα μαθητών και στα εργασιακά των εκπαιδευτικών (σχολείο της αγοράς – επιχειρηματικότητα, συγχωνεύσεις, αύξηση ωραρίου κ.α. που ενσωματώθηκαν στο  πολυνομοσχέδιο με τα προαπαιτούμενα) καθώς και στο  Νέο Λύκειο που εντείνει τους ταξικούς φραγμούς, σπρώχνοντας τους νέους στη μαθητεία και στην μισοκατάρτιση. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τους άθλιους μισθούς (και την πρόβλεψη να πληρώνονται λιγότερα οι κάτω των 25!), οδηγούν σε τεράστια ένταση της εκμετάλλευσης των νέων που βγαίνουν στην αγορά εργασίας.

Η «έξοδος από τα Μνημόνια» που σκηνοθετεί η κυβέρνηση για το καλοκαίρι του 2018 είναι μια επικοινωνιακή φούσκα εσωτερικής κατανάλωσης (ανάλογη με την «έξοδο στις αγορές» του Σαμαρά και του Τσακαλώτου). Οι συμφωνίες που έχουν συνομολογηθεί με την ΕΕ και την ΕΚΤ περιλαμβάνουν την «επιτήρηση» της ελληνικής οικονομίας και την επιτροπεία μέχρι τουλάχιστον το 2060. Για τις επόμενες δεκαετίες τα πρωτογενή πλεονάσματα που έχουν συμφωνήσει ισοδυναμούν με διαρκή αιματηρή λιτότητα για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα.  

Στο χρονικό διάστημα που πέρασε από την 3η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ο δεξιός κατήφορος του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση πήρε εντυπωσιακές διαστάσεις. Το 2016 ο Τσίπρας κι οι υπουργοί του είχαν το θράσος να ισχυρίζονται ότι παρά την συνθηκολόγηση του καλοκαιριού του 2015 και την υπογραφή του τρίτου μνημονίου, θα κάνουν «αριστερή» και «κοινωνικά ευαίσθητη» διαχείριση. Ένα χρόνο μετά ο Τσίπρας κι ο Τσακαλώτος ούτε λίγο ούτε πολύ περηφανεύονται ότι η κυβέρνησή τους εξασφάλισε μεγαλύτερα πρωτογενή πλεονάσματα από του Σαμαρά. Πλέον η «αριστερή διαχείριση» των μνημονίων είναι τα ψίχουλα του «κοινωνικού μερίσματος».  

Δυο χρόνια πριν ο ΣΥΡΙΖΑ ισχυριζόταν ότι μετά το «Μπρεστ Λιτόφσκ» που «αναγκάστηκε» να αποδεχθεί, θα χτίσει συμμαχίες (όπως το περίφημο «μέτωπο του νότου») για να ανατρέψει τη λιτότητα. Τώρα, έφτασε στο σημείο να αγκαλιάζει τον Ραχόι όταν τσαλαπατάει τα δημοκρατικά δικαιώματα της Καταλονίας, να συμβουλεύει τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία να συγκυβερνήσει με τη… Μέρκελ και να ταυτίζεται με κάθε επιδίωξη του Τραμπ.

Συνολικά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αποτελεί κυβέρνηση δουλικής εξυπηρέτησης των αστικών συμφερόντων, που προωθεί, κλιμακώνει και δικαιολογεί τις αντιδραστικές μνημονιακές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, στα χνάρια όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ), εχθρική προς τον λαό και το μαζικό κίνημα. Βρίσκεται σε ρήξη με την Αριστερά. Έχει πάρει το «χρίσμα» από ΕΕ και ΗΠΑ, από ντόπιο και ξένο κεφάλαιο ως η κυβέρνηση που μπορεί να περάσει τα αντιλαϊκά μέτρα. Εκφράζει τη «συνέχεια του κράτους», ειδικά στους κατασταλτικούς μηχανισμούς.

Τα παραπάνω σημαίνουν ότι η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ που εκδηλώθηκε με τη διάσπασή του το καλοκαίρι του 2015 δεν είναι παρελθόν. Η σχέση του με τις λαϊκές μάζες που τον στήριξαν θα μπαίνει σε όλο και πιο βαθιά δοκιμασία. Και γιατί οι υποσχέσεις για «έξοδο από τα μνημόνια» μέσω της εφαρμογής τους συνθέτουν μια ναρκοθετημένη διαδρομή αλλά κυρίως γιατί τα απανωτά σοκ από τις δεξιές μεταστροφές της κυβέρνησης δεν έχουν οδηγήσει για την ώρα την εργατική τάξη και στη νεολαία σε δεξιά μετατόπιση, ούτε σε ένα ανερχόμενο, επιθετικό ρεύμα υπέρ της ΝΔ ή της ΔΗΣΥ, της αστικής πολιτικής ή των φασιστών.

B2. Εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Επιθετική πολιτική για την γεωπολιτική αναβάθμιση της αστικής τάξης κάτω από την μπαγκέτα των ΗΠΑ

14. Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής η κυβέρνηση συνεχίζει την  επικίνδυνη πολιτική ευθυγράμμισης με ΗΠΑ/ΝΑΤΟ-ΕΕ και τον άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου-Ισραήλ, με στόχο την αναβάθμιση της θέσης και του ρόλου της ελληνικής αστικής τάξης στη διεκδίκηση των ενεργειακών πόρων και των δρόμων μεταφοράς τους στην ευρύτερη περιοχή.

Η επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα και των υπουργών του στις ΗΠΑ και η συνάντηση με τον πρόεδρο Τραμπ σήμαναν την ακόμα βαθύτερη πρόσδεση στους τυχοδιωκτισμούς των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και το χάος των ανταγωνισμών στην ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Η ελληνική κυβέρνηση εμφανίστηκε πρόθυμη να συμμετάσχει ως «στρατηγικός εταίρος» στα εγκλήματα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, αποσκοπώντας σε ανταλλάγματα που θα αναβαθμίσουν τη θέση του ελληνικού καπιταλισμού στην περιοχή σε σχέση με τον τουρκικό καπιταλισμό (ΑΟΖ, επέκταση χωρικών υδάτων κλπ). Όποτε η ελληνική ολιγαρχία έκανε αντίστοιχες τυχοδιωκτικές επιλογές οδηγηθήκαμε σε τραγωδίες.

Οι δύο κυβερνήσεις Ελλάδας και Τουρκίας αναπτύσσουν μια ρητορική και παίρνουν και αντίστοιχα μέτρα επιθετικής αλλαγής του status quo στην περιοχή. Η ελληνική κυβέρνηση διατυπώνει την πρόθεσή της να επεκτείνει τα χωρικά ύδατα στα 12 μίλια, επιδίωξη που θα δημιουργήσει μεγάλη όξυνση του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού. Συμφώνησε ήδη σε ένα τεράστιο πρόγραμμα εξοπλισμών, άνω των 2 δισ. δολαρίων, κυρίως από τις ΗΠΑ.

Η τουρκική κυβέρνηση Ερντογάν οξύνει την «αναθεωρητική φιλολογία», και διατυπώνει πιο ανοιχτά την πολεμική απειλή, ακόμα και για κατάληψη εδαφών, παράλληλα με το δικό της πρόγραμμα εξοπλισμών-μαμούθ από Ρωσία και ΗΠΑ.

Συνολικά τα συμφέροντα των λαών της περιοχής δεν έχουν σε τίποτα να κάνουν με τους ανταγωνισμούς των αστικών τάξεων, με το κλίμα εθνικισμού, ρεβανσισμού και πατριδοκαπηλίας που προωθούν οι αστικοί κύκλοι. Ο ανταγωνισμός αυτός είναι αντιδραστικός και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου. Οι λαοί δεν θα οδηγηθούν στη σφαγή για το αν την ΑΟΖ θα την εκμεταλλευτεί η NOBBLE ή η ROSNEFT,  Έλληνες ή Τούρκοι καπιταλιστές. Επιτακτική είναι η ανάγκη ενός ενωτικού αντιιμπεριαλιστικού και αντιπολεμικού κινήματος για την αποτροπή των σχεδίων του ιμπεριαλισμού και των αστικών τάξεων.

15. Σε σύνδεση με τα παραπάνω, σημαντικές εξελίξεις υπάρχουν και στο Κυπριακό. Οι έως τώρα  προτεινόμενες «λύσεις» του κυπριακού είναι ανάλογες με το «σχέδιο Ανάν» και δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε αποτέλεσμα προς όφελος των λαών.

Το «κυπριακό πρόβλημα» έχει την βάση του στις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις να αποτελεί η Κύπρος το «αβύθιστο αεροπλανοφόρο» στις πολεμικές τους εξορμήσεις στην Μέση Ανατολή και τον αντιδραστικό ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό. Η ύπαρξη και ο ρόλος των βρετανικών βάσεων, οι εθνικιστικές εκκαθαρίσεις των τουρκοκυπρίων και οι εκτοπίσεις τους σε θύλακες σε όλο το νησί, το πραξικόπημα Σαμψών που οργάνωσε η ελληνική Χούντα, η τουρκική εισβολή στη Κύπρο το 1974 και η κατοχή του βόρειου τμήματός της, είναι μερικά από τα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί ενάντια στον κυπριακό λαό (ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους), από τις αστικές τάξεις Ελλάδας και Τουρκίας, πάντα με το σιγοντάρισμα των Μεγάλων Δυνάμεων και κυρίως της «εγγυήτριας δύναμης» Βρετανίας και με όχημα τον εθνικισμό από όλες τις πλευρές.

Γι’ αυτό σήμερα γίνεται όλο και πιο καθαρό ότι μόνο με την παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα, με την κοινή πάλη ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων, που ήδη κάνει την εμφάνισή της,  μπορεί να επιβληθεί μια δίκαιη και ειρηνική λύση πέρα και ενάντια στους οικονομικούς και γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των αστικών τάξεων Ελλάδας, Τουρκίας και Κύπρου. 

Αυτή η κοινή πάλη θα ανοίξει το δρόμο για μία Κύπρο ενιαία, ανεξάρτητη, χωρίς ξένους στρατούς (αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής και του ελληνικού στρατού), χωρίς ξένες βάσεις και εγγυήτριες δυνάμεις, με αναγνώριση της εθνοτικής «διπλής φύσης» του ενιαίου κράτους, κατοχύρωση των δικαιωμάτων και του ρόλου της τουρκοκυπριακής κοινότητας ώστε ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι να μπορούν να ζουν μαζί ειρηνικά και να πάρουν στα χέρια τους και τη ζωή τους και την κοινωνία.

16. Αντίστοιχη διεθνιστική στάση απαιτείται και στο ζήτημα του «Μακεδονικού». Παρά την υπερπροβολή του ζητήματος της ονομασίας, το πραγματικό ζήτημα είναι η προσπάθεια να λυθούν οι εκκρεμότητες για την ένταξή της χώρας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, όπως απαιτεί ο σχεδιασμός των ΗΠΑ και ο ανταγωνισμός οικονομικής και γεωπολιτικής επιρροής των καπιταλιστικών κέντρων (ΗΠΑ-Ρωσία-ΕΕ) και των γειτονικών κρατών (Ελλάδα, Τουρκία, Βουλγαρία, Σερβία, Αλβανία).

Η άρχουσα τάξη στην χώρα μας είδε εξαρχής το μικρό αυτό κράτος σαν «ζωτικό οικονομικό και πολιτικό χώρο». Οργάνωσε τις επενδύσεις μεγάλων ελληνικών τραπεζών και άλλων επιχειρήσεων στην περιοχή (ενέργεια, εμπόριο κλπ), ενώ επεδίωκε να αποτελέσει το διαμεσολαβητή για την ένταξη στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Ο συσχετισμός ανάμεσα στις δύο αστικές τάξεις και τα αντίστοιχα κράτη είναι τόσο συντριπτικός σε όφελος της Ελλάδας ώστε να καταντάνε ανέκδοτο οι εθνικιστικές κραυγές περί του «κινδύνου από τα Σκόπια»!

Το εργατικό και λαϊκό κίνημα στα Βαλκάνια οικοδομεί την πάλη του πάνω στην βάση της ενότητας της εργατικής τάξης των εθνοτήτων και των λαών, με σεβασμό στον πολυεθνικό χαρακτήρα του ιστορικού χώρου της Μακεδονίας, και τα δικαιώματα των μειονοτήτων (συμπεριλαμβανομένης και της σλαβομακεδονικής μειονότητας), ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, τη μη ένταξη και την αποχώρηση από το ΝΑΤΟ όλων των χωρών της περιοχής, την πάλη ενάντια στα εξοντωτικά μέτρα που επιβάλλουν τρόικες και ΔΝΤ. Ενάντια στους επικίνδυνους εθνικισμούς που καλλιεργούν οι αδηφάγες ντόπιες αστικές τάξεις - σε όλες ανεξαιρέτως τις χώρες. Πάνω στην βάση της αναγνώρισης στο δικαίωμα του κάθε λαού να αποφασίζει ο ίδιος το πώς θα ονομάζεται η χώρα του και όχι να αποφασίζουν γι’ αυτόν οι «νονοί» των Βαλκανίων, τοπικοί και διεθνείς.

 

Β3.   Εκτίμηση του συσχετισμού δυνάμεων. Δυνατότητες για την αριστερή αντιπολίτευση και το κίνημα

17. Ο πρώτος γύρος του μεγάλου κοινωνικού πολέμου ενάντια στη βάρβαρη μνημονιακή επίθεση για την αντιδραστική αναδιάρθρωση του ελληνικού καπιταλισμού έληξε με την άνοδο μιας κυβέρνησης που εκλέχτηκε για να καταργήσει τα μνημόνια και κατέληξε να τα εφαρμόζει όπως και οι προηγούμενες. Το ανοιχτό πέρασμα του ΣΥΡΙΖΑ στο αστικό μνημονιακό στρατόπεδο προκάλεσε σημαντική απογοήτευση, σύγχυση και υποχώρηση στις λαϊκές μάζες και στον κόσμο που πάλεψε.

Παράλληλα η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα χτυπήθηκαν βαριά από την κρίση και την επίθεση. Κοινωνικά δικαιώματα δεκαετιών έχουν καταργηθεί, ο αγώνας για την επιβίωση πνίγει πολλές φορές την εργατική τάξη και μια νέα «μνημονιακή κανονικότητα» επιδιώκεται να δημιουργηθεί.

Οι τάσεις αυτές στην συνείδηση και την ψυχολογία των λαϊκών δυνάμεων μετά την κυβερνητική εμπειρία από τον ΣΥΡΙΖΑ, το πέρασμα του πολιτικού και οργανωτικού  μηχανισμού του ΣΥΡΙΖΑ σε θέση απολογητή της κυβέρνησης, η κυβερνητική, εργοδοτική γραμμή υποταγής των ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ και η ευρύτερη κρίση του συνδικαλιστικού κινήματος, και τέλος η δύσκολη κοινωνική κατάσταση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων είναι οι αιτίες για τις σοβαρές δυσκολίες στην ανάπτυξη του κινήματος και των αγώνων, που βλέπουμε μπροστά μας.  Πρέπει να σκύψουμε με ευθύνη πάνω στα προβλήματα αυτά για την υπέρβασή τους.

Παρόλα αυτά, κάθε άλλο παρά έχουν σβήσει οι εστίες αντίστασης και οι σπίθες της ανατροπής. Η άρχουσα τάξη και το πολιτικό της σύστημα δεν έχουν κατακτήσει την συναίνεση της εργατικής τάξης σε αυτή την πολιτική. Δεν έχουν πετύχει την συντριβή του κινήματος και των μαχόμενων δυνάμεών του.

Οι σημαντικοί αγώνες που έλαβαν χώρα το προηγούμενο διάστημα αποτελούν μια σημαντική παρακαταθήκη για τις αναμετρήσεις που έρχονται.

  • Η κινητοποίηση των εργαζόμενων των Δήμων τον Ιούνη, δεν ήταν απλά μια «αναλαμπή». Ήταν μια από τις κορυφαίες μάχες του εργατικού κινήματος. Με πολυήμερες καταλήψεις αμαξοστασίων και απεργίες, οι απεργοί κατάφεραν να αποτρέψουν τις απολύσεις χιλιάδων συμβασιούχων. Η μάχη στους δήμους έδειξε πως μόνο η οργάνωση «από τα κάτω», μόνο η οργάνωση των ίδιων των εργαζόμενων μόνιμων και συμβασιούχων, η δυνατότητα τους να παλεύουν ανεξάρτητα από την συνδικαλιστική γραφειοκρατία και η πίεση της βάσης μπορεί να υποχρεώσει συνδικαλιστικές ηγεσίες να κηρύξουν αγώνες, αλλά και να αποτελούν εγγύηση ελέγχου του αγώνα και συνέχειάς του όταν αυτές τα «μαζεύουν». Έδειξε ότι τα διαφορετικά κομμάτια της τάξης μπορούν να ενωθούν στην πάλη ενάντια στις απολύσεις και την επισφάλεια, έδειξε ότι οι αγώνες μπορούν να έχουν νίκες εδώ και τώρα. Η μάχη είναι ανοιχτή και το ζήτημα είναι πόσο οργανωμένη θα είναι η βάση για να επιβάλλει απεργιακά τις μαζικές προσλήψεις, ξεκινώντας από τη μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων.
  • Η μάχη για την «αξιολόγηση» στο Δημόσιο έκλεισε με συντριπτική ήττα της κυβέρνησης, αφού σχεδόν το 75-80% των εργαζόμενων στο Δημόσιο αρνήθηκε να αξιολογηθεί. Με συνελεύσεις, απεργίες, αποχή, επέβαλλαν ότι και αυτή η μνημονιακή δέσμευση της κυβέρνησης δεν έχει υλοποιηθεί και ακόμη ψάχνουν τρόπο για να την προωθήσουν.
  • Η μάχη για την υπεράσπιση της κυριακάτικης αργίας έχει κατορθώσει να αφήσει ανοιχτό το ζήτημα, παρά την κανιβαλική απόφαση κυβέρνησης-δανειστών για το άνοιγμα των καταστημάτων τις περισσότερες Κυριακές.
  • Αντίστοιχα οι κινητοποιήσεις στην Υγεία, η πρωτοβουλία του Συντονιστικού των νοσοκομείων, για να μην απολυθεί κανένας συμβασιούχος στην Υγεία, με τις  καμπάνιες και κινητοποιήσεις της, κινητοποίησε εκατοντάδες συμβασιούχους και τελικά ανάγκασε το υπουργείο Υγείας να παρατείνει τις συμβάσεις χιλιάδων εργαζόμενων στα νοσοκομεία για έναν ακόμη χρόνο. Και στον χώρο της υγείας η πάλη ενάντια στις ελαστικές σχέσεις εργασίας, για προσλήψεις  μόνιμου προσωπικού κόντρα στην ανεργία και τις απολύσεις, είναι ανοιχτή.
  • Σημαντικοί είναι και οι αγώνες σε επίπεδο επιχείρησης, η συσσώρευση πολιτικών εμπειριών συνολικά στα πιο πρωτοπόρα κομμάτια της τάξης. Για παράδειγμα, η απεργία των μεταναστών εργατών στο εργοστάσιο «Κ. Γεωργίου» στην Αυλώνα το καλοκαίρι του 2017. Ένας αγώνας που έδειξε τη δύναμη που έχουν οι εργάτες/τριες να οργανώνονται και να νικάνε ακόμα και στα πιο σκληρά «γκέτο» του ιδιωτικού τομέα, εκεί που υποτίθεται η «ήττα» του κινήματος είναι απόλυτη. Αντίστοιχα ο αγώνας στον ΟΤΕ, η μάχη με τους εργαζόμενους του Καρυπίδη.

Πρωτοπόρες δυνάμεις και ταξικά σωματεία με τη σημαντική συμβολή και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αντισταθήκανε όλη την προηγούμενη βασανιστική περίοδο της προσμονής, των αυταπατών, της απογοήτευσης. Η μόνη αντιπολίτευση στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, έγινε από το εργατικό κίνημα και τη μαχόμενη Αριστερά, και όχι από τη δεξιά, κεντροδεξιά και ακροδεξιά αντιπολίτευση που με προκλητική συναίνεση στήριξαν όλες τις κρίσιμες αντιλαϊκές επιλογές της κυβέρνησης. Αυτή την εικόνα την ξέρουν οι εργαζόμενοι για αυτό και στις εκλογές μεγάλων συνδικάτων και ομοσπονδιών ενισχύεται περισσότερο η αριστερά και ειδικά η αντικαπιταλιστική πτέρυγα.

Όμως, δεν είναι μόνο οι απεργίες ή οι εκλογές στα συνδικάτα όπου αναδεικνύεται ο αριστερόστροφος χαρακτήρας της εργατικής και λαϊκής δυσαρέσκειας.

Στην Ελλάδα, η τάση ενίσχυσης των φασιστικών και ακροδεξιών κομμάτων που παρατηρούμε στην Ευρώπη θα μπορούσε να είναι πιο έντονη εξαιτίας της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ που προσαρμόζεται ολόπλευρα στις πολιτικές που σπέρνουν τη φτώχεια. Η ΝΔ προσπαθεί να κεφαλαιοποιήσει αυτή τη δυσαρέσκεια υιοθετώντας την ανοιχτά ρατσιστική/ισλαμοφοβική ατζέντα των ομοϊδεατών της στην ΕΕ και του Τραμπ, την ίδια στιγμή που οι ναζί της Χρυσής Αυγής έχουν προσπαθήσει να βγουν ξανά στο προσκήνιο αξιοποιώντας τα. Η οργή για τις προδοσίες του ΣΥΡΙΖΑ στον ρόλο του κυβερνητικού διαχειριστή των μνημονίων και των αντεργατικών επιθέσεων γενικότερα δεν στρέφεται προς τα δεξιά, δεν φουσκώνει τα πανιά της ΝΔ και των ναζί της Χρυσής Αυγής.

Αντίθετα, επανειλημμένα τα τρία προηγούμενα χρόνια έχουμε δει αντιρατσιστικές και αντιφασιστικές πρωτοβουλίες να αποκτούν πλειοψηφικές διαστάσεις: για παράδειγμα η μάχη το 2017 να μπουν τα προσφυγόπουλα στα σχολεία και να αποκρουστούν  οι ακροδεξιές εκστρατείες. Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο γίνεται εφικτό να ξεδιπλώνεται η καμπάνια για να κλείσουν τα γραφεία της Χρυσής Αυγής με σημαντικές επιτυχίες. Οι δυνάμεις της μαχόμενης αριστεράς πήραν την πρωτοβουλία για κινητοποιήσεις σταθμούς όπως στην Γκορυτσά του Ασπρόπυργου το καλοκαίρι 2017, στις 16 Σεπτέμβρη 2017 στην «Κομαντατούρ» των ναζί στη Μεσογείων κα. Η ίδια η πορεία της δίκης της Χρυσής Αυγής, με τις καταθέσεις των μαρτύρων της Πολιτικής Αγωγής και τον συμβολισμό να είναι υπόδικος ο Μιχαλολιάκος και μάρτυρες κατηγορίας σ. από το χώρο της επαναστατικής αριστεράς και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή έξω από αυτό το πλαίσιο της αριστερής πολιτικοποίησης και των εργατικών αντιστάσεων.

18. Παράλληλα υπάρχει και ένα σημαντικό δυναμικό που αναζητά τις βαθύτερες πολιτικές αιτίες της ενσωμάτωσης του ΣΥΡΙΖΑ, πιο ολοκληρωμένες, ανατρεπτικές και στρατηγικές απαντήσεις για το «τι να κάνουμε», βγάζει συμπεράσματα από την προηγούμενη περίοδο. Πρωτοπόρα τμήματα των εργαζόμενων μέσα από την εμπειρία τους κατανοούν ότι η αντιπαράθεση με την αστική τάξη είναι μονόδρομος ότι δεν υπάρχει δυνατότητα  «φιλολαϊκής»,  «αντινεοφιλελεύθερης / αντιμνημονιακής» ανάπτυξης του καπιταλισμού. Ότι δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική κατάργηση του «μνημονιακού κεκτημένου» εντός ευρώ-ΕΕ και απαιτείται η ρήξη-αποδέσμευση από αυτήν. Ότι είναι λαθεμένες οι  αντιλήψεις που αποκόβουν την «πάλη για την κυβέρνηση» απ’ την πάλη για την εξουσία, οι αντιλήψεις που δεν κατανοούν τον ενιαίο χαρακτήρα των μηχανισμών εξουσίας και προβάλλουν την λύση της «αριστερής κυβέρνησης». Που επιμένουν στον κοινοβουλευτικό δρόμο χωρίς να κατανοούν ότι δεν υπάρχει «ουδετερότητα» του κράτους, ούτε μπορεί μια «αριστερή κυβέρνηση» να το «χρησιμοποιήσει» προς όφελος των εργατικών δικαιωμάτων, έξω από την επαναστατική διαδικασία συντριβής της αστικής εξουσίας. Που προτείνουν ένα «πλατύ μέτωπο» στο όνομα της «άμεσης απάντησης» χωρίς γραμμή και λογική ανατροπής και καταλήγουν τελικά όχι να ανατρέπουν αλλά να εξωραΐζουν, να δικαιολογούν και να υπηρετούν  αντιλαϊκές πολιτικές.

Πιο συνολικά η εργατική τάξη συνεχίζει να απορρίπτει μαζικά την αστική μνημονιακή πολιτική, έχει βαθιά συναίσθηση και εξαιρετικά νωπές μνήμες από την κανιβαλική πολιτική των ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, διατηρεί εστίες αντίστασης, ενώ υπάρχει μια αριστερά που αποτελεί σημείο αναφοράς μαχόμενων δυνάμεων. Δεν έχει όμως ακόμα προσανατολιστεί μαζικά και θετικά σε μια διαφορετική ανατρεπτική προοπτική. Σε κάθε περίπτωση, η πίεση που ένα προηγούμενο διάστημα προερχόταν από τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ, με το σκεπτικό ότι έπρεπε να στηριχτεί (έστω «κριτικά») ο ΣΥΡΙΖΑ γιατί τυχόν αποτυχία του θα συμπαρέσυρε μαζί του και τη δυνατότητα του «απλού κόσμου» να παλεύει και να ελπίζει, και θα άνοιγε το δρόμο για τη παθητικοποίηση, την συντηρητικοποίηση και την συντριβή κάθε αριστεράς, διαψεύδεται οικτρά. Το εργατικό κίνημα και η αριστερά στην Ελλάδα δεν έχουν πει την τελευταία τους λέξη.

Η σημερινή φάση λοιπόν είναι πολύ κρίσιμη. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα είναι διαρκώς μπροστά σε όλες τις μάχες του κινήματος, θα συμβάλλει στην ανασύνταξη και τον μάχιμο εξοπλισμό του ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για ένα νέο μεγάλο ξέσπασμα των αγώνων να πάει πολύ παραπέρα από εκεί που έφτασε τα προηγούμενα χρόνια. Παράλληλα πρέπει με την πολιτική και τις πρωτοβουλίες της να συμβάλλει ώστε να συγκροτηθεί ένα μαζικό ανατρεπτικό και αντικαπιταλιστικό πολιτικό ρεύμα βαθύτερο, πιο ριζοσπαστικό, πιο συνειδητό, χωρίς τις αυταπάτες του προηγούμενο διαστήματος.

Το αστικό πολιτικό σύστημα

19. Ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα παράδειγμα για το μέχρι πού μπορεί να φτάσει η κατρακύλα των ρεφορμιστικών κομμάτων. Σήμερα ως κόμμα έχει «διαβεί τον Ρουβίκωνα»  στην αστική, συστημική, ευρωμνημονιακή πολιτική και η διαδικασία αυτή είναι ανεπίστρεπτη. Οι όποιες εσωκομματικές διαφωνίες από τα πάνω («κίνηση των 53» κ.ά.), έχουν χαρακτήρα ενσωματώσιμο στην κυβερνητική πολιτική. Ο πολιτικο-οργανωτικός του μηχανισμός λειτουργεί ως απολογητής της κυβερνητικής πολιτικής και αντιπαλεύει την εκδήλωση αγώνων. Μεγάλο τμήμα του έχει αφομοιωθεί στο κράτος, διαμορφώνει την προοπτική του μέσα από αυτό και μέσα από τις σχέσεις του με το κεφάλαιο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να ανασυγκροτήσει και να σταθεροποιήσει την επιρροή του, ενισχύοντας την λογική του «μικρότερου κακού», με τους απατηλούς ισχυρισμούς για έξοδο από τα Μνημόνια. Προβάλλει το ψευτοδίλημμα «ΣΥΡΙΖΑ ή Δεξιά».

Απαιτείται πλήρης διαχωρισμός με τις κομματικές και συνδικαλιστικές του εκφράσεις, επιδιώκοντας παράλληλα σταθερά την επικοινωνία και το τράβηγμα στον αγώνα του κόσμου που στήριξε και ήλπισε στον ΣΥΡΙΖΑ. Το καθήκον για την αντικαπιταλιστική αριστερά είναι να τραβήξει αυτόν τον κόσμο σε συγκρούσεις με την κυβέρνηση που ο ίδιος ανέδειξε και για αυτό υπάρχουν αυξημένες δυνατότητες.

Παράλληλα έχει μεγάλη σημασία να βαθύνει η αντιπαράθεση με την κυβέρνηση, αλλά και όλη τη λογική του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν μιλάμε απλά και μόνο για την καταγγελία της κυβέρνησης αλλά για μια βαθύτερη διαφοροποίηση από τη ρεφορμιστική και διαχειριστική λογική, που τροφοδότησε την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ.

20. Η ΝΔ αναδιοργανώνεται ως ένα επιθετικό, αντιδραστικό, νεοφιλελεύθερο και υποταγμένο στις επιταγές του κεφαλαίου και της ΕΕ κόμμα. Επιδιώκει να ενισχύσει τους δεσμούς της με το μεγάλο κεφάλαιο, αλλά και τις προσβάσεις της στα μικρομεσαία στρώματα και σε τμήματα της νεολαίας, των ανέργων και των χτυπημένων από την κρίση, ως εκφραστής της «επιχειρηματικότητας». Αποτελεί αδίστακτο εχθρό των εργαζόμενων και χρειάζεται να έχουμε ανοιχτό διαρκές μέτωπο απέναντι στην πολιτική της, αποκαλύπτοντας τη «δεξιά αντιπολίτευση» για την επιτάχυνση της υλοποίησης των μνημονίων.

21. Το Κίνημα Αλλαγής (ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι κλπ) τάσσεται υπέρ των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων και του ευρωμονόδρομου, αλλά για αντιπολιτευτικούς λόγους εμφανίζεται να κριτικάρει από θέσεις «κοινωνικής ευαισθησίας» την κυβερνητική πολιτική. Αξιοποιώντας τη μνημονιακή διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, προσπαθεί να ξεπλύνει το στίγμα της σφαγιαστικής πολιτικής των μνημονίων και τις πολύχρονες ευθύνες του για την αντιλαϊκή πολιτική και διαχείριση, καθώς και για τη διαφθορά. Στόχος του να αναδειχτεί σε μπαλαντέρ του νέου διπολισμού, δεκανίκι σε κυβερνήσεις συνεργασίας.

22. Η Πλεύση Ελευθερίας της Ζ. Κωνσταντοπούλου είναι αρχηγικό κόμμα με αστικά χαρακτηριστικά. Παρά τον «αντιμνημονιακό» και «αντικυβερνητικό» της λόγο, κινείται στα πλαίσια της κυρίαρχης πολιτικής και της ΕΕ. Προβάλλει την δικαστική εξουσία ως εργαλείο για την επίλυση των μεγάλων ζητημάτων του χρέους, των μνημονίων κ.λπ. Διαμορφώνει συμφωνίες με τμήματα του κεφαλαίου για την μιντιακή της προβολή. Δεν έχει σχέση με την αριστερά.

23. Η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή παραμένει μεγάλη απειλή για τα εργατικά-λαϊκά δικαιώματα και το κίνημα, παρότι δεν έχει καταφέρει να αυξήσει ποιοτικά την επιρροή της, παρά την προσπάθεια να εκμεταλλευτεί την έλευση των προσφύγων. Έχασε τις μάχες για τη φοίτηση των προσφυγόπουλων στα σχολεία, ενώ ένα μαχόμενο αντιφασιστικό και αντιρατσιστικό κίνημα προσπαθεί με σημαντικές επιτυχίες να περιορίσει τη δράση της. Παρ’ όλα αυτά, ο ρατσιστικός, ξενοφοβικός της λόγος και η προσπάθεια επαναδραστηριοποίησή της το τελευταίο διάστημα με αιχμή του δόρατος το προσφυγικό αλλά και την υλοποίηση των μνημονίων από μια «αριστερή κυβέρνηση», γίνεται πιο επικίνδυνη στο φόντο μιας γενικότερης ανόδου της εθνικιστικής και ρατσιστικής ακροδεξιάς σε όλη την ΕΕ. Στηρίζεται οικονομικά και οργανωτικά από μερίδες του κεφαλαίου. Διατηρεί τους θύλακές της σε αστυνομία, στρατό και κρατικούς μηχανισμούς, με ευθύνη και της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Με αφορμή το «προσφυγικό» και την όξυνση των «εθνικών ζητημάτων» γίνεται προσπάθεια ανασυγκρότησης του ακροδεξού-εθνικιστικού χώρου σε επικοινωνία με τμήματα του επίσημου πολιτικού συστήματος (ΝΔ κα). Γι’ αυτό έχει σημασία να αντιμετωπίζονται οι απόψεις αυτές στον πυρήνα τους και όχι μόνο στην ακραία «χρυσαυγίτικη» εκδοχή τους. Δίχως καμιά υποτίμηση, θα πρέπει να δυναμώσει η πολιτική η κινηματικήιδεολογική και αξιακή αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής και όλων των ακροδεξιών εθνικιστικών και φασιστικών μορφωμάτων.

Οι δυνάμεις της αριστεράς

24. Η ΛΑΕ είναι μια ημιτελής ρήξη με τον ΣΥΡΙΖΑ. Αποχώρησε από τον ΣΥΡΙΖΑ και αντιπολιτεύεται την κυβέρνηση, αλλά στρατηγικά αδυνατεί να διαφοροποιηθεί από το παρελθόν της ως αριστερής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ. To πρόγραμμά της αποκρυσταλλώνει όλο και πιο καθαρά μια διαχειριστική λογική που αντιλαμβάνεται την «απαλλαγή από τα μνημόνια», την πάλη κατά της «επιτροπείας» και την «μετάβαση στο εθνικό νόμισμα», μέσα από την ενίσχυση της «ανταγωνιστικότητας της οικονομίας», την «παραγωγική ανασυγκρότηση», μέσα στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων και της ΕΕ. Με ένα «μετριοπαθές» κοινωνικό πρόγραμμα («λελογισμένες αυξήσεις» στον βασικό μισθό σε συνάρτηση με την μεγέθυνση της καπιταλιστικής παραγωγής). Τείνει περισσότερο σε μια λογική ενός «νέου κοινωνικού συμβολαίου» με τμήματα του κεφαλαίου, παρά με αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο, την ΕΕ και τους μηχανισμούς τους.  Επιμένει να θέτει ως βασικό στόχο την «αριστερή κυβέρνηση»  (που πρόσφατα μετατράπηκε σε «λαϊκή κυβέρνηση»), χωρίς να βγάζει συμπεράσματα από την κατάληξη της εμπειρίας της «αριστερής κυβέρνησης» του ΣΥΡΙΖΑ και των κοινοβουλευτικών αυταπατών που καλλιεργούσε επί χρόνια.

Απότοκο των παραπάνω, η πολιτική της πρόταση συμπυκνώνεται σε ένα «μέτωπο  των αντιμνημονιακών, πατριωτικών, δημοκρατικών δυνάμεων» που απευθύνεται στο Σχέδιο Β, στην Πλεύση Ελευθερίας ακόμη και στο ΕΠΑΜ.

25. Το ΚΚΕ, παρά τις διακηρύξεις του για ρήξη με το παρελθόν, εξακολουθεί να είναι ένα κόμμα του «κομμουνιστικού ρεφορμισμού». Συνεχίζει να αρνείται τον αγώνα για τους πολιτικούς στόχους που έρχονται σήμερα σε ρήξη με την αστική πολιτική. Ιδιαίτερα η ρητή άρνηση -μέχρι και πολεμική- να υιοθετηθεί ο στόχος για ρήξη/έξοδο από την ΕΕ και η παραπομπή του στην περίοδο μετά την λαϊκή εξουσία, η λαθεμένη ταύτιση των αντιφατικών αντιΕΕ ρευμάτων που αναπτύσσονται στους λαούς της Ευρώπης με τον αστικό ακόμα και ακροδεξιό ευρωσκεπτικισμό, είναι δείγματα αυτής της αντιμετώπισης.

Στο εργατικό κίνημα, παρά την αγωνιστική στάση των μελών του σε χώρους δουλειάς και κλάδους, η πρακτική και ο σχεδιασμός του -με την επίκληση των «αρνητικών συσχετισμών»-  δεν καθοδηγούνται από τον στόχο της ανατροπής της επίθεσης και έτσι αντικειμενικά δεν υπερβαίνει τα όρια της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, έστω κι αν αναγκάζεται κάτω από την πίεση της βάσης να κάνει κινήσεις σαν κι αυτές της απεργίας στις 12/1 ενάντια στην κατάθεση του πολυνομοσχέδιου. 

Επιπλέον συνεχίζεται η πολεμική και η σεχταριστική αντιμετώπιση της ηγεσίας του απέναντι στις δυνάμεις της μαχόμενης και ιδιαίτερα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Με την πολιτική αυτή το ΚΚΕ δεν συμβάλλει να ωριμάσει και να οικοδομηθεί μια «εναλλακτική λύση» στον μονόδρομο του κεφαλαίου και της ΕΕ.

26. Συνολικά, οι ηγεσίες τόσο του ΚΚΕ όσο και της ΛΑΕ, δεν έχουν ξεκόψει με τη στρατηγική του κοινοβουλευτικού δρόμου για την αλλαγή της κοινωνίας. Με διαφορετική λογική η καθεμία, παραπέμπουν την ρήξη με την κυρίαρχη πολιτική στο απώτερο μέλλον (πρώτα λαϊκή εξουσία, μετά έξοδο από ΕΕ, εθνικοποιήσεις κλπ ή πρώτα παραγωγική ανασυγκρότηση και μετά βλέπουμε), ενώ άμεσα προτείνουν είτε αμυντικούς αγώνες είτε λογικές φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ περιορίζεται σε μια στείρα κριτική απέναντι τους. Αντίθετα, διεκδικεί διαρκώς να χτίζει γέφυρες συνεργασίας, κοινής πάλης και διαλόγου με τον κόσμο που αναφέρεται σ’ αυτά τα κόμματα, με στόχο να ενισχύονται οι αγώνες και να κερδίζονται  τα πιο πρωτοπόρα κομμάτια στην προοπτική της αντικαπιταλιστικής ανατροπής. Αυτές οι δυνατότητες φάνηκαν ανάγλυφα σε μεγάλες και «μικρότερες» μάχες όπως στην απεργία στις 12.01 ενάντια στα μέτρα της τρίτης αξιολόγησης, στη μάχη για την υποδοχή των προσφυγόπουλων στα σχολεία, στον αντιφασιστικό αγώνα και την δίκη της ΧΑ, στους πλειστηριασμούς κλπ. Σε αυτόν τον δρόμο θα συνεχίσουμε.

 

Γ. Για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Γ1. Κατακτήσεις και προκλήσεις

27. Η συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ το 2009 ως μετώπου οργανώσεων και αγωνιστών/τριών της αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής Αριστεράς, αποτέλεσε ένα τεράστιο βήμα μπροστά για το κίνημα. Η επαναστατική Αριστερά που «γεννήθηκε» μέσα από τις φλόγες του παγκόσμιου Μάη του ’68, της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και των θυελλωδών αγώνων της μεταπολίτευσης, που τροφοδοτήθηκε και μεγάλωσε από τις αριστερές ανταρσίες των πιο ανήσυχων και ανυπότακτων ρευμάτων της «επίσημης» Αριστεράς τα επόμενα χρόνια, βρήκε ενιαία έκφραση και θέση στο τοπίο της Αριστεράς.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αναδείχτηκε ως ένας αυτοτελής διακριτός πόλος μέσα στην αριστερά. Εξασφάλισε την αυτοτέλεια της επαναστατικής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και τη δυνατότητά της να παρεμβαίνει στο κίνημα με ένα συνεκτικό αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα που συνδέει τις ανάγκες και τους αγώνες της εργατικής τάξης σήμερα με την αντικαπιταλιστική ανατροπή, την επανάσταση, τον σοσιαλισμό, την κομμουνιστική προοπτική.

Χωρίς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ οι ιδέες της διεθνιστικής ρήξης με ευρώ και ΕΕ, της διαγραφής του χρέους, των κρατικοποιήσεων με εργατικό έλεγχο παντού θα είχαν πολύ λιγότερη επιρροή και «ορατότητα». Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ήταν και είναι παρούσα, επί 8 χρόνια, ενεργητικά και μαχητικά σε όλους τους μεγάλους και μικρούς αγώνες, δίνοντας ένα καθαρό αντικαπιταλιστικό στίγμα για την προοπτική τους. Είναι αλήθεια ότι από το 2010 μέχρι και το 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε εκλογικά τη μερίδα του λέοντος από τη σεισμική μετατόπιση προς τα αριστερά της εργατικής τάξης και των φτωχών στρωμάτων της κοινωνίας. Όμως, κάτι που δεν πρέπει να ξεχνιέται ή να προσπερνιέται είναι ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κατόρθωσε να διαμορφώσει ένα μαζικό «ακροατήριο» και ένα μαζικό ρεύμα γύρω της.

Στις περιφερειακές εκλογές του Μάη του 2014 όταν πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ κάλπαζε προς την κυβέρνηση, τα αντικαπιταλιστικά σχήματα που στήριξε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πήραν 128.000 ψήφους σε 12 από τις 13 περιφέρειες, ένα ποσοστό 2,3% πανελλαδικά. Σήμερα αυτά τα σχήματα που συμμετέχει ηγεμονικά η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχουν έδρες σε 8 περιφερειακά συμβούλια, ενώ παράλληλα η ΑΝΤΑΡΥΑ συμμετέχει σε ένα πυκνό δίκτυο κινήσεων-σχημάτων σε επίπεδο δήμου και γειτονιάς με συμβούλους σε πολλούς δήμους. Πέρα από αυτές τις καταγραφές, οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ συμμετέχουν και πρωταγωνιστούν σε δεκάδες σχήματα και παρατάξεις στα συνδικάτα που έχουν αξιοσημείωτη παρέμβαση και αύξηση σε ψήφους και ποσοστά όλα τα τελευταία χρόνια σε δημόσιο και σε ιδιωτικό τομέα. Είναι έκφραση του ρόλου που έχουν διαδραματίσει στους αγώνες της προηγούμενης περιόδου και σημαντική παρακαταθήκη για τους αγώνες που εκτυλίσσονται τώρα.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έδωσε τη μάχη ενάντια στις αυταπάτες για την «αριστερή κυβέρνηση» και τον κοινοβουλευτικό δρόμο. Διατήρησε την αυτοτέλειά της, παρά τις πιέσεις να ψαλιδίσει τις αντικαπιταλιστικές αιχμές του προγράμματός της και της φυσιογνωμίας της. Αλλά ταυτόχρονα ρίχτηκε σε μεγάλες αναμετρήσεις ενωτικά και μαχητικά, όπως στην κορυφαία αναμέτρηση για το ΌΧΙ στο δημοψήφισμα του 2015.

28. Τα τελευταία χρόνια η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αντιμετώπισε μεγάλες δυσκολίες και  γρήγορα μεταβαλλόμενες πρωτόγνωρες καταστάσεις στις οποίες δοκιμαζόταν η ικανότητά της να προσαρμόζει την αντικαπιταλιστική/επαναστατική στρατηγική της στις νέες κάθε φορά συνθήκες.

- Αντιμετώπισε την πίεση της «δεξιάς προσαρμογής» από το ανερχόμενο ρεφορμιστικό ρεύμα που βάδιζε για την «αριστερή κυβέρνηση» προβάλλοντας σαν «ρεαλιστική λύση» τον «έντιμο συμβιβασμό» με τους δανειστές και το κεφάλαιο, την «διαπραγμάτευση εντός της ΕΕ» κλπ. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι περήφανη που έδωσε αυτή την μάχη. Δεν προσαρμόστηκε στις σειρήνες της «άμεσης εφικτής λύσης», του «ρεαλισμού», των πλατιών μετώπων στην βάση της διαχείρισης, των αυταπατών για την «αριστερή κυβέρνηση» και τον κοινοβουλευτικό δρόμο, με μεγάλο μερικές φορές κόστος.

Δεν μπόρεσε όμως να αντιμετωπίσει βαθύτερα το ρεφορμιστικό ρεύμα συγκροτώντας γύρω της ένα πιο ανθεκτικό, πιο βαθύ κοινωνικά και πολιτικά αντικαπιταλιστικό ρεύμα. Περιορίστηκαν έτσι οι δυνατότητες που είχε οικοδομήσει στο κίνημα, δεν «πήρε» αυτό που της αντιστοιχούσε στη μάχη που έδωσε, ενώ επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από την υποχώρηση και την απογοήτευση του κόσμου που είχε πιστέψει στον ΣΥΡΙΖΑ.

- Μετά τις εκλογές του Σεπτέμβρη 2015 πέρασε σε μια νέα πρωτόγνωρη κατάσταση με μια κυβέρνηση που μίλαγε και μιλάει στο όνομα της αριστεράς, ενώ εφαρμόζει την πιο σκληρή αστική μνημονιακή πολιτική, και έναν νέο πόλο στην αριστερά, που προέκυψε από τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ, την ΛΑΕ. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έπρεπε από την μια να αναπτύξει την αντιπολίτευση στον ΣΥΡΙΖΑ από εργατικές και αντικαπιταλιστικές θέσεις, να δώσει την μάχη ώστε η αναπόφευκτη λαϊκή δυσαρέσκεια να στρέφεται σε αριστερή, αντιΕΕ, αντικαπιταλιστική κατεύθυνση και όχι σε δεξιά ή ακροδεξιά δικαιώνοντας την αστική πολιτική (νίκη του μονόδρομου του συστήματος, της επιχειρηματικότητας, της ΕΕ κλπ).

Παράλληλα το διάστημα αυτό κρινόταν το αν η αντιπολίτευση στον ΣΥΡΙΖΑ θα ηγεμονευόταν από ρεφορμιστικές λογικές αναπαράγοντας τις παλιές αυταπάτες με νέα μορφή, αν θα επικρατούσε ο αμυντισμός του «δεν υπάρχουν πλέον προϋποθέσεις ανατροπής» (με την ανατροπή να παραπέμπεται στο ακαθόριστο μέλλον), ή αν τελικά οι ριζοσπαστικές αντικαπιταλιστικές αντιλήψεις θα παίζουν τον καθοριστικό ρόλο. Πρόκειται για μια δύσκολη μάχη που δεν έχει λήξει, στην οποία πρέπει να συνδυαστεί η προβολή του αντικαπιταλιστικού ανατρεπτικού προγράμματος στις νέες συνθήκες, η πειστική κριτική στις άλλες δυνάμεις της αριστεράς και η ενωτική απεύθυνση για να ενισχύεται το κίνημα και να ανοίγουν δρόμοι για το κέρδισμα πρωτοπόρων δυνάμεων με την αντικαπιταλιστική πάλη.

Θεωρούμε ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ανέλυσε σωστά τα σημεία της νέας κατάστασης και χάραξε μια γενικά σωστή τακτική παρά τα λάθη και τις αδυναμίες της στην ανάπτυξη και εφαρμογή της.

- Παρά τις ανεπάρκειες και τις αδυναμίες της, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τα μέλη της συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη εργατικών αγώνων, πρωταγωνίστησαν στις μάχες του αντιφασιστικού κινήματος μέσω των συλλογικοτήτων όπου συμμετέχουν (ΚΕΕΡΦΑ, ΣΥΠΡΟΜΕ), βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή προάσπισης των δικαιωμάτων των προσφύγων απέναντι στις ρατσιστικές πολιτικές κυβέρνησης και ΕΕ, έδωσαν και δίνουν τη μάχη ενάντια στους πλειστηριασμούς της λαϊκής περιουσίας, τις ιδιωτικοποιήσεις και το ξεπούλημα των δημόσιων αγαθών, τη λεηλασία του φυσικού περιβάλλοντος από το κεφάλαιο (λ.χ. Νέα Φιλαδέλφεια, Ελληνικό).

Μάλιστα την τελευταία διετία συμμετέχει και επιδρά θετικά είτε σε πρωτοβουλίες που παλαιότερα δεν είχε συμμετοχή (Ίμια), είτε σε κινήματα στα οποία συλλογικά είχε χαμηλή παρουσία (γυναικείο).

Όμως και σε αυτό το σημείο μπορούσαμε να κάνουμε περισσότερα. Σε αρκετές περιπτώσεις εμπόδιο στάθηκαν διάχυτες τάσεις απογοήτευσης ή και λαθεμένες απόψεις που απολυτοποιούσαν τις δυσκολίες με έναν μονόπλευρο τρόπο μην διακρίνοντας τις αναζητήσεις μιας «πρωτοπόρας ζώνης» αγωνιστών προς τα αριστερά, αλλά και την αντοχή σημαντικών δυνάμεων του κινήματος που θέλουν να υπερβούν και την κυβέρνηση και την δεξιά αντιπολίτευση και αναζητούν δρόμους για να παλέψουν. Επίσης υπήρξε κατά διαστήματα υποτίμηση σε σοβαρά μέτωπα πάλης, που καθορίζουν τον ταξικό συσχετισμό, όπως το κίνημα κατά των πλειστηριασμών, το γυναικείο κίνημα κα.

- Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ανέλαβε πολιτικές πρωτοβουλίες προβολής της πολιτικής της και συζήτησης σε συγκεκριμένα μέτωπα της περιόδου. Πολύ σημαντική ήταν η ημερίδα στο «Μολύβι» (22/5/2017) αλλά και το διεθνές διήμερο παρά τα προβλήματα που υπήρξαν για τα 100 χρόνια από την Οκτωβριανή επανάσταση με διεθνείς συμμετοχές (15-16/11/2017),  που πραγματοποιήθηκε σε μια κρίσιμη στιγμή, κατά τη διάρκεια του εορτασμού του Πολυτεχνείου.

Όμως η αυτοτελής της παρουσία ήταν  αναντίστοιχη με τις ανάγκες και τις δυνατότητες. Έχασε ευκαιρίες να προβάλλει πλατιά το αντικαπιταλιστικό της πρόγραμμα και την επαναστατική εναλλακτική. Σε μια περίοδο που κέρδισε σε εκτίμηση και ακτινοβολία για την ασυμβίβαστη στάση της, η αυτοτελής πολιτική της παρουσία  ατόνησε.

- Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ανέπτυξε την ενωτική της τακτική. Συνέβαλλε στην κοινή δράση των μαχόμενων δυνάμεων της αριστεράς, τον διάλογο για το αναγκαίο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα της περιόδου. Ανέλαβε την πρωτοβουλία για την πολιτική συνεργασία της αντικαπιταλιστικής, αντιιμπεριαλιστικής, αντιΕΕ, αντιδιαχειριστικής αριστεράς, και άλλες πρωτοβουλίες (λχ. συγκρότηση της ΔΙΕΕΞΟΔΟΥ)

Όμως πολλές φορές είχε «ασυνέχειες» στη στήριξη των πρωτοβουλιών, ακόμα και αυτών που η ίδια ανελάμβανε, στη σχεδιασμένη συνέχεια και κλιμάκωσή τους, στην αποφασιστική από τα «κάτω» προώθησή τους. Χρειάζεται να σκύψουμε στις αιτίες και να δούμε πιο συστηματικά την μετωπική μας πρακτική.

- Πλευρά της αγωνιστικής μας δράσης αλλά και της μετωπικής μας λογικής είναι η δράση μας στα αριστερά, ριζοσπαστικά  και αντικαπιταλιστικά σχήματα και παρεμβάσεις στα οποία συμμετέχουν τα μέλη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (δεκάδες εργατικά σχήματα, αντικαπιταλιστικές κινήσεις πόλης – περιφέρειας, ΕΑΑΚ κα). Εργαζόμαστε στην κατεύθυνση της σύνδεσής τους με τους στόχους του αντικαπιταλιστικού προγράμματος και του πολιτικού τους συντονισμού. Τα σχήματα στα οποία συμμετέχουν τα μέλη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχουν αξιοσημείωτη παρέμβαση και αύξηση σε ψήφους και ποσοστά όλα τα τελευταία χρόνια. Είναι έκφραση του ρόλου που έχουν διαδραματίσει στους αγώνες της προηγούμενης περιόδου και σημαντική παρακαταθήκη για τους αγώνες που εκτυλίσσονται τώρα.

Και εδώ δεν λείπουν τόσο οι δυνατότητες όσο και τα προβλήματα, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις δυσκολευόμαστε να κατακτήσουμε την «διαλεκτική» της διεύρυνσης των σχημάτων και την ταυτόχρονη υπεράσπιση του ριζοσπαστικού/αντικαπιταλιστικού της προσανατολισμού.

- Σημαντικά προβλήματα αντιμετώπισαν ειδικά το τελευταίο διάστημα οι Τοπικές Επιτροπές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Σε πολλές περιπτώσεις υπολειτουργούν, συνεδριάζουν σπάνια, ενώ η συμμετοχή σε αυτές είναι μειωμένη. Παρουσιάζονται έντονες αδυναμίες συγκεκριμένου σχεδιασμού και υλοποίησης προγράμματος δράσης για τον χώρο παρέμβασης, ενώ η πολιτική εμφάνιση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις γειτονιές κυρίως εξαντλείται σε αραιές πολιτικές εκδηλώσεις.  Δεν υλοποιήθηκαν σημαντικές αποφάσεις της προηγούμενης Συνδιάσκεψης, με ευθύνη της  ΚΣΕ.

- Τέλος σοβαρό ζήτημα αποτέλεσε η έλλειψη ενιαιότητας στην δράση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οι διαφορετικοί σχεδιασμοί -ακόμα και στον δρόμο- η αδυναμία συντονισμού και υπέρβασής τους.

Το προηγούμενο διάστημα, οι αμφισημίες και οι αντιφάσεις της πολιτικής της, τα ελλείμματα βαθύτερης πολιτικής και ιδεολογικής συμφωνίας εκφράστηκαν είτε μέσω της αδυναμίας της να τοποθετηθεί άμεσα σε κρίσιμα ζητήματα, είτε με τη μη ενιαία εμφάνιση και παρέμβαση σε εργασιακούς χώρους και κρίσιμα μέτωπα. Η αδυναμία να χαραχτεί και να υπηρετηθεί ένας ενιαίος σχεδιασμός φθείρει την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μειώνει την αξιοπιστία και την συσπειρωτική της δύναμη.

Τα παραπάνω σε συνδυασμό με την επίδραση τάσεων απογοήτευσης και ηττοπάθειας, μετά την άνοδο και την κατάληξη του ΣΥΡΙΖΑ, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση των σοβαρών προβλημάτων λειτουργίας των τοπικών και κλαδικών επιτροπών. Η 4η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ  πρέπει να σταθεί με προσοχή πάνω σε αυτό το σοβαρό πρόβλημα και να βρει τους τρόπους και τα μέτρα που χρειάζονται για το ξεπέρασμά του.

29. Αυτές οι διαπιστώσεις έχουν σημασία ως αφετηρία για να εντοπίσουμε σωστά τις δυνατότητες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σήμερα. Οι πολιτικές μας δυνατότητες είναι πολύ ευρύτερες. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτελεί μια πανελλαδικά συγκροτημένη και κοινωνικά δικτυωμένη σχετικά ισχυρή δύναμη. Μπορεί το επόμενο διάστημα να διαδραματίσει αναβαθμισμένο ρόλο.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ καλείται να προβάλει και να οικοδομήσει μια αντικαπιταλιστική πολιτική διέξοδο απέναντι στην επίθεση του κεφαλαίου και της ΕΕ, την αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ, την επιτροπεία διαρκείας. Μια πρόταση αντεπίθεσης του κινήματος και των αγώνων, αντιπολίτευσης, διαρκούς αντίστασης και αντικαπιταλιστικής ανατροπής της επίθεσης, για να μπολιάζεται και να στρέφεται σε αριστερή ανατρεπτική κατεύθυνση το ρεύμα της δυσαρέσκειας απέναντι στην κυβέρνηση.

Γι’ αυτό συμπυκνώνει τους στόχους της για την επόμενη περίοδο στα παρακάτω:

  • Στην ανάπτυξη, βαθύτερη επεξεργασία και προβολή του αντικαπιταλιστικού προγράμματος στους εργαζόμενους. Στην ενίσχυση και την αναβάθμιση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και την συμβολή της στην προώθηση του αντικαπιταλιστικού μετώπου.
  • Στην μαχητική αγωνιστική παρέμβαση στο εργατικό και λαϊκό κίνημα για την ανατροπή της ευρωμνημονιακής επίθεσης και της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και την ταξική του ανασυγκρότηση.
  • Την συσπείρωση των πολύμορφων δυνάμεων, ρευμάτων και αγωνιστών που εγκαταλείπουν τον ΣΥΡΙΖΑ, που αντιλαμβάνονται τα αδιέξοδα και τα όρια των ρεφορμιστικών προτάσεων, στην κατεύθυνση του αντικαπιταλιστικού πολιτικού μετώπου-πόλου. Για άμεσα ορατά βήματα στην πολιτική συνεργασία των αντικαπιταλιστικών, αντιιμπεριαλιστικών, αντι ΕΕ δυνάμεων και των ευρύτερων δυνάμεων της ανατροπής.

 

Γ2. Για την ανάπτυξη των αγώνων, την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος και την οικοδόμηση ενός εργατικού και λαϊκού κινήματος ρήξης ανατροπής 

30. Στην προηγούμενη Συνδιάσκεψη σημειώναμε ότι «θεμέλιο της οικοδόμησης του αγωνιστικού μετώπου ρήξης και ανατροπής είναι η συμβολή μας στην ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος». Στο διάστημα αυτό η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει επιδείξει πρωτοπόρα στάση και δράση στους αγώνες των εργαζομένων, έχει ισχυροποιήσει την παρουσία της σε κλάδους και χώρους δουλειάς, έχει δημιουργήσει έναν αισθητό συσχετισμό δύναμης υπέρ της λογικής του συλλογικού αγώνα, της πάλης για την ανατροπή του ευρωμνημονιακού σφαγείου, της ρήξης με το κεφάλαιο και το κέρδος, της ήττας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και κάθε κυβέρνησης που εφαρμόζει την ίδια πολιτική. Δεν κατέθεσε τα όπλα, κράτησε ψηλά τις σημαίες και τα πανό του αγώνα όταν πολλοί καλούσαν και κρατούσαν στάση ανοχής ή/και στήριξης στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Πρωτοστάτησε στις αντιστάσεις και τις μάχες, έδωσε το ταξικό, αντικαπιταλιστικό στίγμα σε πολλές  αναμετρήσεις.

Ωστόσο θα μπορούσαμε να κάνουμε πολύ περισσότερα! Και ιδιαίτερα στο ζήτημα της ποιοτικής ανάπτυξης και της ταξικής ανασυγκρότησης του κινήματος (πχ όχι μόνο πόσες απεργίες έγιναν, αλλά και τι συμμετοχή είχαν, τι αιτήματα, πόσο επέδρασαν στην αντιστροφή της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας κλπ).

Το μεγάλο ζητούμενο παραμένει: Πώς θα συμβάλλουμε ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο ξέσπασμα αγώνων σε κάθε χώρο και κλάδο δουλειάς, στη γενίκευση και τη σύνδεση των διεκδικήσεων τους, στην πολιτικοποίησή τους. Με άλλα λόγια στη συγκρότηση ενός μαζικού εργατικού, λαϊκού, νεολαιίστικου κινήματος ρήξης και ανατροπής, που θα αντιπαλέψει την σαρωτική εκστρατεία του κεφαλαίου και της Ε.Ε., θα αποκρούσει κρίσιμες πλευρές της, θα επιφέρει ρωγμές και θα επιτύχει νίκες, επιβάλλοντας επιμέρους υποχωρήσεις και παραχωρήσεις στο αντίπαλο αστικό στρατόπεδο, καταφέρνοντας καταφέρνοντας να αναδειχθεί σε αντίπαλο δέος.

Η αστική μνημονιακή επίθεση έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην κατάσταση της εργατικής τάξης, που δημιουργούν σημαντικές δυσκολίες. Η εκτίναξη της ανεργίας (ποσοστό σταθερά άνω του 20%, ενώ το 2016 350.000 οικογένειες δεν είχαν ούτε ένα εργαζόμενο μέλος). Το ποσοστό ανεργίας είναι ιδιαίτερα υψηλό ιδιαίτερα ανάμεσα στις γυναίκες και τους νέους. Υπάρχει παράλληλα πολύ μεγάλη επέκταση των μορφών ελαστικής απασχόλησης (με τη μερική απασχόληση να αποτελεί κατά το 2016 και 2017, περισσότερο από το ήμισυ των νέων προσλήψεων) και της ανασφάλιστης εργασίας. Η φτωχοποίηση εντείνεται με τις μειώσεις μισθών, που υπερβαίνουν το 25%  κατά μέσο όρο στα χρόνια του μνημονίου, ενώ περίπου για 900.000 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, η καταβολή του μισθού τους γίνεται με καθυστέρηση από έναν μέχρι δεκαπέντε μήνες.

Η κατάσταση αυτή επιδρά στον αριθμό των συνδικαλισμένων και την δύναμη των συνδικάτων. Ο συνδικαλισμός γίνεται πιο δύσκολος και απαιτητικός. Ωστόσο οι παραπάνω επιθέσεις και δυσκολίες δεν αναιρούν τη δυνατότητα της εργατικής τάξης να παλεύει συλλογικά και να μπορεί να πετυχαίνει νίκες. Η επίθεση στον πρωτοβάθμιο συνδικαλισμό αποδεικνύει ότι η άρχουσα τάξη φοβάται ακόμα τη δύναμη των συνδικάτων. Η μάχη θα είναι σκληρή και η έκβαση ανοιχτή.

Παράλληλα η εργατική τάξη αλλάζει. Δυναμώνει τις γραμμές της με νέα στρώματα που προέρχονται από την ραγδαία προλεταριοποίηση της μισθωτής διανόησης ή και μεσαίων στρωμάτων, με τη μαζική συμμετοχή των γυναικών που διεκδικούν πρωτοπόρο ρόλο στους αγώνες, την είσοδο των μεταναστών με τις δικές τους κουλτούρες και εμπειρίες.

Η μνημονιακή επίθεση πιέζει την εργατική τάξη, αλλά δημιουργεί και άλλους όρους και δυνατότητες στην ανάπτυξη της πάλης. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να μελετήσει την νέα κατάσταση, να αξιοποιήσει την σημαντική  εμπειρία από τους πρόσφατους αγώνες (ΟΤΑ, Νοσοκομεία) για να βγάλει τα αναγκαία συμπεράσματα για το εργατικό πρόγραμμα, τις διεκδικήσεις  και την ιεράρχηση των στόχων, την παρέμβαση  στην καρδιά της συγκεντρωμένης εργατικής τάξης (ενέργεια, ΔΕΚΟ, τουρισμός, επισιτισμός, εμπόριο κλπ), την οργάνωση της τάξης των ελαστικά εργαζόμενων σε σύνδεση με τους μόνιμους, την παρέμβαση στους μετανάστες εργάτες, με κριτήριο και στόχο την ενότητα όλης της τάξης.

31. Τα βασικά καθήκοντα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο εργατικό και λαϊκό κίνημα για το επόμενο διάστημα:

α) Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να πρωτοστατήσει το επόμενο διάστημα στην κλιμάκωση της πάλης του εργατικού κινήματος.  Το 2018 δεν θα είναι μια «κανονική» χρονιά. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχοντας ολοκληρώσει τρία χρόνια «βρώμικης δουλειάς» αρχίζει και εξαντλεί σοβαρά τα αποθέματα πολιτικής ανοχής από τους εργαζόμενους και τη φτωχολογιά. Υπάρχει δυνατότητα ξεδιπλώματος σημαντικών αγώνων και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να μπει μπροστά για να γίνουν και να νικήσουν.

Χρειάζεται αποφασιστική  στήριξη των απεργιών και των αγώνων που δίνουν και θα δώσουν τα πιο διαφορετικά τμήματα των εργαζομένων σε κάθε σωματείο και όχι μόνο σε αυτά που έχουν πλειοψηφία οι ταξικές, αγωνιστικές δυνάμεις (που είναι και τα λιγότερα). Τα  παραδείγματα των  Συντονιστικών των τελευταίων χρόνων (Νοσοκομείων, Τηλεπικοινωνιών, εκπαίδευσης, για την υπεράσπιση της κυριακάτικης αργίας κλπ) μπορεί να απλωθούν σε όλους τους χώρους, ιδιαίτερα αυτούς που βρίσκονται στην αιχμή του δόρατος της νέας μνημονιακής επίθεσης.

Τα πρόσφατα παραδείγματα της αποφασιστικής μάχης για την ανατροπή των πλειστηριασμών, αλλά και της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, οι μάχες στο προσφυγικό, τους δήμους και τα νοσοκομεία δείχνουν ότι οι αγώνες εμπνέουν όταν δεν μένουν στη διαμαρτυρία, αλλά θέτουν ως στόχο την σύγκρουση και τη νίκη. Πρέπει να πάρουμε διαζύγιο από τη μιζέρια του «δεν κουνιέται φύλλο», και του «ο κόσμος πήγε σπίτι του». Χρειάζεται αποφασιστικότητα, ολόπλευρη  πολιτική, ιδεολογική και οργανωτική στήριξη – αλληλεγγύη, αναβαθμισμένες  μορφές πάλης.

β) Συγκεκριμένη «πρωταρχική» δουλειά, δουλειά βάσης μέσα στους χώρους ιδιαίτερα του ιδιωτικού τομέα. Χρειάζεται να εντείνουμε τις προσπάθειες για την ενεργοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων σωματείων σε ταξική, αγωνιστική κατεύθυνση, την δημιουργία νέων σωματείων, όπου δεν υπάρχουν ή υπάρχουν αποκλεισμοί τμημάτων εργαζομένων στα υπάρχοντα σωματεία (πχ συμβασιούχοι, ΟΑΕΔίτες στο Δημόσιο κλπ), ώστε αυτά να αποτελούν πραγματικά όργανα πάλης στα χέρια των εργατών, σε διαπάλη με την εργοδοσία, τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, τον συντεχνιασμό, τον κατακερματισμό.

γ) Επικαιροποίηση, ενίσχυση και προβολή του εργατικού προγράμματος πάλης

Επιδίωξή μας είναι οι αγώνες να διεκδικούν αποφασιστικά τη βελτίωση της θέσης των εργαζόμενων και τη μείωση της εκμετάλλευσης. Να ξεπερνούν τη λογική της διαπραγμάτευσης της χειροτέρευσης της θέσης των εργαζόμενων, τη μοιρασιά της φτώχειας ή τη λογική της «εξαίρεσης». Ζητούμενο είναι στους αγώνες να ενώνεται το σύνολο της εργατικής τάξης, ξεπερνώντας τους διαχωρισμούς σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, εργαζομένους και ανέργους, ντόπιους και μετανάστες, σε μια νέα αγωνιστική ταξική ενότητα που απέναντι στον ταξικό αντίπαλο. Οι σύντροφοι, οι συντρόφισσες και συνολικά οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρωτοστατούν στους αγώνες και μέσα σε αυτούς συνδέουν τις εργατικές διεκδικήσεις με το πλαίσιο στόχων του αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος.

Παλεύουμε:

- Για την ανατροπή των μνημονίων, όλων των μνημονιακών νόμων παλιών και καινούργιων, την ανατροπή της επίθεσης κυβέρνησης-κεφαλαίου-ΕΕ-ΔΝΤ.

- Μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους. Μετατροπή όλων των ελαστικών σχέσεων εργασίας σε συμβάσεις αορίστου χρόνου χωρίς προϋποθέσεις. Απαγόρευση απολύσεων. Αγώνας ενάντια στα προγράμματα ανακύκλωσης της ανεργίας.

- Προσλήψεις με μόνιμη και σταθερή δουλειά, με μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων καταρχήν. Απαγόρευση των απολύσεων, κρατικοποίηση με εργατικό έλεγχο των επιχειρήσεων που απειλούν με απολύσεις και κλεισίματα.

- Δουλειά με πλήρη δικαιώματα. ΣΣΕ εργασίας παντού. Αυξήσεις μισθών-αποδοχών τώρα. Κανένας μισθός κάτω από 800 ευρώ καθαρά. Όχι στην εξευτελιστική σύμβαση "πρώτης πρόσληψης" για τους νέους κάτω των 25. Άμεση επαναφορά όσων μας έκλεψαν με τα μνημόνια.

- Όχι στις ιδιωτικοποιήσεις, κάτω τα χέρια από ΔΕΗ, συγκοινωνίες, ΕΥΔΑΠ και όλα τα δημόσια αγαθά-«φιλέτα» που έχουν βάλει στο μάτι τα αρπακτικά της αγοράς. Κρατικοποίηση των εταιρειών που έχουν ιδιωτικοποιηθεί (πχ ΟΤΕ)

-Μείωση του χρόνου (και των ετών) εργασίας τώρα. Για να δουλέψουν οι άνεργοι, για να πάρουμε πίσω τον κλεμμένο πλούτο που παράγουμε. Για να ζούμε αξιοπρεπώς από τη δουλειά μας, για να καλύψουμε τις ανάγκες μας, για να χάσει το κεφάλαιο.

-Κάτω τα χέρια από τις συντάξεις και τα ταμεία μας που μπαίνουν στο μνημονιακό Προκρούστη για ακόμα μια φορά.

-Ελευθερία-δημοκρατία για τους εργαζόμενους και τον λαό. Κάτω τα χέρια από τα συνδικάτα, η αντιαπεργιακή νομοθεσία θα μείνει στα χαρτιά. Συνδικάτα ελεύθερα από κράτος-κυβερνήσεις και εργοδότες. Με πλήρη και διευρυμένα δικαιώματα στη συνδικαλιστική δράση, την απεργία, τον συλλογικό και μαζικό αγώνα.

-Ενάντια στο ρατσισμό και τους φασίστες. Για νομιμοποίηση όλων των μεταναστών, άσυλο και στέγη στους πρόσφυγες, ανοιχτά σύνορα και κατάργηση των συμφωνιών Ελλάδας-ΕΕ-Τουρκίας-Λιβύης. Για να καταδικαστούν οι δολοφόνοι της ΧΑ και να κλείσουν τα γραφεία ορμητήρια τους.

-Ενάντια στον πόλεμο, τον ιμπεριαλισμό, για την ειρήνη και την αλληλεγγύη των λαών. Για την έξοδο από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ.

Τέλος σοβαρή πλευρά για το εργατικό κίνημα είναι η ανάκτηση του συνολικού πολιτικού, ιδεολογικού και πολιτιστικού του ρόλου, στο αντιφασιστικό κίνημα κλπ.  

δ) Η προσπάθεια για ταξική συσπείρωση πρωτοβάθμιων σωματείων, επιτροπών αγώνα  συνελεύσεων.

Η προσπάθεια για οργάνωση, συντονισμό και κλιμάκωση των αγώνων από τα κάτω

Οι ηγεσίες σε ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ και στις βασικές ομοσπονδίες και εργατικά κέντρα (πχ στο ΕΚΑ), όπως με δραματικό τρόπο είδαμε και στη μάχη ενάντια στην 3η αξιολόγηση και τον αντιαπεργιακό νόμο, προδίδουν ανοιχτά την εργατική τάξη, θυσιάζουν ακόμα και το εργατικό κύτταρο, το πρωτοβάθμιο επιχειρησιακό και κλαδικό σωματείο, χωρίς κανένα ουσιαστικό δικαίωμα δράσης και αγωνιστικής απόφασης.

Με αυτή τους τη στάση επιτρέπουν στον ταξικό αντίπαλο να συσπειρώνεται και να κινητοποιεί όλες τις εφεδρείες του ενάντια στον απεργιακό αγώνα και γενικά την εργατική δράση. Οι παρατάξεις της πλειοψηφίας, ειδικά στο επίπεδο των τριτοβάθμιων συνδικάτων, είναι μακριά χέρια των αστικών μνημονιακών κομμάτων και μεταφέρουν στο συνδικαλισμό όλη την αντιδραστική, νεοφιλελεύθερη πολιτική τους.

Για όλους αυτούς τους λόγους η βασική μας κατεύθυνση είναι η οργάνωση των αγώνων από τα «κάτω», για να σπάει η αγωνιστική απραξία που προσπαθούν να επιβάλλουν, για να προχωράνε ο σχεδιασμός και η πρωτοβουλία των αγώνων, των απεργιών κλπ ξεπερνώντας τα εμπόδια που βάζουν. Όπως έδειξε και η απεργία στις 12.01 αυτό είναι εφικτό και μπορεί να βοηθήσει να κλιμακωθεί η εργατική αντίσταση για να μην περάσουν τα αντεργατικά μέτρα και να αρχίσουμε να παίρνουμε πίσω όλα όσα μας λεηλάτησαν με τα Μνημόνια.

Απαιτείται συνεχής πίεση - αποκάλυψη της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας από τις πρωτοβουλίες των ταξικών δυνάμεων και των αποφάσεων της βάσης (με συνελεύσεις, αποφάσεις ΔΣ κλπ), αξιοποίηση κάθε «ρωγμής» στο δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο επίπεδο με κριτήριο την  ενίσχυση των αγωνιστικών τάσεων.

Πάνω σε αυτή την ανάγκη και τη δυνατότητα πατάνε πολλές προσπάθειες που γίνονται σε μια σειρά χώρους και κλάδους (νοσοκομεία, τηλεπικοινωνίες, επισιτισμός, υπουργεία, εκπαίδευση κλπ), με τη συγκρότηση συντονιστικών και συντονισμών, επιτροπών αγώνα, πρωτοβουλιών πρωτοβάθμιων σωματείων και ομοσπονδιών, προσπάθειες που έχουν παίξει κρίσιμο ρόλο και μπορούν να κάνουν ακόμα περισσότερα βήματα μπροστά στην κατεύθυνση της ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος. Με στόχο να πρωτοστατήσουν στις μάχες για να ανατραπεί το μνημονιακό σφαγείο,  με προσπάθεια να συνδεθούμε και να κερδίσουμε όλους τους εργαζόμενους που παλεύουν για τον ίδιο στόχο ανεξάρτητα με το τι ηγεσία έχουν, επιδιώκοντας σταθερά την κοινή δράση με κάθε αγωνιστική δύναμη πάνω σε λογική ανατροπής.

Όλες αυτές τις προσπάθειες χρειάζεται να στηρίξει με όλες τις δυνάμεις της η ΑΝΤΑΡΣΥΑ διεκδικώντας να συμβάλει σε ένα σταθερό Συντονισμό όλων των παραπάνω δυνάμεων και κινήσεων με ενιαία παρέμβαση με λογική συσπείρωσης και κοινής δράσης όλων των ταξικών ρευμάτων κόντρα σε κεφάλαιο, κυβερνήσεις, ΕΕ. Με στόχο συντονισμοί, πρωτοβουλίες και αγωνιστικά μπλοκ συνδικάτων «από τα κάτω» να είναι σε θέση να αποφασίζουν και να προχωράνε το αγωνιστικό τους σχέδιο κόντρα στην κυβέρνηση και τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, αλλάζοντας την κατάσταση στο εργατικό κίνημα.

Η λογική του συντονισμού στους κλάδους και συνολικά δεν είναι κάποια «αντικαπιταλιστική παραξενιά» για να ξεχωρίσουμε από άλλες τάσεις του κινήματος. Αντίθετα είναι αναγκαιότητα και διέξοδος «από τα κάτω» για την ενωτική, αγωνιστική έκφραση των εργατικών συμφερόντων. Δεν επιδιώκουμε ένα «κομματικό κέντρο», μια πρωτοβουλία συσπείρωσης γύρω από τον εαυτό μας, αλλά μια συσπείρωση ταξικών δυνάμεων σε γραμμή μάχης.  Η λογική αυτή συνιστά όχι μόνο αγωνιστική-κινηματική αλλά και πολιτική πρόταση προς όλες τις μαχόμενες δυνάμεις της Αριστεράς και του κινήματος να δράσουν από κοινού, να συμβάλουν στην εργατική λαϊκή αντεπίθεση, να αφήσουν τους κομματικούς και παραταξιακούς μονόδρομους.

ε) Ισχυροποίηση των ταξικών, αντικαπιταλιστικών σχημάτων - συσπειρώσεων σε κάθε χώρο και κλάδο

Έχουμε πραγματικές δυνατότητες να κινηθούμε σε μια τέτοια κατεύθυνση. Σε χώρους του δημοσίου οι δυνάμεις των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ είναι ισχυρά διακριτός και με πολλούς αγωνιστικούς δεσμούς πόλος. Στον ιδιωτικό τομέα, παρά τις μεγάλες δυσκολίες, έχουμε δυνάμεις σε μια σειρά χώρους οι οποίες μπορούν να απλωθούν και να παρέμβουν σε περισσότερους κλάδους και Εργατικά Κέντρα.

Υπερασπιζόμαστε την αυτοτέλεια των κινήσεων, τον ανατρεπτικό, αντιδιαχειριστικό, αντιΕΕ προσανατολισμό τους, παλεύοντας να ηγεμονεύσει το αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο που έχει ανάγκη η εργατική τάξη, την ενωτική δημοκρατική λειτουργία τους με βάση τις συνελεύσεις τους και τη δημοκρατική ώσμωση διαφορετικών ρευμάτων. Αρνούμαστε λογικές ενοποίησης ή διάσπασης στη βάση κομματικών σχεδίων ή "κομματικών ταυτοτήτων". Αυτό που είναι αδιαπραγμάτευτο είναι το περιεχόμενό τους, η αγωνιστική στάση, η ανεξαρτησία από το κράτος, την ΕΕ, την εργοδοσία, η αντιδιαχειριστική λογική, η δημοκρατική κουλτούρα. Ενισχύουμε τα εργατικά σχήματα, τις παρεμβάσεις και τις κινήσεις στις οποίες συμμετέχουν οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και παλεύουμε για την αναβάθμιση, ενοποίηση και διεύρυνσή τους με κάθε δύναμη που θέλει να κινηθεί στην παραπάνω κατεύθυνση.

στ) Ανάπτυξη της ενωτικής κατεύθυνσης μέσα στο κίνημα και τους αγώνες και πρωτοβουλιών προς τις μαχόμενες δυνάμεις της αριστεράς.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα συνεχίσει τις πρωτοβουλίες προς τις μαχόμενες δυνάμεις του κινήματος και της αριστεράς. Για την ανάπτυξη των εργατικών διεκδικήσεων, για την ταξική ανασυγκρότηση του κινήματος και την ενίσχυση των συντονισμών από τα κάτω, για την εργατική παρέμβαση στα κρίσιμα μέτωπα του πολέμου και της δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. 

ζ) Στην πορεία για την Συνδιάσκεψη και μετά από αυτή χρειάζεται να συζητηθεί το ζήτημα της δημιουργίας μιας ταξικής εργατικής κίνησης με πανελλαδική διάρθρωση για να εκφραστεί η τάση ανατροπής και χειραφέτησης της εργατικής τάξης.

Η Συνδικαλιστική Γραμματεία χρειάζεται να αναβαθμίσει τη λειτουργία της σε αυτή την κατεύθυνση αξιοποιώντας και την πείρα των παρεμβάσεων των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο εργατικό κίνημα.

32. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα πρωταγωνιστήσει το επόμενο διάστημα και στις αντιφασιστικές, αντιρατσιστικές μάχες στηρίζοντας καταρχήν πρωτοβουλίες που παίρνουν δυνάμεις της που πρωταγωνιστούν σε αυτές (ΚΕΕΡΦΑ, ΣΥΠΡΟΜΕ, τοπικές αντιφασιστικές πρωτοβουλίες).

Η πάλη για τα εργατικά λαϊκά δικαιώματα και τις ελευθερίες ενάντια στα μνημόνια και την καπιταλιστική επίθεση είναι άμεσα δεμένη με την πάλη ενάντια στο ρατσισμό και τους φασίστες. Είναι πάλη για την ενότητα της εργατικής τάξης, για τη δυνατότητά της να σφραγίσει την οργή ενάντια στην κατρακύλα του ΣΥΡΙΖΑ με τη δική της προοπτική της επαναστατικής ελπίδας κόντρα στην αντεπαναστατική  βία των φασιστών. Είναι πάλη στην οποία διεκδικούμε να κερδίσουμε κάθε αγωνιστή και αγωνίστρια. Παλεύουμε για την ανάπτυξη ενός μαζικού, μαχητικού, ενωτικού αντιρατσιστικού και αντιφασιστικού κινήματος που να στρέφεται ενάντια στην κυβέρνηση και την ΕΕ. Δεν συνεργαζόμαστε με την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ή τμήματά της που έχει την ευθύνη για την υλοποίηση της αντιδραστικής πολιτικής.

Αυτό σημαίνει:

•          Στήριξη της μάχης που δίνει η Πολιτική Αγωγή του Αντιφασιστικού Κινήματος στη Δίκη της Χρυσής Αυγής. Για να καταδικαστεί η εγκληματική συμμορία που λειτουργεί με το μανδύα του «νόμιμου πολιτικού κόμματος». Για να πάνε στη φυλακή οι φονιάδες του Λουκμάν και του Παύλου Φύσα από τον Μιχαλολιάκο μέχρι τον τελευταίο μαχαιροβγάλτη.

•          Στήριξη και ανάδειξη της εκστρατείας για να κλείσουν τα «γραφεία»-ορμητήρια των ναζί στη Μεσογείων και της αντίστοιχης Πρωτοβουλίας που έχει συγκροτηθεί στην περιοχή, αλλά και σε κάθε γειτονιά που τολμούν ακόμα να εμφανίζονται.

•          Πάλη ενάντια στην Ευρώπη-Φρούριο, για να καταργηθούν οι ρατσιστικές συμφωνίες της ΕΕ με την Τουρκία και την Λιβύη. Σύνορα ανοιχτά για πρόσφυγες και μετανάστες: «Το ΝΑΤΟ κλείστε τα σύνορα ανοίξτε».

•          Να κλείσουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, άσυλο και στέγη στους πρόσφυγες, πόλεις ανοιχτές για τους πρόσφυγες. Μαζικές προσλήψεις σε σχολεία, δήμους νοσοκομεία και όλες τις κοινωνικές υπηρεσίες για να καλυφθούν οι ανάγκες ντόπιων, μεταναστών και προσφύγων.  

33.       Οι επίμονοι αγώνες του κινήματος, μέσα από τους Συντονισμούς των Συλλογικοτήτων, δεν επέτρεψαν να προχωρήσει η αρπαγή της λαϊκής κατοικίας. Όμως η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κλιμακώνει την επίθεση με τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς και το ιδιώνυμο στους αγωνιστές. Για να αποκρουστεί η επίθεση της κυβέρνησης και των τραπεζιτών πρέπει η μάχη να γίνει υπόθεση όλου του εργατικού κινήματος και της νεολαίας. Να πάρει μορφές λαϊκής αυτοάμυνας ώστε κανένας εργαζόμενος να μην χάσει το σπίτι του. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στηρίζει τον αγώνα του κινήματος για να μπει φραγμός στην αρπαγή και για να ανατραπεί αυτή η πολιτική.

34. Οι επιθέσεις στη νεολαία, στο καθολικό δικαίωμα στην εκπαίδευση και στην εργασία, είναι γενικευμένες και αποτελούν κομμάτι των μνημονιακών επιθέσεων στην εργατική τάξη συνολικά. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ το 2017 η ανεργία των νέων έφτανε το 44,4%, το μεγαλύτερο ποσοστό στην ΕΕ μετά την Ισπανία. Το πρόβλημα της νεανικής ανεργίας κορυφώθηκε το 2013 και παραμένει σε υψηλά επίπεδα, παρά την πολυδιαφημιζόμενη καθοδική της τάση, η οποία σχετίζεται  με την εξάπλωση της επισφαλούς απασχόλησης. Οι όροι εργασίας της νεολαίας είναι σαφώς χειρότεροι από τους ήδη κακούς όρους εργασίας προηγούμενων γενεών. Ο κατώτατος μισθός για τους νέους εργαζόμενους μέχρι 25 χρονών είναι 510,95 ευρώ μεικτά, μικρότερος κατά περίπου 15% σε σχέση με τον μισθό των εργαζόμενων άνω των 25 ετών. Περίπου ένας στους τέσσερις εργάζεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου.

Αντίστοιχα η νεολαία που σπουδάζει στα ΑΕΙ-ΤΕΙ είναι αντιμέτωπη με τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στην ανώτατη εκπαίδευση όπως αυτές εκφράζονται στην περίοδο των μνημονίων. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ συνεχίζει την πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων και ψηφίζει νόμους αντίστοιχους αυτών της Διαμαντοπούλου και του Αρβανιτόπουλου. Το καλοκαίρι ψήφισε το «νόμο Γαβρόγλου» που προβλέπει κλεισίματα και συγχωνεύσεις σχολών και τμημάτων, βάζει δίδακτρα σε όλα τα μεταπτυχιακά (με ανοιχτή την προοπτική και για τα προπτυχιακά) και σπρώχνει τα πανεπιστήμια στην αυτοχρηματοδότηση, δηλαδή βαθύτερη σύνδεση με την αγορά (χορηγίες). Παράλληλα έρχεται να διαλύσει τα πτυχία μετατρέποντάς τα σε απλά πιστοποιητικά γνώσεων-σπουδών χωρίς κατοχυρωμένα επαγγελματικά δικαιώματα και να ενισχύσει τη λογική του ατομικού φάκελου προσόντων, της κατάρτισης και επανακατάρτισης στους φοιτητές-αποφοίτους (με επί πληρωμή πιστοποιήσεις). Η εξαγγελία για Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής είναι κομμάτι αυτής της πολιτικής. Όλο αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, καθώς και η πίεση για όσο το δυνατόν ταχύτερη ένταξη στην αγορά εργασίας, έχουν ως αποτέλεσμα την πολύ σκληρή πειθάρχηση της σπουδάζουσας νεολαίας.

Την ίδια στιγμή οι αλλαγές αυτές συναντούν αντιστάσεις. Ήδη το τελευταίο διάστημα  νέοι εργαζόμενοι οργανώνονται σε μια σειρά χώρους δουλειάς και αντιστέκονται απέναντι στο καθεστώς της επισφάλειας, της απλήρωτης εργασίας, των απολύσεων. Στα ΕΠΑΛ, ο αγώνας στα ΤΕΙ, στις εστίες, η μαζική συμμετοχή της νεολαίας στις αντιρατσιστικές και αντιφασιστικές μάχες αποτελούν τέτοια παραδείγματα.

Στην εργατική νεολαία η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να εντείνει την προσπάθεια της να ενισχύσει τις συλλογικές μορφές οργάνωσης και πάλης της νεολαίας αξιοποιώντας και μελετώντας την πείρα  από μορφές οργάνωσης που αναπτύσσονται στην νεολαία (επιτροπές ανέργων, πρωτοβουλίες ενάντια στην επισφάλεια κλπ) με σταθερό προσανατολισμό στην ενίσχυση των συνδικάτων ή τη δημιουργία νέων εκεί που δεν υπάρχουν, και τη σύνδεση με την υπόλοιπη εργατική τάξη.

Στη σπουδάζουσα νεολαία απαιτείται να συμβάλλουμε στην ανάπτυξη ενός πλατιού ρωμαλέου κινήματος που θα εναντιώνεται στην επιδιωκόμενη καπιταλιστική αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης, θα απαντάει στις προκλήσεις και επίδικα της περιόδου, θα φέρνει τους Φοιτητικούς Συλλόγους σε καλύτερες θέσεις μάχης και θα καθιστά το φοιτητικό κίνημα ξανά νικηφόρο και επικίνδυνο, συμβάλλοντας στην υπόθεση της αντικαπιταλιστικής ανατροπής. Ως δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στηρίζουμε την Ενιαία Ανεξάρτητη Αριστερή Κίνηση και τα σχήματα που την συγκροτούν. Στην κρίσιμη καμπή που βρίσκεται η ΕΑΑΚ από πλευράς μας υπερασπίζουμε και παλεύουμε για τον αντικαπιταλιστικό της χαρακτήρα, τη ριζική δημοκρατική της ανασυγκρότηση και τη μαχητική κινηματική δράση της.   

35. Μεγάλη σημασία αποκτά η πάλη για την προστασία της φύσης, του περιβάλλοντος (δομημένου και φυσικού) απέναντι στην επίθεση των «επενδυτών», στην αποθέωση της «ανταγωνιστικότητας» και των «επενδύσεων» τις δυνάμεις του κεφαλαίου και όλες ανεξαίρετα τις κυβερνήσεις και την ΕΕ.  Η πάλη για την προστασία του φυσικού, του πολιτιστικού αλλά και του δομημένου περιβάλλοντος ενάντια στην εκμεταλλευτική μανία του κεφαλαίου διαχωρίζεται από τις λογικές του «πράσινου καπιταλισμού», που απλά έρχεται να κερδοσκοπήσει –και σε ένα σημαντικό βαθμό να συνεχίσει την καταστροφή- πάνω στις πληγές που συνεχίζει να ανοίγει  το κεφάλαιο. Το δίλημμα καπιταλιστική βαρβαρότητα, καταστροφή της φύσης και υποδούλωση του ανθρώπου ή κομμουνιστική απελευθέρωση έρχεται στο προσκήνιο με νέα δυναμική.

Από τις Σκουριές μέχρι τη Φιλαδέλφεια, υπήρχαν και υπάρχουν σημαντικές εστίες αντίστασης από τα κάτω. Δίπλα στην οργή και το θυμό για τις περιβαλλοντικές καταστροφές υπάρχει η διάθεση για αγώνα κόντρα σ' αυτές τις επιλογές κεφαλαίου και κυβέρνησης. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ήταν και είναι παρούσα και δίπλα στο κόσμο που παλεύει στα μέτωπα αυτά. Στη Νέα Φιλαδέλφεια κατάφερε να σπάσει τη τρομοκρατία Μελισανίδη, που με την αρωγή της κυβέρνησης και της αστυνομίας απαγόρευε με τη βία των μπράβων του κάθε συλλογική δράση, και να οργανώσει μία μαζική και πετυχημένη εκδήλωση όπου έδωσε βήμα σε ευρύτερα κομμάτια των κινήσεων της περιοχής να συζητήσουν και να οργανώσουν.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα πρέπει να αναβαθμίσει τη δράση της σ' αυτά τα μέτωπα: Οι δυνάμεις των ΤΕ πρέπει να μπούν μπροστά για να ενωθεί και να συντονιστεί η αντίσταση σε κάθε γειτονιά και από γειτονιά σε γειτονιά με κέντρο τα τοπικά συνδικάτα, τις αριστερές δημοτικές κινήσεις, τις τοπικές συλλογικότητες ώστε να μην προχωρήσουν τα περιβαλλοκτόνα σχέδια κυβέρνησης, κεφαλαίου που καταστρέφουν τη ζωή μας. Οι εκλεγμένοι δημοτικοί και περιφερειακοί σύμβουλοι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τα δημοτικά σχήματα που συμμετέχει είναι πολύτιμη βοήθεια σ' αυτή τη προσπάθεια.

Ταυτόχρονα, και εξίσου σημαντικό, θα πρέπει να προβάλει την συνολική αντικαπιταλιστική εναλλακτική απέναντι στη καταστροφή του περιβάλλοντος. Η σύνδεση της περιβαλλοντικής καταστροφής με το κέρδος των καπιταλιστών δεν είναι προνόμιο μίας μικρής μειοψηφίας αντικαπιταλιστών. Όλο και περισσότερος κόσμος, μέσα από την εμπειρία του και τους αγώνες του, κάνει αυτή τη σύνδεση και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα πρέπει να τον κερδίσει στη συνολική αντικαπιταλιστική εναλλακτική.  

36. Η παρέμβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο κίνημα ενάντια στην έμφυλη καταπίεση. Η 8 Μάρτη του 2017, παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, σημαδεύτηκε από τις μαζικότερες και πιο δυναμικές διαδηλώσεις στον πλανήτη, με την προσπάθεια συγκρότησης ενός νέου διεθνούς γυναικείου κινήματος. Και στην Ελλάδα το γυναικείο κίνημα εμπνέεται από τους διεθνείς αγώνες και βρίσκεται σε άνοδο. Οι γυναίκες είναι ορατές στην πρώτη γραμμή των αγώνων, από τα νοσοκομεία και τα σχολεία μέχρι τα πολυκαταστήματα, τις καθαρίστριες, τα ΜΜΕ, τις σχολές, τις διαμαρτυρίες ενάντια στη σεξιστική βία και δείχνουν ότι έχουν τη δυναμική να αντιπαλέψουν τα χτυπήματα.

Για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι σαφές ότι το γυναικείο ζήτημα και το ζήτημα της έμφυλης καταπίεσης συνδέεται άμεσα με το πεδίο της ταξικής αντιπαράθεσης. Η οργανική σύνδεση του γυναικείου και ΛΟΑΤΚΙ κινήματος με το εργατικό κίνημα, το μπόλιασμά του με τους στόχους και το περιεχόμενο της αντικαπιταλιστικής ανατροπής είναι βασική προϋπόθεση για την κατάργηση κάθε διάκρισης με βάση το φύλο, την καταγωγή, τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Με αυτό το σκεπτικό οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις στις 8 Μάρτη και στις 25 Νοέμβρη, και σε κινηματικές πρωτοβουλίες σε αντι-σεξιστική κατεύθυνση. Με το ίδιο σκεπτικό στηρίξαμε τα αιτήματα και τις κινητοποιήσεις των ΛΟΑΤΚΙ+ για το σύμφωνο συμβίωσης και την ταυτότητα φύλου, κόντρα στις επιθέσεις που δέχτηκαν από τα ΜΜΕ, τα αστικά κόμματα και την Εκκλησία.

Εμπνεόμαστε από τη Ρώσικη Επανάσταση, τα 100 χρόνια της οποίας γιορτάσαμε πέρσι, που έδωσε μια πραγματική γεύση του τι σημαίνει να σπάνε τα δεσμά της σεξιστική καταπίεσης. Η επαναστατική εργατική κυβέρνηση παραχώρησε στις γυναίκες το δικαίωμα ψήφου, το αυτόματο διαζύγιο, τα ίδια δικαιώματα και ίση αμοιβή στην απασχόληση ανάμεσα στις γυναίκες και άντρες. Η μοιχεία, η αιμομιξία και η ομοφυλοφιλία έπαψαν να είναι ποινικά αδικήματα.

Για την οργάνωση της παρέμβασης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για τα ζητήματα φύλου, και με αυτό τον πολιτικό προσανατολισμό, λειτουργεί η ομάδα φύλου ΑΝΤΑΡΣΥΑ LGBTQI+ και γίνεται προσπάθεια για την ενίσχυση της Ομάδας Γυναικών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ώστε να ανταποκριθούμε στις μάχες που βρίσκονται μπροστά. Τα ζητήματα της έμφυλης καταπίεσης, πρέπει να απασχολήσουν με συγκεκριμένο τρόπο το σύνολο του δυναμικού των αγωνιστών και αγωνιστριών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ειδωμένα από τη σκοπιά της καθολικής κοινωνικής χειραφέτησης και απελευθέρωσης.

Ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα που στόχο έχει τη διάσπαση της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων για να διατηρήσει την κυριαρχία του, να αντιπαραβάλουμε την κατάργηση των ταξικών ανισοτήτων και την κοινωνική χειραφέτηση. Αγώνας που περνάει και μέσα από τη γυναικεία χειραφέτηση. Γιατί η απελευθέρωση των γυναικών και όλων των καταπιεσμένων από τον σεξισμό δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την απελευθέρωση συνολικά της εργατικής τάξης από την εκμετάλλευση, και άρα από το καπιταλιστικό σύστημα. Αλλά και αντίστροφα, δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνική χειραφέτηση χωρίς την εξάλειψη κάθε καταπίεσης.

Γ3. Ο ρόλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την οικοδόμηση ενός μαζικού αντικαπιταλιστικού ρεύματος στο κίνημα και την κοινωνία. Το αντικαπιταλιστικό μέτωπο και η πολιτική συνεργασία των αντικαπιταλιστικών αντιΕΕ δυνάμεων

37. Μπροστά στους εργαζόμενους και τον λαό ανοίγονται δύο δρόμοι: Είτε οι αστικές μνημονιακές πολιτικές δυνάμεις, παλιές και νέες, θα επιβάλουν τη δική τους «έξοδο» από την καπιταλιστική κρίση  πάνω στις πλάτες της εργατικής τάξης και του λαού, είτε το εργατικό κίνημα και ο λαός θα επιβάλουν τη δική τους αντικαπιταλιστική διέξοδο αναγκάζοντας τους καπιταλιστές να πληρώσουν το κόστος.

Παλεύουμε για το ψωμί, την δουλειά, την ειρήνη, τις λαϊκές ελευθερίες και τα δικαιώματα της εποχής μας, για την αντικαπιταλιστική ανατροπή της ευρωμνημονιακής επίθεσης κυβέρνησης – κεφαλαίου – ΕΕ – ΔΝΤ, των αντιδραστικών καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, της επιτροπείας, του πολεμικού κινδύνου και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, της επίθεσης στα δημοκρατικά δικαιώματα. Παλεύουμε για την ήττα και την ανατροπή της πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, και κάθε κυβέρνησης που ακολουθεί την ίδια πολιτική, την ήττα συνολικά του αστικού μνημονιακού μπλοκ. Με την δύναμη της εργατικής τάξης και του εργατικού και λαϊκού κινήματος, και του αντικαπιταλιστικού μετώπου.  Για να ανοίξει ο δρόμος για ρήγματα στην αστική πολιτική, για την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας,  για να περάσει ο πλούτος και η εξουσία στα χέρια των εργαζόμενων.  

Βάση της πολιτικής μας είναι το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα. Το πλαίσιο των πολιτικών στόχων του αντικαπιταλιστικού προγράμματος συγκρούεται με την κυρίαρχη αστική πολιτική. Απευθύνεται στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, με στόχο την ανάπτυξη του αγώνα για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. «Γεφυρώνει» τις σημερινές διεκδικήσεις με την προοπτική της ανατροπής του καπιταλισμού και τον ορίζοντα της  εργατικής εξουσίας.

Το ερώτημα τελικά ποιά τάξη και σε ποιά κατεύθυνση μπορεί να πάρει τον πραγματικό έλεγχο της οικονομίας και του κράτους στα χέρια της, και κατ’ επέκταση το αίτημα του εργατικού ελέγχου, γίνεται όλο και πιο επίκαιρο, ειδικά σε συνθήκες αναζήτησης «εναλλακτικής λύσης» από τα μαχόμενα κομμάτια του κινήματος. Ο εργατικός έλεγχος μπορεί να αποτελέσει σημείο αντίστασης στην επίθεση των καπιταλιστών (ιδιωτικοποιήσεις, εκμετάλλευση των δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών, ομαδικές απολύσεις, φαινομενικές χρεοκοπίες, εγκατάλειψη επιχειρήσεων αφού τις υπερχρεώσουν κλπ). Επιβάλλεται μέσα από τους αγώνες του εργατικού κινήματος, αμφισβητώντας την εξουσία των καπιταλιστών και του διευθυντικού τους μηχανισμού, τόσο στην άμεση διαδικασία παραγωγής (στους χώρους δουλειάς), όσο και στην κοινωνία συνολικά προβάλλοντας την προοπτική μιας άλλης εξουσίας και μιας άλλης οργάνωσης της παραγωγής στο σήμερα.

Τελικός στόχος και αναπόσπαστο στοιχείο του αντικαπιταλιστικού προγράμματος είναι η επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας, το τσάκισμα του αστικού κράτους. Με την επαναστατική αλλαγή ανοίγει ο δρόμος για την μετάβαση στις σοσιαλιστικές/κομμουνιστικές κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές σχέσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επανάσταση είναι στην ημερήσια διάταξη. Σημαίνει ότι εμπνέει και καθορίζει τους σημερινούς μας σκοπούς και μέσα, ότι διαμορφώνει τον σημερινό μας ορίζοντα, ότι καθορίζει τον τελικό μας στόχο, την πάλη για την εξουσία.

Το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα δεν είναι για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ «άλλοθι διαχωρισμού» με άλλες δυνάμεις, «σεχταρισμού» ή «φετίχ». Ξεκινάει από την αντίληψη ότι  σήμερα δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική φιλολαϊκή διέξοδος από την κρίση χωρίς ρήξη και αναμέτρηση με την αστική τάξη και τους συμμάχους της, χωρίς να χάσει πλούτο και εξουσία το κεφάλαιο και τελικά χωρίς την ανατροπή του.

38. Στοιχείο του προγράμματος είναι και η απάντηση στο ερώτημα «ποιος θα το υλοποιήσει». Το πρόγραμμα  προωθείται -και με την προώθησή του μπορούν να επιβληθούν κατακτήσεις και ρωγμές από σήμερα- με την πάλη του εργατικού και λαϊκού κινήματος και του «αντικαπιταλιστικού μετώπου». Στο σύνολό του, όμως, το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα μπορεί να το υλοποιήσει η εξουσία και η  κυβέρνηση των εργαζόμενων, η εξουσία και η κυβέρνηση  των οργάνων του εργατικού και λαϊκού κινήματος.

Για αυτό τον λόγο οι δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής-επαναστατικής αριστεράς υποστηρίζουν ότι απαιτείται η πάλη για τη συνολική εξουσία. Ρίχνουν από  σήμερα  όλο το βάρος τους στα όργανα του εργατικού και του λαϊκού κινήματος.

39. Παίρνοντας υπόψη τα παραπάνω, οι βασικές πολιτικές αιχμές του αντικαπιταλιστικού προγράμματος πάλης, για την ανατροπή της πολιτικής κυβέρνησης - κεφαλαίου - ΕΕ - ΔΝΤ - ΝΑΤΟ, είναι:

  • Διαγραφή του χρέους, αντί για τα αιματηρά «πλεονάσματα» που λεηλατούν την εργατική τάξη.
  • Κρατικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων αντί για ιδιωτικοποιήσεις και πλειστηριασμοί που χαρίζουν πλούτο στα «επενδυτικά» λαμόγια.
  • Διεθνιστική έξοδος/ρήξη με το ευρώ, την ΕΚΤ και την ΕΕ και επιβολή εργατικού ελέγχου σε όλα τα επίπεδα, στην οικονομία και στην πολιτική.

• Ριζική βελτίωση της θέσης των εργαζομένων σε βάρος του κεφαλαίου, με αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, μείωση του χρόνου εργασίας, δουλειά σταθερή και με ασφάλιση. Ιδιαίτερα παλεύουμε για την μείωση της ανεργίας με μαζικές προσλήψεις στο δημόσιο για τις κοινωνικές ανάγκες σε παιδεία, υγεία, υπηρεσίες Δήμων κλπ. Μείωση των χρόνων συνταξιοδότησης και των ωρών εργασίας. Εθνικοποίηση και άνοιγμα με κρατική χρηματοδότηση και εργατικό έλεγχο όλων των κλειστών εργοστασίων. Να καταργηθεί η αντιδραστική διάκριση παλιών/νέων εργαζόμενων.

• Μονομερής κατάργηση όλων των Μνημονίων, των δανειακών συμβάσεων και των εφαρμοστικών νόμων που τις συνοδεύουν.

• Αποδέσμευση από την ΕΕ από την σκοπιά των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων. Απελευθέρωση από το καθεστώς επιτροπείας από ΕΕ και ΔΝΤ.

• Παύση πληρωμών και διαγραφή του χρέους. Συμβολή στην διεθνιστική πάλη για την διαγραφή των χρεών, που αποτελεί όπλο του χρηματιστικού κεφαλαίου στην αδιανόητη ληστεία λαών, χωρών, φυσικού πλούτου κλπ.

  • Υπεράσπιση της ειρήνης, ενάντια στον πόλεμο και τον ιμπεριαλισμό, τους ανταγωνισμούς των αστικών τάξεων. Παλεύουμε ενάντια στον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό που είναι αντιδραστικός και από τις  δύο πλευρές του Αιγαίου και έχει σαν αντικείμενο τους ανταγωνισμούς των αστικών τάξεων για τις ΑΟΖ, για την γεωπολιτική τους αναβάθμιση στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών σχεδίων και ανταγωνισμών. Είμαστε αντίθετοι στον επικίνδυνο άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ-Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου. Έξω από ΝΑΤΟ και ευρωστρατό, κλείσιμο των βάσεων. Δίκαιη βιώσιμη λύση στο Κυπριακό για Κύπρο χωρίς ελληνικό και τουρκικό  στρατό και αγγλικές ή άλλες βάσεις, με εξασφαλισμένα τα δικαιώματα των λαών της Κύπρου να αποφασίσουν για την τύχη τους. Όχι στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στα Βαλκάνια. Παλεύουμε ενάντια στον εθνικισμό που προσπαθεί να σηκώσει κεφάλι με αφορμή το «όνομα της Μακεδονίας». Να μην αφήσουμε την ελληνική κυβέρνηση να γίνει ο «νονός» των Βαλκανίων. Ίσα πολιτικά και θρησκευτικά δικαιώματα στις μειονότητες.

• Καμιά ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση των δημόσιων αγαθών. Εθνικοποίηση χωρίς αποζημίωση, με εργατικό και κοινωνικό έλεγχο όλων των τραπεζών και των μονάδων στρατηγικής σημασίας, λειτουργία τους για τις κοινωνικές ανάγκες. Να περάσουν στα χέρια τω εργατών με στήριξη των εργατικών καταλήψεων μονάδων που εγκαταλείπουν οι καπιταλιστές.

• Παλεύουμε ενάντια στις κατασχέσεις, τους πλειστηριασμούς, στην οικονομική βία σε βάρος της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Κατάργηση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, νομοθετική κατοχύρωση του ακατάσχετου της πρώτης λαϊκής κατοικίας, διαγραφή των χρεών ανέργων και φτωχών προς τράπεζες, κράτος, δήμους, ταμεία. Κατάσχεση της περιουσίας των καπιταλιστών που κλείνουν επιχειρήσεις ή και αφήνουν απλήρωτους εργαζόμενους και ασφαλιστικά ταμεία.

• Δουλειά στους ανέργους και πολύπλευρη στήριξή τους ενάντια στη μάστιγα της ανεργίας.

• Ριζική αύξηση της φορολόγησης του πλούτου, του κεφαλαίου, των εφοπλιστών και της εκκλησίας. Αγώνας ενάντια στη φοροληστεία εργαζομένων και φτωχών.

• Υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργατών γης, στήριξη της μικρής και μεσαίας αγροτιάς και των πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών της, στην κατεύθυνση της φτηνής και ποιοτικής αγροτοδιατροφικής επάρκειας του λαού.

• Πάλη για τις δημοκρατικές ελευθερίες και τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα της εποχής μας ενάντια στην πολιτική αντίδραση. Πάλη ενάντια στην ιδεολογική τρομοκρατία του κεφαλαίου και των ιδιοκτητών ΜΜΕ.

• Δικαιώματα, άσυλο, ανοιχτά σύνορα, ελευθερίες για πρόσφυγες και μετανάστες, ενάντια στη γκετοποίηση, τις απελάσεις και τη δολοφονική αντιμετώπισή τους από ΕΕ και κυβέρνηση. Κάτω η ρατσιστική συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας-Ελλάδας.

• Πάλη για τη συντριβή των φασιστικών και ρατσιστικών συμμοριών, της Χρυσής Αυγής και των κρατικών και επιχειρηματικών στηριγμάτων της.

• Δημόσια, δωρεάν και ελεύθερη πρόσβαση σε παιδεία, υγεία, πρόνοια για όλους (ντόπιους, πρόσφυγες και μετανάστες).

• Παλεύουμε ενάντια στην καταπίεση και το σεξισμό, ενάντια σε κάθε μορφή διάκρισης και βίας λόγω φύλου-σεξουαλικού προσανατολισμού.

Το μεταβατικό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα που διαμόρφωσε και παρουσίασε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, από τη πρώτη στιγμή της δημιουργίας της, επηρέασε και καθόρισε τα αιτήματα και τους στόχους πάλης όλης της αριστεράς. Η διαγραφή του χρέους, η διεθνιστική ρήξη – αποδέσμευση από ΕΕ και ευρώ, ο εργατικός έλεγχος είναι μερικά από τα αιτήματα που υιοθετούνται από ευρύτερα κομμάτια της αριστεράς και του κινήματος.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα αναλάβει αυτοτελή καμπάνια προώθησης και ενημέρωσης για το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα με στόχο όχι μόνο να γίνει γνωστό σε ακόμη πλατύτερα κομμάτια της εργατικής τάξης και του λαού αλλά, πολύ περισσότερο, νικηφόρο όπλο στη πάλη των πρωτοπόρων αγωνιστών στους χώρους δουλειάς και εκπαίδευσης, στα συνδικάτα, στη νεολαία, στις γειτονιές, στην ύπαιθρο. Μ’ αυτό τον τρόπο θα συνδεθεί ζωντανά με τους αγώνες που δίνει σήμερα η εργατική τάξη, ώστε και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι να το κατακτούν μέσα από την εμπειρία τους και να συγκροτούνται σε υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής.

Ταυτόχρονα, επιδιώκουμε να συσπειρώνονται γύρω από το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και ευρύτερες πολιτικές δυνάμεις, ρεύματα και αγωνιστές, ώστε να συμβάλλουν με την δράση και τις ιδέες τους στην αλλαγή του συσχετισμού στην κοινωνία και την αριστερά.

40.  Ορισμένα ιδεολογικά ζητήματα της πάλης σήμερα

Με την υπογραφή των μνημονίων, αλλά και ακόμα περισσότερο με την μονιμοποίηση του καθεστώτος της επιτροπείας με διάφορες μορφές σε βάθος δεκαετιών (το λιγότερο μέχρι το 2060) και την αντιδραστική μετεξέλιξη της ΕΕ επιβεβαιώνεται η σημασία και το βάθος του ρόλου της  «επιτροπείας», σαν ειδική μορφή άσκησης της εξουσίας του κεφαλαίου και της σχέσης εθνικού-διεθνικού στις μέρες μας. Παλεύουμε για την κατάργηση των μνημονίων και της επιτροπείας κατανοώντας ότι αποτελούν  την ειδική μορφή που πήρε στην χώρα μας η επιβολή των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων από την συμμαχία ντόπιου και ξένου κεφαλαίου. Ότι αποτελεί τόσο «εσωτερική ανάγκη» του ελληνικού καπιταλισμού για να χτυπήσει το εργατικό κίνημα όσο και του ευρωπαϊκού για να σταθεροποιήσει την νομισματική ενοποίηση. Παλεύουμε ενάντια στην επιτροπεία από τη σκοπιά των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων, της λαϊκής κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας και της απελευθέρωσης του «έθνους των εργαζομένων» από τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς, αποκαλύπτοντας το ταξικό συμφέρον που κινεί αυτή την πολιτική. Η μάχη κατά των μνημονίων και της επιτροπεία στρέφεται ενάντια σε όλους τους εκμεταλλευτές, εγχώριους και ξένους.

41. Πάνω σε αυτή την βάση διαμορφώνεται η πολιτική απεύθυνση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προς τους εργαζόμενους και προς όλες τις δυνάμεις που παλεύουν για τα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα σε λογική ρήξης με το μαύρο μέτωπο κεφαλαίου-ΕΕ-ΔΝΤ και τον ιμπεριαλισμό, για μια σοσιαλιστική χειραφετητική προοπτική, για μια άλλη αριστερά, για την οικοδόμηση του αντικαπιταλιστικού μετώπου/πόλου.

Το πρόγραμμα, η προοπτική και η πρακτική του «αντικαπιταλιστικού μετώπου» στρέφονται ενάντια στους βασικούς νόμους του συστήματος (της κυριαρχίας της εκμετάλλευσης, του κέρδους, των αγορών, της ανταγωνιστικότητας, παραγωγικότητας κλπ). Έχει πολιτική ρήξης με την αστική τάξη και το κράτος της, με επαναστατική κατεύθυνση και ηγεμονία. Έχει ως τελικό στόχο την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της. Προσεγγίζει την επανάσταση μέσα από την πάλη για την υλοποίηση του αντικαπιταλιστικού προγράμματος, την οργάνωση και ωρίμανση των δυνάμεων για αυτήν.

Δρόμοι για την οικοδόμηση του αντικαπιταλιστικού μετώπου/πόλου όπως αυτοί καθορίστηκαν από την 3η Συνδιάσκεψη είναι: i) πρωτοβουλίες κοινής δράσης στα πλαίσια του αγωνιστικού μετώπου, ii) πολιτικές πρωτοβουλίες και πολιτικός συντονισμός σε κεντρικά μέτωπα της ταξικής πάλης με στόχο τη συσπείρωση δυνάμεων, iii) πρωτοβουλίες διαλόγου για το αντικαπιταλιστικό μέτωπο/πόλο. iv)   οι συνολικές προτάσεις  πολιτικής συνεργασίας, των αντικαπιταλιστικών, αντιιμπεριαλιστικών, αντιΕΕ δυνάμεων.

Η οικοδόμηση του αντικαπιταλιστικού μετώπου αποτελεί μια ολόκληρη κοινωνική και πολιτική διαδικασία. Δεν είναι μια ζαριά. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιδιώκει επομένως να  συμβάλλει στο να ωριμάζουν οι προϋποθέσεις μιας τέτοιας πορείας.  Στο  μετασχηματισμό των πιο πρωτοπόρων τάσεων του κινήματος, ώστε να προσεγγίζουν το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα.  Επιδιώκει να επιδράσει στο ήδη υπάρχον δυναμικό της αντικαπιταλιστικής και της επαναστατικής αριστεράς ώστε να συμβάλλει αποφασιστικά στην πορεία του αντικαπιταλιστικού μετώπου. Επιδιώκει την ουσιαστική ανάπτυξη - αναβάθμιση της ίδιας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ώστε να μπορέσει να παίξει το ρόλο που της αναλογεί σε μια τέτοια πορεία από την άποψη της προγραμματικής επάρκειας, της λαϊκής γείωσης, της ελκτικής δημοκρατικής δομής και λειτουργίας και της οργανωτικής ικανότητας. Για τον λόγο αυτό η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ανοιχτή στην ένταξη νέων δυνάμεων στις γραμμές της

 

42. Σε αυτή την κατεύθυνση επιδιώκει να συμβάλλει και μέσα από την πρόταση «Για ένα κοινό πολιτικό βηματισμό, την κοινή δράση, τον διάλογο και την πολιτική συνεργασία των αντικαπιταλιστικών, αντιιμπεριαλιστικών, αντι-ΕΕ δυνάμεων και των δυνάμεων της ανατροπής», όπως αυτή διαμορφώθηκε στο ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ το Γενάρη του 2016 και στην οποία επιμένουμε.

Η πρόταση αυτή έχει ως βάση της το πλαίσιο πολιτικών στόχων του αντικαπιταλιστικού προγράμματος. Κινείται σταθερά στην κατεύθυνση της σύγκρουσης με την αστική τάξη, την ΕΕ, τον ιμπεριαλισμό και τους φορείς τους. Απορρίπτει την κρατική διαχείριση και την λογική της «αριστερής» ή άλλης κυβέρνησης μέσα στα πλαίσια της «συνέχειας του κράτους» και των ιμπεριαλιστικών οργανισμών.  Στοχεύει στο μετασχηματισμό της κοινωνίας σε σοσιαλιστική κατεύθυνση, διαχωριζόμενη από «ενδιάμεσες λύσεις» και αυταπάτες φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού.

Δεν  θέτει ως προαπαιτούμενο την υποχρεωτική σύνδεση της συνεργασίας με την προοπτική του πόλου της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, ούτε ως προϋπόθεση τη συμφωνία για την  επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας, αφού δεν πρόκειται για συγκρότηση ενός διαφορετικού από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ αντικαπιταλιστικού μετώπου ή υποκατάσταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η οποία διατηρεί την αυτοτέλειά της και αναπτύσσεται ώστε να επιδρά θετικά σε όλη αυτή την διεργασία.

Μέσα από υλοποίηση μιας τέτοιας πολιτικής συνεργασίας θα συγκεντρώνονται δυνάμεις γύρω από τους βασικούς στόχους του αντικαπιταλιστικού προγράμματος, θα ενισχύεται η λαϊκή κινητικότητα, θα δημιουργείται μια νέα ελπίδα στους εργαζόμενους, θα ωριμάζουν οι προϋποθέσεις για τον αντικαπιταλιστικό πόλο και για ευρύτερες ανακατατάξεις στην αριστερά.  Για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι εξίσου σημαντικές οι πρωτοβουλίες για την κοινή δράση και οι κάθε μορφής πολιτικές πρωτοβουλίες. Είναι σημαντικό να προχωρούν παράλληλα και να αλληλοεπηρεάζονται.

43. Η  πρόταση «πολιτικής συνεργασίας» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απευθύνεται στο ευρύ και αντιφατικό εκείνο φάσμα δυνάμεων  αντικαπιταλιστικού, αντιιμπεριαλιστικού, αντιΕΕ και αντιδιαχειριστικού προσανατολισμού που υπάρχει σήμερα στην αριστερά.

Σε αγωνιστές που έχουν αποχωρήσει από τον ΣΥΡΙΖΑ, ή δυνάμεις που προέρχονται  από ρεφορμιστικά ρεύματα και αναζητούν με τον δικό τους τρόπο και διαδρομές προς τα αριστερά και στις  μαχόμενες πρωτοπορίες του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Η πρόταση για την «πολιτική συνεργασία» απευθύνεται σε δυνάμεις που τείνουν να υπερβούν το όριο της διαχειριστικής λογικής και κινούνται σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Για τις δυνάμεις του ΚΚΕ και της ΛΑΕ με βάση το περιεχόμενο της πολιτικής τους, την κατεύθυνση της  μετωπικής τους  πρότασης, τις δυνάμεις που απευθύνονται και την κινηματική τους πρακτική  δεν υπάρχουν προϋποθέσεις εφ’ όλης της ύλης πολιτικής συνεργασίας.

Με τις δυνάμεις αυτές καθώς και με τις άλλες μαχόμενες αριστερές δυνάμεις, επιδιώκουμε με επιμονή την κοινή δράση μέσα στο μαζικό κίνημα,  τον πολιτικό συντονισμό σε κρίσιμα μέτωπα της ταξικής πάλης και τον διάλογο, επιδιώκοντας να κερδίσουμε δυνάμεις τους προς την αντικαπιταλιστική προοπτική.

44. Η πρωτοβουλία «Για ένα κοινό πολιτικό βηματισμό, την κοινή δράση, τον διάλογο και την πολιτική συνεργασία των αντικαπιταλιστικών, αντιιμπεριαλιστικών, αντι-ΕΕ δυνάμεων και των δυνάμεων της ανατροπής» όπως και αυτή για την «κοινή δράση», βρήκε ανταπόκριση σε σημαντικό κομμάτι αγωνιστών της  βάσης της αριστεράς.

Παρόλα αυτά διαπιστώνουμε ότι στα ρεύματα που εγκαταλείπουν τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τις δυνάμεις που προέρχονται από αυτόν, η πολιτική και οργανωτική ρήξη δεν σημαίνει αυτόματα και ιδεολογική μετατόπιση προς μια πιο βαθιά αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Πολλά ζητήματα  παραμένουν αξεκαθάριστα και θολά, συνυπάρχουν αριστερές αντικαπιταλιστικές και διαχειριστικές/ρεφορμιστικές αντιλήψεις. Γι’ αυτό απαιτείται να αποφύγουμε τόσο την απογοήτευση και την παραίτηση, την υπόκλιση στις αντιφατικές απόψεις που υπάρχουν στα ρεύματα αυτά, τον σεχταρισμό και την ανυπομονησία.

Σε ό,τι αφορά τις οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις και ρεύματα, αναδείχθηκε η δυνατότητα μιας συμφωνίας πάνω σε στόχους του προγράμματος της πολιτικής πρότασης χωρίς, όμως, συνολικά να έχουν ξεπεραστεί οι προγραμματικές διαφορές, αλλά κυρίως χωρίς να αποτυπώνεται μια επιλογή στήριξης ενός μετωπικού βήματος για την πολιτική συνεργασία των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής, αντιιμπεριαλιστικής αντιΕΕ αριστεράς. 

Με βάση όλα τα παραπάνω η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα συνεχίσει την πολιτική της πρωτοβουλία, με στόχο ένα νέο και ορατό βήμα συσπείρωσης δυνάμεων που κινούνται σε αντικαπιταλιστική, αντιιμπεριαλιστική, αντιδιαχειριστική κατεύθυνση, με έμφαση στην «από κάτω» συσπείρωση αγωνιστών και ρευμάτων, αλλά και με ανοιχτή πρόσκληση σε δυνάμεις και ρεύματα.

45. Η πρόταση πολιτικής συνεργασίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν έχει σχέση με εκλογικές στοχεύσεις. Είμαστε αντίθετοι σε  λογικές  που αντιλαμβάνονται τις εκλογικές προτάσεις και συνεργασίες «αυτονομημένα», με ευκαιριακά κριτήρια κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης.

Επιμένουμε ότι η μαχόμενη αριστερά πρέπει να ρίξει όλο της το βάρος στους αγώνες ενάντια στο σφαγείο που οδηγεί τους εργαζόμενους και το λαό η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, χωρίς να περιμένει την τιμωρία της κυβέρνησης από τις κάλπες ή την εκλογική της ενίσχυση αυτονομώντας τους εκλογικούς στόχους από το αναγκαίο πολιτικό περιεχόμενο γεγονός που οδηγεί σε καιροσκοπικές συμμαχίες χωρίς αρχές.

Σε κάθε περίπτωση το πρόγραμμα και το εύρος των δυνάμεων που απευθυνόμαστε για την πρόταση πολιτικής συνεργασίας θα αποτελέσουν και την βάση της εκλογικής μας τακτικής σε περίπτωση προκήρυξης εκλογών. Δεν έχουμε διαφορετική τακτική στις εκλογές και διαφορετική στις πολιτικές συνεργασίες.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρωτοστατώντας ενωτικά και μαχητικά στους αγώνες και στο συντροφικό διάλογο για την επικαιρότητα του αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος, διαμορφώνει τις συνθήκες ώστε η όποια συζήτηση προκύψει για εκλογική - πολιτική συνεργασία με άλλες δυνάμεις να γίνει με όρους προωθητικούς για την ταξική πάλη και τον αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό του δυναμικού που έχει αποδεσμευτεί ή αποδεσμεύεται από τον ΣΥΡΙΖΑ και αναζητάει εναλλακτική.

Η αυτοτέλεια και η ανεξάρτητη παρουσία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε όλα τα επίπεδα (και στις εκλογές) είναι αδιαπραγμάτευτη αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι στεκόμαστε σε «γραμμή άμυνας». Αντίθετα, απλώνουμε με αυτοπεποίθηση το χέρι για να τραβήξουμε και άλλες δυνάμεις στην πάλη για την αντικαπιταλιστική ανατροπή. 

 

Δ. Για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ μαζική, δημοκρατική 

46. Το πολιτικό και οργανωτικό δυνάμωμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η επέκταση της επιρροής της και η δυνατότητα της να κινητοποιεί, εξαρτώνται από τέτοιες πολιτικές πρωτοβουλίες. Αυτές είναι το οξυγόνο που θα δώσουν ζωή και χώρο στις τοπικές και κλαδικές επιτροπές να αναπτύξουν τη συζήτηση, τη δράση και τις πρωτοβουλίες τους.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συγκροτήθηκε σαν μέτωπο οργανώσεων και αγωνιστών που προέρχονταν από διαφορετικές παραδόσεις και ιστορικές πορείες στο χώρο της επαναστατικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Αυτός ο χαρακτήρας της πρέπει να περιφρουρηθεί.

Για να ανταποκριθεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις αυξημένες απαιτήσεις της περιόδου αλλά και τις διευρυμένες δυνατότητες, πρέπει αναπτυχθεί αριθμητικά, να ανασυγκροτηθεί, και να μετασχηματιστεί σε ένα πιο ενωμένο και αναβαθμισμένο αντικαπιταλιστικό μέτωπο,  με ζωντανή ουσιαστική και δημοκρατική εσωτερική ζωή που θα εμπνέει και θα ελκύει τους αγωνιστές που απομακρύνονται από κυβερνητικές αυταπάτες, αποστοιχίζονται από ρεφορμιστικά ρεύματα και στρέφουν το βλέμμα τους σε αυτήν.

Στην 3η συνδιάσκεψη συζητήθηκε ο καθοριστικός ρόλος των κλαδικών επιτροπών στην απόκτηση δεσμών με την εργατική τάξη και τη συγκροτημένη παρέμβαση στο εργατικό κίνημα. Οι αντικειμενικές δυσκολίες που υπάρχουν κυρίως στους χώρους του ιδιωτικού τομέα, αλλά και υποκειμενικές πολιτικές αδυναμίες όπως η «στενή συνδικαλιστική παρέμβαση», η υποτίμηση της αυτοτελούς πολιτικής παρέμβασης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στους εργασιακούς χώρους, έχει οδηγήσει στον  μαρασμό των κλαδικών επιτροπών και στην ανυπαρξία πρωτοβουλιών για τη συγκρότηση νέων. Η τακτική λειτουργία της κλαδικής Δημοσίου, και η συμβολή που έχει, δείχνει ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε και αλλιώς. 

Με ευθύνη του ΠΣΟ και κυρίως της ΚΣΕ δεν συγκροτήθηκαν οι γραμματείες επεξεργασίας και εξειδίκευσης θέσεων για το πρόγραμμα, το δημοκρατικό-αντιφασιστικό, τη νεολαία, το αγροτικό, ενώ δεν λειτούργησε η οργανωτική επιτροπή, παρά το ότι συγκροτήθηκε. Η συνδικαλιστική γραμματεία, αν και συγκροτήθηκε με καθυστέρηση, συνέβαλλε ως ένα βαθμό στη συνάντηση του δυναμικού μας  τη συζήτηση και το σχεδιασμό της παρέμβασης των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μπροστά σε κρίσιμες μάχες όπως π.χ. αυτή ενάντια στην αξιολόγηση.

Σοβαρές αδυναμίες, με ευθύνη της ΚΣΕ παρουσιάζει η παρουσία στα ΜΜΕ, η λειτουργία του γραφείου τύπου και η λειτουργία του site, το οποίο λειτουργεί χάρη στην εθελοντική προσφορά 1-2 συντρόφων. Αδυναμία είναι ότι υποτιμήθηκε από την ΚΣΕ και δεν έγινε εφικτή η ανεύρεση χώρου για τα γραφεία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως και το ότι μέχρι τώρα δεν προχώρησε καθόλου η συζήτηση για το μέσο πολιτικής έκφρασης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (έντυπο ή ηλεκτρονικό).

Η λειτουργία του ΠΣΟ υπήρξε τακτική, όμως η συζήτηση σε αυτό, παρά το ότι υπήρξε ουσιαστική και εστιασμένη σε άμεσα ζητήματα των πολιτικών εξελίξεων και του κινήματος, σε μικρό βαθμό συμπεριελάμβανε τον προβληματισμό για την δράση και τον σχεδιασμό των τοπικών και κλαδικών επιτροπών. Επίσης δεν προχώρησε ο καταμερισμός ευθυνών των μελών του ΠΣΟ, ως αποτέλεσμα της μη λειτουργίας των γραμματειών και δεν αναβαθμίστηκε ουσιαστικά ο οργανωτικός του ρόλος.

Η ΚΣΕ είχε τακτική λειτουργία με σταθερή συμμετοχή της πλειοψηφίας των μελών της και με στοιχειώδη καταμερισμό και χρεώσεις ευθυνών και τομέων. Βήματα έγιναν, παρά τη μη λειτουργία της οργανωτικής επιτροπής, στην άμεση ενημέρωση των τοπικών επιτροπών και στην επαφή με αυτές, ιδιαίτερα όταν προέκυπταν ζητήματα που αφορούσαν συγκεκριμένους χώρους ή περιοχές. Παρ' όλα αυτά, δεν έλειψαν προβλήματα που αποτιμούσαμε και στην προηγούμενη συνδιάσκεψη, μη έγκαιρη τοποθέτηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ακόμα και σε θέματα που δεν υπήρχαν διαφωνίες, ελλειμματική σύνδεση με τις τοπικές επιτροπές κ.ά.

Θέλουμε μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ:

  • μαζική και μαχητική με δυνατές κλαδικές και τοπικές επιτροπές, που θα συζητάνε συλλογικά και θα οργανώνουν τη δράση τους στο τομέα ευθύνης τους. Με συχνές δημοκρατικές διαδικασίες, συνελεύσεις, συνεδριάσεις συντονιστικών επιτροπών κλπ που θα είναι «ανοιχτές» και ελκυστικές για ένα πλατύ δυναμικό νέων και παλιότερων αγωνιστών/τριών.
  • δημοκρατική, με έμφαση στην ενωτική και συνθετική λειτουργία, αλλά και τη δυνατότητα οι διαφορετικές απόψεις που υπάρχουν στο εσωτερικό της να μπορούν να εκφράζονται και να «μετριούνται» πολιτικά μέσα από κατάθεση ξεχωριστών προτάσεων-ψηφοδελτίων και αναλογικής εκπροσώπησης τους στα εκλεγμένα όργανα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Με μέριμνα για την δυνατότητα εκλογής ανένταχτων συντρόφων ώστε να εξασφαλίζεται πλήρως η δημοκρατική αρχή του 1 μέλος 1 ψήφος, η ανοιχτή και συντροφική συζήτηση και αντιπαράθεση απόψεων.

Με διαδικασίες σύνθεσης και –ει δυνατόν- ομόφωνες αποφάσεις, αλλά και συμφωνία στην ενιαία εμφάνιση της  ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τα σύμβολά της με βάση τις αποφάσεις της.     

Η 4η Συνδιάσκεψη προσαρμόζει τους κανόνες λειτουργίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε αυτή την κατεύθυνση.

 

 

 

ΣΕΚ - Σχέδιο Θέσεων για την 4η Συνδιάσκεψη (αρχείο .pdf, 672KB)

 

Κείμενο συμβολής που κατατέθηκε από τη μεριά των σ. ΣΕΚ προς την ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις 4/1/18 για την διαμόρφωση των Θέσεων της 4ης Συνδιάσκεψης

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ οδεύει προς την 4η Συνδιάσκεψή της σε μια περίοδο που οι εξελίξεις διαψεύδουν τις εκτιμήσεις για την σταθεροποίηση του συστήματος διεθνώς και στην Ελλάδα. Ο καπιταλισμός δεν έχει ξεπεράσει την κρίση του αντίθετα αυτή μετατρέπεται σε πολιτική στα μέχρι τώρα κάστρα της σταθερότητας, στις ΗΠΑ και στην ΕΕ. Οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί οξύνονται απειλώντας να αποσταθεροποιήσουν πέρα από τη Μ. Ανατολή περιοχές ζωτικές για τον παγκόσμιο καπιταλισμό όπως το τόξο που ξεκινάει από τη νότια κινεζική θάλασσα και καταλήγει στην Κορέα.

Ο ελληνικός καπιταλισμός είναι κομμάτι αυτής της πραγματικότητας, παρά τις υποκριτικές διακηρύξεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ότι «φαίνεται φως στην άκρη του τούνελ» μιας και το 2018 θα είναι η χρονιά της «εξόδου από τα μνημόνια» και η «κανονικότητα» έχει ήδη αρχίσει να επιστρέφει. Αντίθετα, το 2018 θα είναι χρονιά έντασης των μνημονιακών επιθέσεων αλλά και βαθέματος της κρίσης του ΣΥΡΙΖΑ που αλληλοτροφοδοτείται με την αμφισβήτηση και τις αντιστάσεις από τα αριστερά και από τα κάτω, από ένα κίνημα που δεν έχει ηττηθεί αλλά συνεχίζει να δίνει σημαντικές μάχες και να κρατάει ανοιχτή την αναζήτηση αριστερής εναλλακτικής.

Με αυτήν την οπτική αντιμετωπίζουμε τα καθήκοντά μας το επόμενο διάστημα. Η συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ οχτώ χρόνια πριν ως μετώπου οργανώσεων και αγωνιστών/τριών της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς ήταν και συνεχίζει να είναι μια πολύτιμη κατάκτηση για όλο το κίνημα. Ο προωθητικός ρόλος κι η δυναμική της κάθε άλλο παρά έχουν εξαντληθεί, παρά τις υπαρκτές και σοβαρές αδυναμίες και ανεπάρκειες που χαρακτήρισαν την παρέμβασή μας από τη 3η Συνδιάσκεψη του 2016 μέχρι και σήμερα.

Φιλοδοξούμε η 4η Συνδιάσκεψη, και η πορεία προς αυτήν, να γίνει ο άξονας πρωτοβουλιών και παρεμβάσεων για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ μαζική, ενωμένη και δυνατή, που θα πρωτοστατεί στους εργατικούς και νεολαιίστικους αγώνες ενάντια στο μνημονιακό σφαγείο και την καπιταλιστική βαρβαρότητα, με την προοπτική της αντικαπιταλιστικής ανατροπής, της επανάστασης και του σοσιαλισμού.

Α. ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Α1. Η αναιμική «ανάκαμψη» κι η απειλή μιας νέας ύφεσης.

Το καλοκαίρι του 2017 συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από την κατάρρευση της Bear Sterns στις ΗΠΑ, που έδωσε το έναυσμα για τη μεγαλύτερη ύφεση που έχει γνωρίσει ο καπιταλισμός από τη δεκαετία του ’30. Η εικόνα που καλλιεργούν συστηματικά οι διαχειριστές του συστήματος είναι ότι η κρίση είναι παρελθόν, ένα ατύχημα. Ισχυρίζονται ότι οι διασώσεις των τραπεζών με κρατικό χρήμα σε συνδυασμό με τις νεοφιλελεύθερες «μεταρρυθμίσεις» βάζουν το σύστημα σε μια τροχιά σταθεροποίησης και ανάπτυξης.

Αυτές οι απόψεις έχουν την αντανάκλασή τους και στον ευρύτερο χώρο της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Είναι διαδεδομένες οι αναλύσεις που αντιμετωπίζουν την κρίση λίγο πολύ σαν συνώνυμο των αναδιαρθρώσεων που κατακερματίζουν την εργατική τάξη και τη μετατρέπουν σε «πληβειακή μάζα» όπως είναι μια συνηθισμένη έκφραση. Παράλληλα, αυτές οι αναδιαρθρώσεις υποτίθεται δίνουν νέα πνοή στο κεφάλαιο με την ένταση της εκμετάλλευσης είτε στην παραγωγή (πχ απόλυτη υπεραξία) είτε εκτός (θεωρίες χρηματιστικοποίησης, συσσώρευσης δια της υφαρπαγής κ.α.).

Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η καπιταλιστική κρίση δεν ξεπερνιέται παρά τις επιθέσεις των καπιταλιστών στην εργατική τάξη ή τις ενέσεις ρευστότητας που κρατάνε την παγκόσμια οικονομία στην «εντατική» και φουσκώνουν την κερδοσκοπία.

Οργανισμοί όπως ο ΟΟΣΑ και το ΔΝΤ παρουσίαζαν τους προηγούμενους μήνες ως «μεγάλη» πρόοδο το γεγονός ότι έχουν ταυτόχρονα θετικό πρόσημο η Αμερική, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ιαπωνία. Στην πραγματικότητα κάτω από την επιφάνεια των καθησυχαστικών διαβεβαιώσεων οι ανησυχίες για την «υγεία» του συστήματος δεν κρύβονται και διατυπώνονται ανοιχτά.

Η έκθεση του ΟΟΣΑ για την παγκόσμια οικονομία (World Economic Outlook, Οκτώβρης 2017) διαπιστώνει ότι «η παγκόσμια οικονομία μεγεθύνεται με τους ταχύτερους ρυθμούς από το 2010». Αλλά και ότι «η κατά κεφαλήν ανάπτυξη βρίσκεται ακόμα στα προ-κρίσης επίπεδα» και επισημαίνει ότι «παρόλο που η κυκλική ανάκαμψη είναι καλοδεχούμενη παραμένει χαμηλών τόνων σε σχέση με τα στάνταρτς τέτοιων ανακάμψεων». Όσο για το 2019 προβλέπει ότι «δε φαίνεται να υπάρχουν οι προϋποθέσεις» για μια πιο σθεναρή αύξηση της παραγωγής, ανάπτυξης κλπ. Σύμφωνα με τα στοιχεία και τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ το 2018 ίσως να είναι τελικά η «κορυφή» που θα φτάσει η αναιμική ανάκαμψη που παρουσιάζουν διεθνώς και εδώ στην Ελλάδα ο Τσίπρας ως ξεπέρασμα της κρίσης.

Η προοπτική για μια νέα ύφεση είναι κάτι παραπάνω από υπαρκτή, η συζήτηση γίνεται για το πότε και μέσα από ποιες. Ένα «καμπανάκι» είναι η άνευ προηγουμένου διόγκωση του ιδιωτικού και δημόσιου χρέους παγκόσμια. Πάλι σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ “Παρά την κάποια απομόχλευση των τελευταίων χρόνων το χρέος των νοικοκυριών και των μη-χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων παραμένει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα σε πολλές χώρες και σε κάποιες συνεχίζει να αυξάνεται». Για τους ίδιους κινδύνους προειδοποιεί και το ΔΝΤ σε μια πρόσφατη έκθεσή του (Global Financial Stability, Οκτώβρης 2017).

Τον Σεπτέμβρη του 2017 η Deutsche Bank δημοσίευσε μια έκθεση για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας με τον εύγλωττο τίτλο «Η επόμενη χρηματο-οικονομική κρίση». Η έκθεση διαπιστώνει ότι: «Οι περίοδοι με τον υψηλότερο αριθμό κρίσεων/σοκ συμπίπτουν με τα υψηλότερα επίπεδα χρέους και μαζί μ’ αυτά υψηλά ελλείμματα. Το δημόσιο χρέος των G7 ήταν μεγαλύτερο από το σημερινό μόνο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο λόγω των συνεπειών του ενώ διαρκή ελλείμματα εμφανίζονταν ουσιαστικά μόνο σε πολεμικές περιόδους. Τώρα και τα δυο είναι μόνιμο γνώρισμα» Ενώ ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ «είναι σήμερα υψηλότερος από ότι στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης» [της δεκαετίας του ‘30] .1

Τα τελευταία δέκα χρόνια οι τέσσερις μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες «εκδώσανε» χρήμα που φτάνει και ξεπερνάει τα 10 τρις δολάρια. Για να καταλάβουμε πόσο γιγάντιο είναι αυτό το ποσό αρκεί να το συγκρίνουμε με το ετήσιο ΑΕΠ της Κίνας, της δεύτερης μεγαλύτερης καπιταλιστικής οικονομίας, που είναι περίπου 11 τρις. Αν στο χρήμα των Κεντρικών Τραπεζών προστεθούν τα σωρευτικά ελλείμματα των κρατικών προϋπολογισμών (ΗΠΑ, Βρετανίας, Ευρωζώνης και Ιαπωνίας) τότε το ύψος των «δημοσιονομικών κινήτρων» φτάνει το ιλιγγιώδες ποσό των 34 τρις δολαρίων. Τα αποτελέσματα αυτής της άνευ προηγουμένου «επιχείρησης διάσωσης» είναι πολύ φτωχά όπως και να τα μετρήσει κανείς. Το ερώτημα που θέτει η έκθεση της Deutsche Bank είναι εύλογο: «Όταν έρθει η επόμενη ύφεση θα βρεθούμε χωρίς πυρομαχικά;»2

Το υπόβαθρο αυτού του φαύλου κύκλου είναι ότι η ίδια η «υγεία» του συστήματος δεν έχει αποκατασταθεί. Η κερδοφορία του κεφαλαίου συνεχίζει να είναι αδύναμη και στα χαμηλότερα επίπεδα όλης της μεταπολεμικής περιόδου. Ο μαρξιστής οικονομολόγος Μάικλ Ρόμπερτς σε ένα άρθρο του το καλοκαίρι του 2017 συμπέραινε ότι: «Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης όλες οι χώρες είχαν, όπως είναι αναμενόμενο, μια σοβαρή βουτιά στην κερδοφορία. Στη συνέχεια, μετά το 2009 η κερδοφορία κάπως ανέκαμψε. Όμως, με την εξαίρεση της Ιαπωνίας, το 2016 όλες οι οικονομίες είχαν χαμηλότερα ποσοστά κέρδους από το 2007 και σε κάποιες περιπτώσεις πολύ χαμηλότερα. Και στα δυο τελευταία χρόνια, η κερδοφορία έχει μειωθεί σε όλες τις χώρες ακόμα και στην Ιαπωνία».3

Όλα τα γιατροσόφια και τα «μίγματα πολιτικών» των τελευταίων δέκα χρόνων έχουν φορτώσει το σύστημα με νεκρά βάρη, με τους διαχειριστές του να περιπλανούνται σε ένα ναρκοπέδιο με πυκνή ομίχλη. Παράλληλα, οι επιθέσεις στην εργατική τάξη δεν έχουν καταφέρει να δώσουν φτερά στο σύστημα (ιστορικά, ο καπιταλισμός ποτέ δεν ξεπέρασε γενικευμένες κρίσεις εντείνοντας την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης) ούτε βέβαια να αφαιρέσουν από την εργατική τάξη τη δυνατότητα να παλεύει συλλογικά, να ενώνεται κόντρα στους διαχωρισμούς, στον αγώνα για τα άμεσα και ιστορικά της συμφέροντα.

Αντίθετα, ο συνδυασμός των αδιεξόδων και των καυγάδων των αρχουσών τάξεων και της οργής και των αγώνων της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων δίνει νέες δυνατότητες για την Αριστερά γενικά και ιδιαίτερα για την επαναστατική, αντικαπιταλιστική αριστερά διεθνώς.

Α2. Η κρίση στην καρδιά της ΕΕ: από την οικονομία στην πολιτική

Η Ε.Ε και η Ευρωζώνη είναι κομμάτι της συνολικότερης κατάστασης του καπιταλισμού παγκόσμια. Η ΕΚΤ μόνο από το 2015 και μετά έχει «ρίξει» περίπου 2,3 τρις στη δικιά της εκδοχή της «ποσοτικής χαλάρωσης». Αυτό το ποσό ισοδυναμεί με το ετήσιο ΑΕΠ της Γαλλίας που η έκτη οικονομία στο κόσμο. Αυτή η τεράστια ένεση κατάφερε να δώσει τους σημερινούς αναιμικούς ρυθμούς ανάπτυξης αλλά και ταυτόχρονα να δημιουργήσει όλα τα ερωτήματα για τα «πυρομαχικά που σώνονται» μπροστά στους αναμενόμενους νέους σπασμούς της κρίσης του συστήματος.

Οι ωρολογιακές βόμβες είναι πολλές. Παράδειγμα η Ιταλία. Το ιταλικό δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει το 130% του ΑΕΠ (μόνο η Ελλάδα την ξεπερνάει) ενώ τα ελλείμματα εξακολουθούν να ρουφάνε το 2,5% του ΑΕΠ. Η Ιταλία ξοδεύει για την εξυπηρέτηση του χρέους της περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης (συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας). Την ίδια στιγμή ωστόσο οι ιταλικές τράπεζες είναι φορτωμένες με ένα βουνό «κόκκινων» δανείων που το καλοκαίρι του 2017 έφταναν τα 350 δις ευρώ. Τον Δεκέμβρη του 2016 η ιταλική κυβέρνηση αναγκάστηκε να διασώσει μια από τις αρχαιότερες ιταλικές τράπεζες την Monte dei Paschi di Siena.

Στην πραγματικότητα η οικονομική κρίση μετατρέπεται σε πολιτική συγκλονίζοντας τα θεμέλια της «ευρωπαϊκής ενοποίησης». Ο πρώτος σεισμός ήρθε τρεις μόλις μήνες μετά την 3η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το δημοψήφισμα στη Βρετανία για το Brexit την έξοδο από την ΕΕ, τον Ιούνη του 2016. Τότε η εξήγηση που έδιναν τα διάφορα επιτελεία προπαγανδιστικά και μη ήταν ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι περισσότερο έκφραση κάποιων βρετανικών ιδιορρυθμιών (και του υποτιθέμενου ρατσισμού της βρετανικής «λευκής» εργατικής τάξης) και σίγουρα όχι κάτι που θα απειλήσει σοβαρά το οικοδόμημα της ΕΕ.

Τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών τον Σεπτέμβρη του 2017 ήρθαν όμως να επιβεβαιώσουν την εικόνα της πολιτικής κρίσης στον «πυρήνα» της ΕΕ. Τα παραδοσιακά κόμματα που στήριξαν το «θαύμα» του γερμανικού καπιταλισμού μεταπολεμικά και διαχειρίστηκαν την «ευρωπαϊκή ενοποίηση» είδαν τα ποσοστά τους να πέφτουν στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1949, κι αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία.

Τα σχέδια για την ανανέωση και ισχυροποίηση του «γαλλογερμανικού άξονα» ως ατμομηχανής που θα πάει μπροστά την «ευρωπαϊκή ενοποίηση» και θα αναζωογονήσει τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό, μέσα από το «πετυχημένο» δίδυμο Μέρκελ-Μακρόν δέχτηκαν ένα ισχυρό πλήγμα. Σχέδια που πριν μερικούς μήνες έμοιαζαν και σαν σωσίβιο και σαν όραμα για τις άρχουσες τάξεις της Ε.Ε και στα οποία επένδυε και ο Τσίπρας για να δικαιολογήσει την επιλογή ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική έξω από ευρώ και ΕΕ».

Η κυβέρνηση του Ραχόι στην Ισπανία ήταν το άλλο success story που προβαλλόταν επίμονα και μονότονα. Τόσο από την κυβέρνηση που έφτασε στην κατάντια να διεκδικεί συμμαχίες με την πιο υστερική νεοφιλελεύθερη δεξιά και βέβαια από τη ΝΔ που δεν χάνει ευκαιρία να διαλαλεί ότι αυτή είναι ο «ορίτζιναλ» εκφραστής της πολιτικής των μνημονίων και γι’ αυτό το λόγο αν έρθει στην κυβέρνηση θα τα εφαρμόσει «επιτυχημένα» όπως στην Ισπανία. Κι αυτή η βιτρίνα ράγισε με τις συγκλονιστικές εξελίξεις που έφερε το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία στην Καταλονία και η πολιτική κρίση που το ακολούθησε. Οι εκλογές της 21 Δεκέμβρη στην Καταλονία έδειξαν ανάγλυφα και την αντοχή του κινήματος και τα αδιέξοδα της πολιτικής πυγμής του Ραχόι που έχει την στήριξη όλης της ΕΕ.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πολύ σωστά έκφρασε την αλληλεγγύη της στο κίνημα που πάλεψε και παλεύει στην Καταλονία.

Τα σοκ για τους «από πάνω» θα συνεχιστούν. Τροφοδοτούν και τροφοδοτούνται από τους αγώνες, τις αντιστάσεις και την αμφισβήτηση των «από κάτω». Η σχέση είναι διαλεκτική. Οι ανταγωνισμοί μέσα και ανάμεσα στις αστικές τάξεις και τα κράτη τους δεν εκτυλίσσονται σε ένα τοπίο όπου η αντίσταση των «από κάτω» έχει τσακιστεί, εξανεμιστεί ή ενσωματωθεί (με αυτή τη λογική το ΚΚΕ για παράδειγμα είχε τηρήσει στάση αποχής από την «ενδοαστική διαμάχη» του μπρέξιτ). Το αντίθετο συμβαίνει.

Το κίνημα στην Καταλονία δεν ξεπήδησε από το πουθενά ήταν προϊόν των μαχών ενάντια στη λιτότητα και τις επιθέσεις της δεξιάς από το 2011 τουλάχιστον («πλατείες», απεργίες κλπ). Την ίδια διαδικασία, της αναζήτησης μεγάλων κομματιών εργατών/τριών και νεολαίας προς τ’ αριστερά, προς την πολιτική έκφραση της ταξικής οργής ενάντια στις ατέλειωτες θυσίες που ζητάνε οι άρχουσες τάξεις το βλέπουμε στην επανεμφάνιση μαζικών αριστερών ρεφορμιστικών ρευμάτων γύρω από τον Κόρμπιν ή τον Μελανσόν στη Βρετανία και την Γαλλία.

Γνωρίζουμε πολύ καλά τα όρια τέτοιων ηγεσιών και των προγραμμάτων που εκπροσωπούν. Ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ δώσαμε τη μάχη και στην Ελλάδα και διεθνώς, για τη διατήρηση της αυτοτέλειας της επαναστατικής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς σε περιόδους που η ελκτική δύναμη κομμάτων τύπου ΣΥΡΙΖΑ έμοιαζε ακαταμάχητη. Δικαιωθήκαμε σε αυτή την στάση. Όμως, η δικαίωση δεν είναι σωστό να μετατρέπεται σε ένα ιδιότυπο «τελεσιγραφισμό» που στην ουσία στρέφεται στον κόσμο που κάνει τα πρώτα βήματα σε μια πορεία που μπορεί, με την παρέμβαση της επαναστατικής Αριστεράς να φτάσει πολύ πέρα από τα όρια του κοινοβουλευτικού δρόμου.

Α3. Το «φαινόμενο» Τραμπ κι οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί

Στο διάστημα που έχει περάσει από την 3η Συνδιάσκεψη οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί έχουν οξυνθεί, η παγκόσμια «αταξία» έχει εξαπλωθεί και τα «θερμά σημεία» πολλαπλασιάζονται. Πριν δυο χρόνια η ανάφλεξη που είχαν προκαλέσει οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί στην Ουκρανία έμοιαζε να καταλαγιάζει αλλά η Μέση Ανατολή έπαιρνε φωτιά με την κλιμάκωση του πολέμου στην Συρία και την επέμβαση μεγάλων ιμπεριαλιστών και περιφερειακών υποϊμπεριαλισμών στην σφαγή που εξελισσόταν εκεί.

Σήμερα το «μέτωπο» των ανταγωνισμών στη Μ. Ανατολή παραμένει ενεργό. Το 2017 τελειώνει με το μαζικό Παλαιστινιακό κίνημα να ξαναζωντανεύει δίνοντας ηρωικές μάχες μετά τη μονόπλευρη αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του κράτους-τρομοκράτη Ισραήλ από τον Τραμπ.

Η κρίση στην Κορεατική χερσόνησο, με τις συνεχείς απειλές του Τραμπ ότι μπορεί να αφανίσει τη Βόρεια Κορέα κάθε φορά που το εκεί καθεστώς προχωράει σε πυρηνική δοκιμή ή εκτόξευση πυραύλου, αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τα πιο θερμά σημεία του πλανήτη. Αυτή η εστία έντασης φυσικά δεν είναι δημιούργημα «δυο τρελών» που έτυχε να βρίσκονται στις ηγεσίες μιας υπερδύναμης και μιας μικρής χώρας. Είναι προϊόν ευρύτερων ανταγωνισμών. Η Κορέα έχει γίνει το γήπεδο όπου ο Τραμπ επιχειρεί να κλιμακώσει τις αμερικάνικες πιέσεις πάνω στην Κίνα.

Η Κίνα είναι αναδυόμενη ιμπεριαλιστική δύναμη που κινείται πλέον οικονομικά όχι μόνο με τεράστιες εξαγωγές εμπορευμάτων αλλά και με εξαγωγές κεφαλαίων σε πολλές χώρες που παλιά ήταν προνομιακό πεδίο των ιμπεριαλισμών της Δύσης (ιδιαίτερα στην Αφρική αλλά και στη Νοτιοανατολική Ασία). Ταυτόχρονα όμως αποτελεί πολύτιμο εμπορικό εταίρο και των ΗΠΑ και της ΕΕ και κυρίως διαθέτει τεράστια αποθεματικά σε δολάρια τα οποία είναι τοποθετημένα σε αμερικανικά ομόλογα. Ένας ανοιχτός οικονομικός πόλεμος των ΗΠΑ κατά της Κίνας δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση.

Επιπλέον, η Κίνα αμφισβητεί στρατιωτικά τον αμερικάνικο έλεγχο στον Ειρηνικό Ωκεανό, αλλά μια ευθεία στρατιωτική αντιπαράθεση ΗΠΑ – Κίνας είναι δύσκολη για πολλούς λόγους. Αναγκαστικά, οι ανταγωνισμοί παίρνουν πλάγιες μορφές. Και σε αυτές πρέπει να προσθέσουμε και τους ανταγωνισμούς με την ΕΕ που ανησυχεί για την κινέζικη διείσδυση στην ανατολική Ευρώπη

Η απόφαση του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ τον Σεπτέμβρη του 2017 εκτιμούσε ότι:

«Ένα περίπου χρόνο μετά την ανάδειξη Τραμπ στις ΗΠΑ, κλιμακώνεται η πολεμοκάπηλη πολιτική απέναντι σε όποια χώρα θεωρεί αντίπαλο. Βενεζουέλα, Β. Κορέα, Ιράν έχουν μπει στο στόχαστρο των ΗΠΑ, με τελευταίο δείγμα την ανατριχιαστική ομιλία του Τραμπ στην ΓΣ του ΟΗΕ. Μέσα στις ίδιες τις ΗΠΑ οι αντιφάσεις και οι αντιθέσεις οξύνονται. Οι αμφιβολίες για την οικονομική πολιτική, για την ουσία της πολιτικής «Αmerica first», της δυνατότητας να εφαρμόσει πολιτικές «προστατευτισμού» -όπως υποσχόταν- στην εποχή της καπιταλιστικής «παγκοσμιοποίησης», η ευστάθεια του πολιτικού συστήματος, οι σχέσεις με την ακροδεξιά, αλλά και η εξωτερική πολιτική (απόσυρση από την συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, όξυνση της επιθετικής ρητορικής στα «ανοιχτά μέτωπα» με Ρωσία, Βόρεια Κορέα, Κίνα, Ιράν κλπ) οξύνουν τις αντιθέσεις στους κόλπους του αμερικάνικου κεφαλαίου ενώ δεν δείχνουν έως τώρα να μπορούν να εδραιώσουν την ηγετική θέση του αμερικάνικου καπιταλισμού στο παγκόσμιο σύστημα».

Αυτή η σωστή εκτίμηση επιβεβαιώνεται με τις καινούργιες εξελίξεις.

Α4. Τσίπρας-Καμμένος-Τραμπ

Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής η κυβέρνηση συνεχίζει την επικίνδυνη πολιτική ευθυγράμμισης με ΗΠΑ / ΝΑΤΟ ΕΕ και τον άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου-Ισραήλ, με στόχο την αναβάθμιση της θέσης και του ρόλου της ελληνικής ολιγαρχίας στην διεκδίκηση των ενεργειακών πόρων και των δρόμων μεταφοράς τους στην ευρύτερη περιοχή.

Η επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα και των υπουργών του στις ΗΠΑ και η συνάντηση με τον πρόεδρο Τραμπ, είχαν ως μοναδικό αποτέλεσμα την ακόμα βαθύτερη πρόσδεση στους τυχοδιωκτισμούς των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και το χάος των ανταγωνισμών στην ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Η ελληνική κυβέρνηση εμφανίστηκε πρόθυμη να συμμετάσχει ως «στρατηγικός εταίρος» στα εγκλήματα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, αποσκοπώντας σε ανταλλάγματα που θα αναβαθμίσουν τη θέση του ελληνικού καπιταλισμού στην περιοχή σε σχέση με τον τουρκικό καπιταλισμό.

Επιτακτική είναι η ανάγκη ενός ενωτικού αντιιμπεριαλιστικού και αντιπολεμικού κινήματος για την αποτροπή των σχεδίων του ιμπεριαλισμού. Επιτακτική είναι παράλληλα και η ανάγκη για τη μάχη ενάντια στο ρατσισμό, την ισλαμοφοβία και την ενθάρρυνση της ακροδεξιάς που φέρνουν μαζί τους οι «φιλοφρονήσεις» με τον Τραμπ.

Α5. Η φασιστική απειλή και η απάντηση της Αριστεράς

Όψη της πολιτικής κρίσης και της πόλωσης είναι η εμφάνιση της ακροδεξιάς και των φασιστών. Οι ρατσιστικές-ισλαμοφοβικές εκστρατείες είναι κεντρικός άξονας της στρατηγικής των αρχουσών τάξεων για να διαιρέσουν την εργατική τάξη, να απομονώσουν και να κατακερματίσουν τις αντιστάσεις. Αυτές οι πολιτικές, τα κλειστά σύνορα, οι «φράχτες», η «Ευρώπη-Φρούριο» γεμίζουν τη Μεσόγειο πτώματα, τα σκλαβοπάζαρα της Λιβύης και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στα νησιά.

Παράλληλα είναι το θερμοκήπιο για την ανάπτυξη των φασιστών, της Λεπέν, του AfD που μπήκε στην γερμανική βουλή, του Κόμματος της «Ελευθερίας» που μπήκε στην κυβέρνηση της Αυστρίας, την επανεμφάνιση των βρυκολάκων του φρανκισμού στο ισπανικό κράτος αλλά ακόμα και στους δρόμους της Αμερικής κάτω από την ομπρέλα του Τραμπ όπως είδαμε το καλοκαίρι στη Σαρλότσβιλ με τη δολοφονία της Χεδερ Χάγιερ.

Η μάχη ενάντια στον ρατσισμό και την ισλαμοφοβία, τα κλειστά σύνορα είναι κορυφαία πολιτική μάχη για την Αριστερά και το κίνημα διεθνώς. Όπου έχει υποτιμήσει αυτή τη μάχη και δεν έχει μπει μπροστά στη ενωτική απάντηση στο ρατσισμό την ισλαμοφοβία και τους φασίστες στο όνομα «άλλων καθηκόντων», το κόστος είναι μεγάλο. Αντίθετα, η Αριστερά που πρωτοστατεί σε αυτή τη μάχη βάζει την καλύτερη υποψηφιότητα για να επικοινωνήσει και να συνδεθεί με την αντιφασιστική οργή εκατομμυρίων ανθρώπων στην Ευρώπη και την Αμερική.

Γι’ αυτό το λόγο πρωτοβουλίες συντονισμού του διεθνούς αντιρατσιστικού και αντιφασιστικού κινήματος όπως αυτή για τις 17 Μάρτη που πάρθηκε στη διεθνή διάσκεψη που οργάνωσε η ΚΕΕΡΦΑ τον περσινό Οκτώβρη έχουν την ολόθερμη συμπαράσταση και ενίσχυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Β. ΕΛΛΑΔΑ

Β1. «Κανονικότητα»; Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

Το 2018 θα είναι μια προεκλογική χρονιά, ανεξάρτητα από το πότε ακριβώς θα γίνουν οι εκλογές. Η κυβερνητική προπαγάνδα δίνει τα ρέστα της για να πείσει ότι «βγαίνουμε από το τούνελ» των μνημονίων και ότι πλέον θα υπάρχουν τα περιθώρια για φιλολαϊκή διαχείριση. Λέει ψέματα. Ούτε η πραγματικότητα της παγκόσμιας οικονομίας ούτε η κατάσταση του ελληνικού καπιταλισμού ανταποκρίνονται σε αυτές τις δοξασίες.

Η κυβέρνηση και τα «φιλικά» της ΜΜΕ πανηγυρίζουν σαν επιβεβαίωση της επιστροφής στην «κανονικότητα» το σύντομο κλείσιμο της «τρίτης αξιολόγησης». Τι σημαίνει πραγματικά για την εργατική τάξη, τη νεολαία, τους φτωχούς αυτή η «επιτυχία» το δείχνει ανάγλυφα ο προϋπολογισμός του 2018 με το κανιβαλικό πρόγραμμα περικοπών που διαλύουν σχολεία, σχολές, νοσοκομεία, κάθε κοινωνική υπηρεσία. Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προσπαθεί να περάσει τη χειρότερη επίθεση στο δικαίωμα στην απεργία και στα πρωτοβάθμια συνδικάτα από την εποχή του ν. 330. Η Αχτσιόγλου παίρνει τη σκυτάλη απ’ τον …Λάσκαρη.

Στο χρονικό διάστημα που πέρασε από την 3η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ο δεξιός κατήφορος του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση πήρε εντυπωσιακές διαστάσεις. Το 2016 ο Τσίπρας κι οι υπουργοί του είχαν το θράσος να ισχυρίζονται ότι παρά την συνθηκολόγηση του καλοκαιριού του 2015 και την υπογραφή του τρίτου μνημονίου, θα κάνουν «αριστερή» και «κοινωνικά ευαίσθητη» διαχείριση μιας και κατάφεραν να ελαττώσουν τους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Ένα χρόνο μετά ο Τσίπρας κι ο Τσακαλώτος περηφανεύονται ούτε λίγο ούτε πολύ ότι η κυβέρνησή τους εξασφάλισε μεγαλύτερα πρωτογενή πλεονάσματα από του Σαμαρά. Πλέον η «αριστερή διαχείριση» των μνημονίων είναι τα ψίχουλα του «κοινωνικού μερίσματος».

Δυο χρόνια πριν ο ΣΥΡΙΖΑ ισχυριζόταν ότι μετά το «Μπρεστ Λιτόφσκ» που αναγκάστηκε να αποδεχθεί, θα χτίσει συμμαχίες (όπως το περίφημο «μέτωπο του νότου») για να ανατρέψει τη λιτότητα. Τώρα, έφτασε στο σημείο να αγκαλιάζει το Ραχόι όταν τσαλαπατάει τα δημοκρατικά δικαιώματα της Καταλονίας, να συμβουλεύει τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία να συγκυβερνήσει με τη …Μέρκελ και βέβαια να ταυτίζεται με τον Τραμπ.

Τα παραπάνω σημαίνουν ότι η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ που εκδηλώθηκε με τη διάσπασή του το καλοκαίρι του 2015 δεν είναι παρελθόν. Και γιατί οι υποσχέσεις για έξοδο από τα μνημόνια μέσω της εφαρμογής τους έχουν να περάσουν μια ναρκοθετημένη διαδρομή για να γίνουν πραγματικότητα αλλά κυρίως γιατί τα απανωτά σοκ από τις δεξιές μεταστροφές της κυβέρνησης δεν οδηγούν σε απάθεια, απογοήτευση και δεξιά μετατόπιση σε μαζική κλίμακα στην εργατική τάξη και στη νεολαία. Το αντίθετο συμβαίνει.

Β2. Δυνατότητες για την αριστερή αντιπολίτευση και το κίνημα

Η οργή για τις προδοσίες του ΣΥΡΙΖΑ στο ρόλο του κυβερνητικού διαχειριστή των μνημονίων και των αντεργατικών επιθέσεων γενικότερα, δεν στρέφεται προς τα δεξιά, δεν φουσκώνει τα πανιά της ΝΔ και των ναζί της Χρυσής Αυγής.

Αυτό αποτυπώνεται ακόμα και στις δημοσκοπήσεις. Την πτώση του ΣΥΡΙΖΑ δεν την καρπώνεται ουσιαστικά η ΝΔ που προς το παρόν συσπειρώνει ουσιαστικά τους ψηφοφόρους της, ούτε η Χρυσή Αυγή που είναι καθηλωμένη. Ο χώρος της λεγόμενης «κεντροαριστεράς» που συσπειρώνεται στο «Κίνημα Αλλαγής» μοιάζει να εξαντλεί τη δυναμική και τις φιλοδοξίες του στο ρόλο μελλοντικού «εταίρου» της ΝΔ. Αντίθετα στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώνεται ένας «χώρος» που φτάνει το 11,5% άθροισμα ανάλογο με εκείνο του Συνασπισμού και του ΚΚΕ το 2009, ποσοστό μεγαλύτερο από την ψαλίδα ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ που είναι 9,4 μονάδες.

Το υπόβαθρο τέτοιων αποτυπώσεων είναι το γεγονός ότι η εργατική τάξη δεν έχει χάσει την αυτοπεποίθησή της να αντιστέκεται και παλεύει συλλογικά. Για ένα ολόκληρο διάστημα η πίεση που προερχόταν από τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν ότι έπρεπε να στηριχτεί (έστω «κριτικά») γιατί τυχόν αποτυχία του θα συμπαρέσυρε μαζί του και τη δυνατότητα του «απλού κόσμου» να παλεύει και να ελπίζει, και θα άνοιγε το δρόμο για τη παθητικοποίηση και την συντηρητικοποίηση.

Αυτές οι εκτιμήσεις διαψεύδονται. Γι’ αυτό το λόγο είναι μεγάλο λάθος μαζί με την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και τη χρεοκοπημένη στρατηγική της, να «πετιέται» και η βάση του, ο κόσμος που τον στήριξε και τον ψήφισε. Είναι μαζικά κομμάτια της εργατικής τάξης και της νεολαίας που συγκρούονται με την κατηφόρα του ΣΥΡΙΖΑ. Το καθήκον για την αντικαπιταλιστική αριστερά είναι να τραβήξει αυτόν τον κόσμο σε συγκρούσεις με την κυβέρνηση που ο ίδιος ανέδειξε και που σε μεγάλο βαθμό εξακολουθεί να έχει αυταπάτες για την πορεία της.

Η εικόνα της δύναμης του κινήματος φαίνεται καταρχήν στις απεργιακές δράσεις και μάχες.

Η κινητοποίηση των εργαζόμενων των Δήμων τον Ιούνη, δεν ήταν απλά μια «αναλαμπή» σε μια κατάσταση όπου γενικά «δεν κουνιέται φύλλο». Ήταν μια από τις κορυφαίες μάχες του εργατικού κινήματος. Με πολυήμερες καταλήψεις αμαξοστασίων και απεργίες, οι απεργοί κατάφεραν να αποτρέψουν τις απολύσεις χιλιάδων συμβασιούχων. Η μάχη στους δήμους έδειξε πόσο η πίεση της βάσης μπορεί να υποχρεώσει συνδικαλιστικές ηγεσίες να κηρύξουν αγώνες, έδειξε ότι τα διαφορετικά κομμάτια της τάξης μπορούν να ενωθούν στη πάλη ενάντια στις απολύσεις και την επισφάλεια, έδειξε ότι οι αγώνες μπορούν να έχουν νίκες εδώ και τώρα. Η κυβέρνηση από εκεί που είχε ανακοινώσει το «ξαφνικό θάνατο» -τις απολύσεις με τη λήξη των συμβάσεων- αναγκάστηκε να τις παρατείνει και για να ξεφύγει από την πίεση της απεργίας να δεσμευτεί για προσλήψεις. Η μάχη είναι ανοιχτή και το ζήτημα είναι πόσο οργανωμένη θα είναι η βάση για να επιβάλλει με απεργίες μαζικές προσλήψεις ξεκινώντας από τη μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων.

Η μάχη για την «αξιολόγηση» στο Δημόσιο έκλεισε με συντριπτική ήττα της Γεροβασίλη μια που σχεδόν το 75-80% των εργαζόμενων στο Δημόσιο αρνήθηκε να αξιολογηθεί. Με συνελεύσεις απεργίες, αποχή, επέβαλλαν ότι και αυτή η μνημονιακή δέσμευση της κυβέρνησης δεν έχει υλοποιηθεί και ακόμη ψάχνουν τρόπο για να την προωθήσουν.

Αντίστοιχα η πρωτοβουλία του Συντονιστικού των νοσοκομείων -το πιο πετυχημένο συντονιστικό πρωτοβάθμιων σωματείων και αγωνιστών/τριών της βάσης- για να μην απολυθεί κανένας συμβασιούχος στην Υγεία, με την καμπάνια που έγινε και την πετυχημένη κινητοποίηση σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη στις 29 Νοέμβρη συμπαρέσυρε την ηγεσία της ΠΟΕΔΗΝ και της ΑΔΕΔΥ, αλλά και το ΠΑΜΕ, κινητοποίησε εκατοντάδες συμβασιούχους και τελικά ανάγκασε το υπουργείο Υγείας να παρατείνει τις συμβάσεις χιλιάδων εργαζόμενων στα νοσοκομεία για έναν ακόμη χρόνο. Και στο χώρο της υγείας η πάλη ενάντια στις «ελαστικές σχέσεις» για προσλήψεις μόνιμου προσωπικού κόντρα στην ανεργία και τις απολύσεις είναι ανοιχτή.

Την αυτοπεποίθηση που δίνει η συσσώρευση πολιτικών εμπειριών συνολικά στα πιο πρωτοπόρα κομμάτια της τάξης μας, το δείχνουν ακόμα και «μικροί» αλλά χαρακτηριστικοί αγώνες. Όπως η απεργία των μεταναστών εργατών στο εργοστάσιο «Κ. Γεωργίου» στην Αυλώνα το καλοκαίρι του 2017. Ένας αγώνας που έδειξε τη δύναμη που έχουν οι εργάτες/τριες να οργανώνονται και να νικάνε ακόμα και στα πιο σκληρά «γκέτο» του ιδιωτικού τομέα εκεί που υποτίθεται η «ήττα» του κινήματος είναι απόλυτη.

Το τελευταίο παράδειγμα το έχουμε στις αρχές του Δεκέμβρη όπου ο αιφνιδιασμός που προσπάθησε η κυβέρνηση με την τροπολογία για τον αντιαπεργιακό νόμο γκρεμίστηκε μέσα σε λίγες ώρες μέσα από την κινητοποίηση των συνδικάτων και την αποφασιστικότητα τους να μην το επιτρέψουν.

Όμως, δεν είναι «μόνο» οι απεργίες όπου αναδεικνύεται ο αριστερόστροφος χαρακτήρας της εργατικής και λαϊκής δυσαρέσκειας.

Στην Ελλάδα, η τάση ενίσχυσης των φασιστικών και ακροδεξιών κομμάτων που παρατηρούμε στην Ευρώπη θα μπορούσε να είναι πιο έντονη εξαιτίας της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ που προσαρμόζεται ολόπλευρα στις πολιτικές που σπέρνουν τη φτώχεια. Η ΝΔ προσπαθεί να κεφαλαιοποιήσει αυτή τη δυσαρέσκεια υιοθετώντας την ανοιχτά ρατσιστική/ισλαμοφοβική ατζέντα των ομοϊδεατών της στην ΕΕ και του Τραμπ και οι ναζί της Χρυσής Αυγής έχουν προσπαθήσει να βγουν ξανά στο προσκήνιο αξιοποιώντας τα.

Κι όμως, επανειλημμένα τα τρία προηγούμενα χρόνια έχουμε δει αντιρατσιστικές και αντιφασιστικές πρωτοβουλίες να αποκτάνε πλειοψηφικές διαστάσεις: για παράδειγμα η μάχη να μπουν τα προσφυγόπουλα στα σχολεία το 2017 και να αποκρουστούν οι ακροδεξιές εκστρατείες. Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο γίνεται εφικτό να ξεδιπλώνεται η καμπάνια για να κλείσουν τα γραφεία της Χρυσής Αυγής με επιτυχίες όπως το συλλαλητήριο στις 16 Σεπτέμβρη στα κεντρικά «γραφεία» των ναζί στη Μεσογείων, και με μάχες όπως στη Γκορυτσά του Ασπρόπυργου το καλοκαίρι του 2017, όπου η Πακιστανική Κοινότητα μαζί με την ΚΕΕΡΦΑ και άλλες αντιρατσιστικές και αντιφασιστικές ομάδες έβαλαν φραγμό στην δράση των φασιστικών συμμοριών.

Η ίδια η πορεία της δίκης της Χρυσής Αυγής, με τις καταθέσεις των μαρτύρων της Πολιτικής Αγωγής και τον συμβολισμό να είναι υπόδικος ο Μιχαλολιάκος και μάρτυρας κατηγορίας ο Δ. Κουσουρής κι ο Π. Κωνσταντίνου, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή έξω από αυτό το πλαίσιο της αριστερής πολιτικοποίησης και των εργατικών αντιστάσεων.

Γ. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Γ1. Κατακτήσεις

Η συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ το 2009 σαν μετώπου οργανώσεων και αγωνιστών/τριών της αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής Αριστεράς, ήταν ένα τεράστιο βήμα μπροστά για το κίνημα συνολικά. Η επαναστατική Αριστερά που «γεννήθηκε» μέσα από τις φλόγες του παγκόσμιου Μάη του ’68, της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και των θυελλωδών αγώνων της μεταπολίτευσης, που τροφοδοτήθηκε και μεγάλωσε από τις αριστερές ανταρσίες των πιο ανήσυχων και ανυπότακτων ρευμάτων της «επίσημης» Αριστεράς τα επόμενα χρόνια, βρήκε ενιαία έκφραση και θέση στο τοπίο της Αριστεράς. Εξασφάλισε με αυτό τον τρόπο την πολύτιμη αυτοτέλεια της επαναστατικής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και τη δυνατότητά της να παρεμβαίνει στο κίνημα με ένα συνεκτικό αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα που συνδέει τις ανάγκες και τους αγώνες της εργατικής τάξης σήμερα με την αντικαπιταλιστική ανατροπή, την επανάσταση και τον σοσιαλισμό. Χωρίς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ οι ιδέες της διεθνιστικής ρήξης με ευρώ και ΕΕ, της διαγραφής του χρέους, των κρατικοποιήσεων με εργατικό έλεγχο παντού θα είχαν πολύ λιγότερη επιρροή και «ορατότητα».

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ήταν παρούσα, ενεργητικά και μαχητικά στους «μεγάλους» και «μικρούς» αγώνες όλων των προηγούμενων οχτώ χρόνων, δίνοντας ένα καθαρό αντικαπιταλιστικό στίγμα για την προοπτική τους. Είναι αλήθεια ότι από το 2010 μέχρι και το 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε εκλογικά τη μερίδα του λέοντος από τη σεισμική μετατόπιση προς τα αριστερά της εργατικής τάξης και των φτωχών στρωμάτων της κοινωνίας. Όμως, κάτι που δεν πρέπει να ξεχνιέται ή να προσπερνιέται είναι ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κατόρθωσε διαμορφώσει ένα μαζικό «ακροατήριο» και ένα μαζικό ρεύμα γύρω της.

Στις περιφερειακές εκλογές του Μάη του 2014 όταν πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ κάλπαζε προς την κυβέρνηση, τα αντικαπιταλιστικά σχήματα που στήριξε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πήραν 128.000 ψήφους σε 12 από τις 13 περιφέρειες, ένα ποσοστό 2,3% πανελλαδικά. Σήμερα αυτά τα σχήματα που συμμετέχει ηγεμονικά η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχουν έδρα σε 7 (; ) περιφερειακά συμβούλια και παράλληλα ένα πυκνό δίκτυο κινήσεων-σχημάτων σε επίπεδο δήμου και γειτονιάς με συμβούλους σε 10 (; ) δήμους.

Πέρα από αυτές τις καταγραφές, οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ συμμετέχουν και πρωταγωνιστούν σε δεκάδες σχήματα και παρατάξεις στα συνδικάτα που έχουν αξιοσημείωτη παρέμβαση και αύξηση σε ψήφους και ποσοστά όλα τα τελευταία χρόνια και σε δημόσιο και σε ιδιωτικό τομέα. Είναι έκφραση του ρόλου που έχουν διαδραματίσει στους αγώνες της προηγούμενης περιόδου και σημαντική παρακαταθήκη για τους αγώνες που εκτυλίσσονται τώρα.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έδωσε τη μάχη ενάντια στις αυταπάτες για την «αριστερή κυβέρνηση» και τον κοινοβουλευτικό δρόμο. Διατήρησε την αυτοτέλειά της παρά τις πιέσεις να ψαλιδίσει τις αντικαπιταλιστικές αιχμές του προγράμματός της και της φυσιογνωμίας. Αλλά ταυτόχρονα ρίχτηκε σε μεγάλες αναμετρήσεις ενωτικά και μαχητικά, όπως στη κορυφαία αναμέτρηση για το Όχι στο δημοψήφισμα του 2015.

Αυτές οι διαπιστώσεις έχουν σημασία ως αφετηρία για να εντοπίσουμε σωστά τις δυνατότητες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σήμερα. Το «ακροατήριό» μας, είναι και πολύ ευρύτερο και πολύ πιο έμπειρο πολιτικά από ότι ήταν στα πρώτα βήματα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ακόμα και στην πρώτη περίοδο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Τόσο γιατί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει αφήσει τα «ίχνη» που περιγράφουμε συνοπτικά στις προηγούμενες παραγράφους όσο και γιατί η ίδια η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ απελευθερώνει δυνάμεις: ήδη έχει γνωρίσει την πρώτη διάσπαση προς τ’ αριστερά που συγκροτήθηκε στη ΛΑΕ.

Γ2. Προβλήματα

Όμως, η δυνατότητα δεν σημαίνει αυτόματα και υλοποίησή της. Μακριά από μας σεχταριστικές αντιλήψεις που κυρίως εκπορεύονται από την ηγεσία του ΚΚΕ (αλλά όχι μόνο) που αντιμετωπίζουν την εργατική τάξη ως απλά ως εν δυνάμει ψηφοφόρους που θα πειστούν να ρίξουν το σωστό ψηφοδέλτιο στην κάλπη επειδή θα ακούσουν τις πιο βροντερές καταγγελίες της κυβέρνησης.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να διεκδικήσει αυτό το «ακροατήριο» και για να το κατορθώσει χρειάζεται να αφήσει πίσω της βαρίδια και αδυναμίες. Κι αυτά είναι σημαντικά, κι έγιναν φανερά στο διάστημα που πέρασε από την 3η Συνδιάσκεψη.

Η περσινή χρονιά ξεκίνησε με την πρωτοβουλία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να απευθύνει ενωτικό κάλεσμα σε όλη την Αριστερά πέρα από τον ΣΥΡΙΖΑ, για συντονισμένη δράση μέσα στο κίνημα ενάντια στα μνημονιακά μέτρα και για το άνοιγμα ενός συντροφικού διαλόγου γύρω από όλα τα μεγάλα ζητήματα της προοπτικής. Μια σωστή πρόταση που μπορούσε να αξιοποιήσει τις υπαρκτές διαθέσεις του κόσμου να κινηθεί ενωτικά και να βάλει πίεση στις ηγεσίες της υπόλοιπης Αριστεράς να ανταποκριθούν.

Εγκλωβισμένη όμως σε μια λογική «μικρόκοσμου», η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν κατάφερε να πάρει τις πρωτοβουλίες που θα έπρεπε για τη στήριξη των αγώνων αλλά έφτασε στο σημείο να «εξαφανίζεται» η ίδια.

Αν έλειπαν πρωτοβουλίες σαν κι αυτές που προήλθαν από την ΚΕΕΡΦΑ όπως τα μεγάλα αντιρατσιστικά αντιφασιστικά συλλαλητήρια πέρσι στις 18 Μάρτη, οι αντιρατσιστικές κινητοποιήσεις στον Ασπρόπυργο, η διαδήλωση στα γραφεία των ναζί της Χρυσής Αυγής στις 16 Σεπτέμβρη φέτος, οι οποίες χρεώθηκαν από εχθρούς και φίλους στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τότε τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα.

Όχι μόνο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν πήρε κεντρικές πρωτοβουλίες για την ανάδειξη της δικιάς της πρότασης, του αντικαπιταλιστικού προγράμματος της ανάπτυξης των αγώνων, αλλά μεγάλα πολιτικά γεγονότα που συζητήθηκαν πλατιά και προβλημάτισαν πέρασαν χωρίς η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να παρέμβει ουσιαστικά όπως για παράδειγμα το δημοψήφισμα στην Καταλονία.

Χιλιάδες νέοι άνθρωποι ιδιαίτερα από τις σχολές εκφράζουν τον ριζοσπαστισμό και την αμφισβήτηση των κυρίαρχων ιδεών συμμετέχοντας σε κινητοποιήσεις ενάντια στη γυναικεία καταπίεση, το σεξισμό σε όλες του τις εκδοχές. Κι όμως, αντί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να μπει μπροστά σε αυτές τις μάχες ανοίγοντας ταυτόχρονα τη συζήτηση για την κεντρικότητα της εργατικής τάξης και της αντικαπιταλιστικής προοπτικής (που θα βοηθούσε και τη συζήτηση στην ΕΑΑΚ) άφησε την ομάδα LGBTQ-i να σηκώνει μόνη της το βάρος με πετυχημένες ωστόσο παρεμβάσεις.

Το 2017 ήταν η επέτειος των 100 χρόνων της Ρώσικης Επανάστασης, μια επέτειος κάθε άλλο παρά «επετειακή» που προκάλεσε ζωντανές και μεγάλες συζητήσεις σε όλο το φάσμα της Αριστεράς. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπήκε ουσιαστικά σε αυτή τη συζήτηση που ήταν χρυσή ευκαιρία να αναδείξει την σύγχρονη επαναστατική συνέχεια με τον «Κόκκινο Οκτώβρη». Ακόμα και το διήμερο που είχε αποφασίσει να οργανώσει τον Νοέμβρη υπονομεύτηκε από πρακτικές διαλυτικές, όπως η αποχώρηση ενός ολόκληρου κομματιού συντρόφων την ώρα που εκτυλισσόταν η εκδήλωση με τους διεθνείς προσκεκλημένους μας απέναντι από το Πολυτεχνείο.

Γ3. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην επόμενη περίοδο

Με αφετηρία την 4η Συνδιάσκεψη η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αφήνει πίσω της αυτές τις αδυναμίες και ανοίγει θαρρετά και ενωτικά τη δράση και την απεύθυνσή της. Όχι για να διαχυθεί με οποιοδήποτε τρόπο σε ένα «πλατύ αριστερό μέτωπο» (πολύ περισσότερο «αντιμνημονιακό πατριωτικό») αλλά για να κερδίσει μέσα από την κοινή δράση και πολιτική συζήτηση την αριστερή δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση στην προοπτική του αντικαπιταλισμού κι αυτό να αποτυπωθεί και εκλογικά.

  • Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να πρωτοστατήσει το επόμενο διάστημα στην κλιμάκωση της πάλης του εργατικού κινήματος, με απεργίες καταλήψεις διαδηλώσεις.

Οι άξονες που θα κινηθεί αυτή η προσπάθεια:

  • Για την ανατροπή των μνημονίων, όλων των μνημονιακών νόμων παλιών και καινούργιων, την ανατροπή της κυβερνητικής επίθεσης.

  • προσλήψεις με μόνιμη και σταθερή δουλειά, με μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων καταρχήν. Απαγόρευση των απολύσεων κρατικοποίηση των επιχειρήσεων που απειλούν με απολύσεις και κλεισίματα με εργατικό έλεγχο.

  • Όχι στις ιδιωτικοποιήσεις, κάτω τα χέρια από ΔΕΗ, Συγκοινωνίες, ΕΥΔΑΠ όλα τα «φιλέτα» που έχουν βάλει στο μάτι τα αρπακτικά της αγοράς. Κρατικοποίηση των εταιρειών που έχουν ιδιωτικοποιηθεί (πχ ΟΤΕ)

  • Για αυξήσεις στους μισθούς, επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων

  • Κάτω τα χέρια από τις συντάξεις και τα ταμεία μας που μπαίνουν στο μνημονιακό Προκρούστη για ακόμα μια φορά.

  • Κάτω τα χέρια από τα συνδικάτα, η αντιαπεργιακή νομοθεσία θα μείνει στα χαρτιά.

Οργάνωση και συντονισμός των αγώνων από τα κάτω, μαζί με την εργατική τάξη και τα συνδικάτα, όχι αναζήτηση άλλων «υποκειμένων». Στήριξη των απεργιών και των αγώνων που δίνουν και θα δώσουν τα πιο διαφορετικά κομμάτια των εργαζομένων καμιά υποτίμηση με βάση σε ποιανού τα χέρια βρίσκεται η ηγεσία του κάθε συνδικάτου. Το παράδειγμα του Συντονιστικού των Νοσοκομείων μπορεί να απλωθεί σε όλους τους χώρους, ιδιαίτερα αυτούς που βρίσκονται στην αιχμή του δόρατος της νέας μνημονιακής επίθεσης.

Η Συνδικαλιστική Γραμματεία χρειάζεται να αναβαθμίσει τη λειτουργία της σε αυτή την κατεύθυνση αξιοποιώντας και την πείρα των παρεμβάσεων των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο εργατικό κίνημα (Συντονισμός ενάντια στα Μνημόνια, Πρωτοβουλία για συντονισμό Πρωτοβάθμιων).

  • Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα πρωταγωνιστήσει το επόμενο διάστημα και στις αντιφασιστικές, αντιρατσιστικές μάχες στις οποίες πρωτοστατεί η ΚΕΕΡΦΑ. Η πάλη ενάντια στα μνημόνια είναι άμεσα δεμένη με την πάλη ενάντια στο ρατσισμό και τους φασίστες. Είναι πάλη για την ενότητα της εργατικής τάξης, για τη δυνατότητά της να σφραγίσει την οργή ενάντια στην κατρακύλα του ΣΥΡΙΖΑ με τη δική της προοπτική της επαναστατικής ελπίδας κόντρα στην αντεπαναστατική απελπισία των φασιστών. Είναι πάλη στην οποία διεκδικούμε να κερδίσουμε κάθε αγωνιστή και αγωνίστρια, χωρίς αποκλεισμούς κομματιών που προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά προχωράνε σε σύγκρουση με τις κυβερνητικές επιθέσεις.

Αυτό σημαίνει:

  • Στήριξη της μάχης που δίνει η Πολιτική Αγωγή του Αντιφασιστικού Κινήματος στη Δίκη της Χρυσής Αυγής. Για να καταδικαστεί η εγκληματική συμμορία που λειτουργεί με το μανδύα του «νόμιμου πολιτικού κόμματος». Για να πάνε στη φυλακή οι φονιάδες του Λουκμάν και του Παύλου Φύσα από τον Μιχολολιάκο μέχρι τον τελευταίο μαχαιροβγάλτη.

  • Στήριξη ανάδειξη της εκστρατείας για να κλείσουν τα «γραφεία»-ορμητήρια των ναζί στη Μεσογείων και της αντίστοιχης Πρωτοβουλίας που έχει συγκροτηθεί στην περιοχή, αλλά και σε κάθε γειτονιά που τολμούν ακόμα να εμφανίζονται. Τα «γραφεία» τους είναι ορμητήρια των ταγμάτων εφόδου που θέλουν να σκορπίσουν το τρόμο στις εργατογειτονιές, στρέφονται ενάντια στους αγωνιστές της Αριστεράς, του εργατικού κινήματος, τους μετανάστες σε κάθε «διαφορετικό».

  • Πάλη ενάντια στην Ευρώπη-Φρούριο, για να καταργηθούν οι ρατσιστικές συμφωνίες της ΕΕ με την Τουρκία και την Λιβύη. Σύνορα ανοιχτά για πρόσφυγες και μετανάστες: «Το ΝΑΤΟ κλείστε τα σύνορα ανοίξτε»

  • Να κλείσουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης άσυλο και στέγη στους πρόσφυγες, πόλεις ανοιχτές για τους πρόσφυγες. Μαζικές προσλήψεις σε σχολεία, δήμους νοσοκομεία και όλες τις κοινωνικές υπηρεσίες για να καλυφθούν οι ανάγκες ντόπιων μεταναστών και προσφύγων.

 

  • Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ χρειάζεται χρειάζεται να μπει πολύ πιο αποφασιστικά στη συζήτηση για την προοπτική προβάλλοντας το μεταβατικό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα, με στόχο να απλωθεί και να κερδίσει τα πιο πλατιά κομμάτια της εργατικής τάξης και των συνδικάτων, της νεολαίας και της Αριστεράς. Απέναντι στην κρίση της ρεφορμιστικής στρατηγικής, του κοινοβουλευτικού δρόμου που καταλήγει στη διαχείριση του καπιταλισμού, το μεταβατικό πρόγραμμα που επιμένει στη διαγραφή του χρέους, στον εργατικό έλεγχο στις τράπεζες και τις μεγάλες επιχειρήσεις, στη διεθνιστική ρήξη με την ΕΕ, είναι η απάντηση που έχει ανάγκη ο κόσμος που συνεχίζει να αποδεσμεύεται απ’ τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ χαίρει της εκτίμησης χιλιάδων αγωνιστών έξω από τις γραμμές της για τη συνεπή στάση της και το ρόλο της σε κρίσιμες στιγμές της ταξικής πάλης. Χρειάζεται να αξιοποιήσει αυτό το «κεφάλαιο». Να μετατρέψει την ακτινοβολία της σε ενωτικές πρωτοβουλίες στο κίνημα και τον πολιτικό διάλογο των δυνάμεων της αριστερής αντιπολίτευσης στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Είναι αλήθεια ότι ηγεσίες όπως του ΚΚΕ και της ΛΑΕ βάζουν εμπόδια σε αυτή την κατεύθυνση. Από τη μια, η ηγεσία του ΚΚΕ επιμένει να καταγγέλει την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τη ΛΑΕ σαν οπορτουνιστές που υπηρετούν αστικά σχέδια. Από την άλλη, η ηγεσία της ΛΑΕ μπορεί να έκανε το βήμα της οργανωτικής ρήξης με τον ΣΥΡΙΖΑ και ν’ αντιπολιτεύεται την κυβέρνηση, όμως στρατηγικά αδυνατεί να διαφοροποιηθεί από το παρελθόν της σαν αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ και ψάχνει για συνεργασίες προς την Πλέυση Ελευθερίας και κομμάτια της πατριωτικής αριστεράς. Και οι δύο ηγεσίες επικεντρώνονται σε συμβολικές κινήσεις μέσα κι έξω από τη Βουλή με κριτήριο την αύξηση της κοινοβουλευτικής τους εκπροσώπησης όταν έρθει η ώρα των εκλογών. Όμως, κάθε φορά που ξεδιπλώνονται μεγάλες και «μικρότερες» μάχες γίνεται εμφανής η διάθεση του κόσμου να παλέψει ενωμένα και αυτή η πίεση μπορεί να έχει αποτέλεσμα και στις πιο σεχταριστικές ηγεσίες. Είδαμε τέτοια παραδείγματα το προηγούμενο διάστημα, όπως για παράδειγμα με την υποδοχή των προσφυγόπουλων στα σχολεία που ένα ολόκληρο κίνημα ξεσηκώθηκε ενάντια σε «αγανακτισμένους» ρατσιστές και φασίστες συσπειρώνοντας τα συνδικάτα των εκπαιδευτικών, τους συλλόγους γονέων, τους μαθητές και όλη την Αριστερά σε μια σειρά περιοχές σε όλη την Ελλάδα. Αντίστοιχη εικόνα είδαμε το καλοκαίρι στην απεργία των Δήμων, μια δυνατή απεργία που ανάγκασε το ΠΑΜΕ να βαδίζει μαζί με όλους τους απεργούς εγκαταλείποντας την ταχτική των χωριστών συγκεντρώσεων. Αλλά και στη δίκη της Χρυσής Αυγής και στις αντιφασιστικές και αντιρατσιστικές κινητοποιήσεις στις 18 Μάρτη και στις 16 Σεπτέμβρη φάνηκαν ανάγλυφα αυτές οι δυνατότητες.

Στα ψεύτικα διλήμματα που βάζει και θα βάζει ο ΣΥΡΙΖΑ «εμείς ή ο Μητσοτάκης» η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα μπορεί να απαντήσει πειστικά όταν πρωτοστατεί στους αγώνες που είναι η πραγματική απάντηση στη δημαγωγία της δεξιάς και των φασιστών και επιμένει στην αντικαπιταλιστική προοπτική που είναι η εναλλακτική απέναντι στην κατάντια του ΣΥΡΙΖΑ.

Γ4. Για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ μαζική, δημοκρατική

Το πολιτικό κι οργανωτικό δυνάμωμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η επέκταση της επιρροής της και η δυνατότητα να κινητοποιεί, εξαρτώνται από τέτοιες πολιτικές πρωτοβουλίες. Αυτές είναι το οξυγόνο που θα δώσουν ζωή και χώρο στις τοπικές και κλαδικές επιτροπές να αναπτύξουν τη δράση τους και τις πρωτοβουλίες τους.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συγκροτήθηκε σαν μέτωπο οργανώσεων και αγωνιστών που προέρχονταν από διαφορετικές παραδόσεις και ιστορικές πορείες στο χώρο της επαναστατικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Αυτός ο χαρακτήρας της πρέπει να περιφρουρηθεί κόντρα σε λογικές που εκφράστηκαν στα όργανά της το προηγούμενο διάστημα με διοικητικού χαρακτήρα αποφάσεις για ζητήματα της παρέμβασής μας χωρίς την απαιτούμενη προσπάθεια για συνθετική και συναινετική διαδικασία αποφάσεων.

Θέλουμε μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ μαζική και μαχητική με δυνατές κλαδικές και τοπικές επιτροπές, που θα συζητάνε συλλογικά και θα οργανώνουν τη δράση τους στο τομέα ευθύνης τους. Με συχνές και απλές διαδικασίες, συνελεύσεις, συνεδριάσεις συντονιστικών επιτροπών κλπ που θα είναι «ανοιχτές» και ελκυστικές για ένα πλατύ δυναμικό νέων και παλιότερων αγωνιστών/τριών.

Μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ δημοκρατική, με έμφαση στην ενωτική και συνθετική λειτουργία, αλλά και τη δυνατότητα οι διαφορετικές απόψεις που υπάρχουν στο εσωτερικό της να μπορούν να εκφράζονται και να «μετριούνται» πολιτικά μέσα από κατάθεση ξεχωριστών προτάσεων – ψηφοδελτίων και αναλογικής εκπροσώπησης τους στα εκλεγμένα όργανα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζεται πλήρως η δημοκρατική αρχή του 1 μέλος 1 ψήφος, η ανοιχτή και συντροφική συζήτηση και αντιπαράθεση απόψεων. Η 4η Συνδιάσκεψη προσαρμόζει τους κανόνες λειτουργίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε αυτή την κατεύθυνση.

1 Deutsche Bank Markets Research, «Long-Term Asset Return Study - The Next Financial Crisis», 18 Σεπτέμβρη 2017, σ.σ. 4-5 και 18, http://www.tramuntalegria.com/wp-content/uploads/2017/09/Long-Term-Asset-Return-Study-The-Next-Financial-Crisis-db.pdf

2 Οπ, σελ. 33.

3 Michael Roberts, “Profitability and investment again – the AMECO data”, 26/7/2017, https://thenextrecession.wordpress.com/2017/07/26/profitability-and-investment-again-the-ameco-data/

 

 

ΕΠΠΔ -Προτεινόμενα κείμενα για τις θέσεις της 4ης Συνδιάσκεψης (αρχείο .pdf, 424KB)

Ενωτική Πρωτοβουλία Παρέμβασης και Διαλόγου

Προτεινόμενα κείμενα για τις Θέσεις της 4ης Συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

 

(σε αντικατάσταση των θέσεων 30-31)

Για το εργατικό

30. Η πραγματική κατάσταση των εργαζόμενων και των ανέργων τη διετία 2016-2017: Η επίσημη ανεργία το διάστημα 2016-2017 κυμάνθηκε από 24,2-20,7% (στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ). Η πραγματική κατάσταση της ανεργίας και της ημιαπασχόλησης, όπως και των απολαβών, όμως είναι κατά πολύ χειρότερη. Οι μακροχρόνια άνεργοι, όσοι δηλαδή αναζητούν εργασία πάνω από 12 μήνες, αποτελούσαν το 73,8% των άνεργων το 2016. Μόνο το 10% των ανέργων λαμβάνει επίδομα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ ενώ το πρόσθετο επίδομα των 700 ευρώ τον μήνα το λαμβάνει μόλις το 1,5% του συνόλου των εγγεγραμμένων μακροχρόνια άνεργων. Για το 2016 350.000 οικογένειες δεν είχαν ούτε ένα εργαζόμενο μέλος. Το ποσοστό ανεργίας των γυναικών (27,2%) είναι σημαντικά υψηλότερο από αυτό των αντρών, ενώ το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται στους νέους ηλικίας 15-24 ετών (46,9%) –και το 2017 η κατάσταση δεν αντιστράφηκε. Τεράστιες διαστάσεις λαμβάνει και η ανεργία των αναπήρων και χρονίως πασχόντων των οποίων το ποσοστό ανεργίας φτάνει πλέον το 85% του ενεργού δυναμικού τους. Ο βασικός νόμος της υποχρεωτικής πρόσληψης αναπήρων και μελών των οικογενειών τους στις μεγάλες μονάδες του ιδιωτικού τομέα (επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 50 άτομα)  μένει ανενεργός στα χρόνια της κρίσης κατ' απαίτηση του ΣΕΒ και των μεγαλοεργοδοτών. 

Η μερική απασχόληση αποτελεί κατά το 2016 και 2017, περισσότερο από το ήμισυ των νέων προσλήψεων. Η ανασφάλιστη εργασία αφορά σε έναν στους 5 εργαζόμενους. Σε 300.000 εργαζόμενοι υπολογίζονται οι εργαζόμενοι που, ενώ στην πραγματικότητα απασχολούνται ως μισθωτοί στην πράξη απασχολούνται ως αυτοαπασχολούμενοι αναλαμβάνοντας εξ ολοκλήρου την υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών. Περίπου 200.000 άτομα, ενώ εργάζονται 8 ώρες την ημέρα, στην πράξη καταχωρίζονται ως μερικά απασχολούμενοι. Σε περίπου 900.000 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, ενώ εργάζονται καθημερινά και κανονικά η καταβολή του μισθού τους γίνεται με καθυστέρηση από έναν μέχρι δεκαπέντε μήνες. Η καθυστέρηση των πληρωμών είναι ο κανόνας στην αγορά εργασίας, ενώ οι τακτικές αμοιβές θεωρούνται «επιπλέον προσόν» μιας επιχείρησης, το οποίο προβάλλουν οι εργοδότες.

Στην πραγματική κατάσταση των νοικοκυριών έρχεται να προστεθεί: Η άμεση και έμμεση φορολογία, με τη μείωση του αφορολόγητου για τα νοικοκυριά (την ίδια στιγμή που θεσπίζονται αφορολόγητα για τα καζίνο και άλλες επιχειρήσεις!) και την αύξηση των έμμεσων φόρων (σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για το πρώτο 7μηνο του 2017, οι έμμεσοι φόροι -που πληρώνονται από όλους, ανεξαρτήτως εισοδήματος- αντιπροσώπευαν το 54,4% των καθαρών εσόδων του κράτους έναντι 50,7% το 2016). Η δανειοδότηση: τον Ιούνιο 2017 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των ελληνικών τραπεζών ανέρχονταν σε 72,8 δισ. ευρώ, με μη εξυπηρετούμενα το 42,7% των στεγαστικών δανείων, το 53,6% των καταναλωτικών και το 67,8% των δανείων ελεύθερων επαγγελματιών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Οι δαπάνες για στοιχειώδη αγαθά: τα 2017 καταγράφηκε κι άλλη μείωση στην κατανάλωση τροφής στα νοικοκυριά, οι διακοπές ρεύματος της ΔΕΗ ανήλθαν σε 240.000 (με το 70% να αφορούν νοικοκυριά), η κατανάλωση πετρελαίου θέρμανσης διαμορφώθηκε το 2016 σε 1.199.550 μετρικούς τόνους (έναντι 2.908.247 μετρικών τόνων το 2010, στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ), ενώ αυξήθηκαν οι δαπάνες των νοικοκυριών για φάρμακα λόγω της αύξησης του ποσοστού που πληρώνουν οι ασφαλισμένοι.

Τα παραπάνω συνθέτουν την εικόνα της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων, που έχουν πληγεί από την επίθεση του κεφαλαίου, ιδιαίτερα στην περίοδο της κρίσης. Τα παραπάνω έχουν άμεσες επιπτώσεις και στο εργατικό κίνημα.

Ήδη το 2012 η συνδικαλιστική πυκνότητα (αν μετρηθεί με βάση τη συμμετοχή των εργαζόμενων στις εκλογές των σωματείων) ήταν στο 20% στον ιδιωτικό τομέα, με τους κλάδους με μεγαλύτερη συμμετοχή να είναι οι κλάδοι που είχαν ακόμη εργασιακή ασφάλεια, όπως οι ΔΕΚΟ και οι τράπεζες. Το ποσοστό των εργαζόμενων που συμμετέχουν ή έστω είναι μέλη σωματείων έχει συρρικνωθεί περισσότερο τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας μιας σειράς παραγόντων, όπως: Η έλλειψη σωματείου στον χώρο εργασίας, κυρίως στον ιδιωτικό τομέα και ιδιαίτερα στις μικρές επιχειρήσεις. Οι εργαζόμενοι που δεν εγγράφονται στα σωματεία των χώρων εργασίας τους: τα περισσότερα σωματεία, επικαλούμενα το καταστατικό τους, αποκλείουν τους ανασφάλιστους, ημιαπασχολούμενους, οι συμβασιούχους, εργολαβικούς εργαζόμενους, εργαζόμενους με μπλοκάκι, μετανάστες. Ακόμη και στον δημόσιο τομέα (παρά τη μάχη που δόθηκε από τις δυνάμεις της συνδικαλιστικής αριστεράς στο τελευταίο συνέδριο της ΑΔΕΔΥ για να αλλάξει αυτό), αυξάνεται η αναλογία της ελαστικής εργασίας σε σχέση με τη μόνιμη εργασία, με αποτέλεσμα τα σωματεία εκεί να εκπροσωπούν ένα ολοένα συρρικνούμενο σώμα εργαζομένων σε σχέση με τους πραγματικά εργαζόμενους στον χώρο δουλειάς. Η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας έχει επιφέρει επιπλέον πλήγμα στη συνδικαλιστική εκπροσώπηση των σωματείων του ιδιωτικού τομέα και την εγγραφή νέων μελών σε συνδικάτα. Και βέβαια η εργασιακή περιπλάνηση από κλάδο σε κλάδο και από δουλειά σε δουλειά έχει συμβάλλει ώστε, ιδιαίτερα οι νέοι εργαζόμενοι με την αίσθηση της προσωρινότητας, να μην έχουν ως προτεραιότητα την εγγραφή σε σωματείο, ακόμη κι όταν αυτό υπάρχει. Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο, η αντεπίθεση των εργοδοτών τα τελευταία χρόνια, με την εκδίωξη συνδικαλισμένων εργαζομένων, μελών ΔΣ από αγωνιστικά σωματεία του ιδιωτικού τομέα, αλλά και εν γένει εργαζομένων με πολλά χρόνια προϋπηρεσίας που είχαν παραστάσεις από νίκες του εργατικού κινήματος.

31. Όλα τα παραπάνω βάζουν αυξημένα καθήκοντα για τη δουλειά στο συνδικαλιστικό κίνημα: πλάι στην προσπάθεια αγωνιστικής αναζωογόνησης των διαδικασιών στα σωματεία όπου ήδη έχουμε παρέμβαση, είναι αναγκαίο να δοθεί έμφαση στην οργάνωση σωματείων σε δύσκολους χώρους, σε χώρους επισφάλειας, την οργάνωση σωματείων στις μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις όπου –με βάση τις αναδιαρθρώσεις της καπιταλιστικής παραγωγής- συγκεντρώνεται πλέον μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης, την προσπάθεια για αξιοποίηση κάθε μικρής και μεγάλης μάχης για τη μαζικοποίηση των συνδικάτων, την προσπάθεια ενοποίησης των εργαζόμενων σε κάθε χώρο δουλειάς ανεξαρτήτως εργασιακής σχέσης, την δημιουργία νέων πολιτικοσυνδικαλιστικών σχημάτων/παρεμβάσεων αλλά και άλλων μορφών που υποβοηθούν τη δουλειά στο εργατικό κίνημα (πχ εργατικές λέσχες). Οι πιο σημαντικοί και νικηφόροι αγώνες της τελευταίας διετίας, άλλωστε, ξεπήδησαν από τους χώρους της επισφάλειας ή της μαύρης εργασίας, όπως το μεγάλο κίνημα των συμβασιούχων των ΟΤΑ, η μάχη για τους εργολαβικούς στα νοσοκομεία, η απεργία στον Καρυπίδη, η απεργία των μεταναστών εργατών στο εργοστάσιο πλαστικών Γεωργίου είναι μερικά μόνο από τα παραδείγματα νικηφόρων αγώνων σε δύσκολους χώρους δουλειάς, που δείχνουν τις δυνατότητες που ανοίγονται με την οργάνωση και την ταξική αλληλεγγύη της εργατικής τάξης. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ το επόμενο διάστημα μέσα από τις κλαδικές και τις τοπικές της επιτροπές, και μέσα από τη  λειτουργία της συνδικαλιστικής γραμματείας και με την πραγματοποίηση εργατικής συνδιάσκεψης, είναι αναγκαίο να προσανατολίσει τις δυνάμεις της στον σχεδιασμό και την οργάνωση τέτοιων παρεμβάσεων. Στην κατεύθυνση αυτή καλεί σε κοινή δράση όλες τις δυνάμεις της μαχόμενης αριστεράς και τις δυνάμεις της αναρχίας και της αυτονομίας που έχουν εργατική αναφορά.

Επιπλέον, θέτουν το ζήτημα της ιεράρχησης της πάλης για ψωμί και δουλειά. Στη σημερινή συγκυρία, το ενοποιητικό στοιχείο που μπορεί να φέρει σε πρώτη γραμμή τους αγώνες και να αποτελέσει ενοποιητικό στοιχείο για την τάξη, είτε πρόκειται για εργαζόμενους, ημιαπασχολούμενους ή ανέργους, είτε για μετανάστες ή ντόπιους, είναι η πάλη ενάντια στη φτώχεια, την ανεργία και τη μετανάστευση. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να ιεραρχήσει τα αιτήματα αυτά και να τα προβάλλει ενοποιητικά σε κάθε χώρο παρέμβασης, αλλά και με κεντρικές καμπάνιες, συνδέοντάς τα ταυτόχρονα με το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης. Η μείωση των ωρών εργασίας ώστε να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας για όλους-όλες, η αύξηση των μισθών, η επαναφορά των ΣΣΕ και οι κοινωνικές παροχές (υγεία, παιδεία, ρεύμα, νερό, σπίτι) για τους ανέργους και τους φτωχούς πρέπει να είναι η προμετωπίδα στην πάλη μας. Τα αιτήματα αυτά για να επιβληθούν στην πράξη προϋποθέτουν τη σύγκρουση με το «δημόσιο χρέος», την ΕΕ, το κεφάλαιο –εν ολίγοις απαιτούν όλα τα στοιχεία του αντικαπιταλιστικού προγράμματος. Αυτό προκύπτει μέσα από την πάλη για το ψωμί και τη δουλειά, όσο αυτή προχωράει, ενοποιεί επιμέρους αγώνες (λχ το εργατικό κίνημα με τον αγώνα ενάντια στους πλειστηριασμούς) και πολιτικοποιείται από την παρέμβαση στο κίνημα των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς.

Ιδιαίτερη θέση έχει στην περίοδο και η εκτίμηση για τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία του εργατικού κινήματος. Οι πλειοψηφίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, αλλά και πολλών δευτεροβάθμιων Ομοσπονδιών δεν θέλουν και δεν μπορούν να σχεδιάσουν ή να συντονίσουν αγώνες. Η ΓΣΕΕ, που εκπροσωπεί μόλις το 15% των εργαζόμενων του ιδιωτικού τομέα, με ευθύνη των παρατάξεων της πλειοψηφίας της, έχει μετατραπεί σε μια εργοδοτική ένωση, που συναντιέται με την Τρόικα και τους εκπροσώπους των εργοδοτών, αποτελεί «κοινωνικό εταίρο» και εφαρμόζει προγράμματα κοινωφελούς εργασίας ως εργοδότης αντί να οργανώνει την πάλη ενάντια στα μνημόνια και την επέκταση των ελαστικών εργασιακών σχέσεων. Σε σειρά Εργατικών Κέντρων και Ομοσπονδιών η συνδικαλιστική γραφειοκρατία ασχολείται κυρίως με την αναπαραγωγή της με νοθείες, εργοδοτικές και κρατικές παρεμβάσεις, τεράστιες χρηματοδοτικές ενισχύσεις ώστε να φτιάχνονται πελατειακές σχέσεις, επιχειρηματικές δραστηριότητες, στήριξη των επαγγελματιών συνδικαλιστών κλπ. Η στάση των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ σε σχέση με τον αντιαπεργιακό νόμο, όπως και η στάση τους στο δημοψήφισμα, ήταν δύο σταθμοί που ανέδειξαν ανάγλυφα ότι οι πλειοψηφίες τους είναι ανοιχτά εργοδοτικές και κυβερνητικές, αφού θυσιάζουν ακόμα και το εργατικό κύτταρο, το πρωτοβάθμιο σωματείο, δεν έχουν πρόβλημα να μετατραπεί σε απλό εκλογικό μηχανισμό που θα τους αναπαράγει, χωρίς κανένα δικαίωμα δράσης και αγωνιστικής απόφασης.

Εξίσου προδοτική αποδεικνύεται και η στάση πολλών Ομοσπονδιών, όπως οι Ομοσπονδίες στις δημόσιες επιχειρήσεις που ιδιωτικοποιούνται. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία φαίνεται έτοιμη να «παζαρέψει» τους όρους της ιδιωτικοποίησης (όπως έγινε για παράδειγμα στον ΟΣΕ), παρά να ξεδιπλώσει απεργιακό αγώνα για το σταμάτημα της ιδιωτικοποίησης. Ειδικά στα κοινωνικά αγαθά (ρεύμα, νερό, συγκοινωνίες), το θέμα αυτό δεν αφορά μόνο τους εργαζόμενους στους αντίστοιχους χώρους, αλλά αφορά και κάθε εργαζόμενο, άνεργο ή συνταξιούχο που θα πληγεί από την ιδιωτικοποίηση βασικών κοινωνικών αγαθών.

Στο παραπάνω πλαίσιο, δεν αρκεί η λογική της πίεσης προς τις συνδικαλιστικές ηγεσίες για να προχωρήσουν σε απεργιακά βήματα, παρότι και αυτό αποτελεί κομμάτι του σχεδιασμού στο εργατικό κίνημα. Η πάλη όμως είναι για την οργάνωση των αγώνων από τα κάτω, από γενικές συνελεύσεις και απεργιακές επιτροπές, η οργάνωση της ταξικής αλληλεγγύης και ενός ευρύτερου κινήματος διεκδίκησης δημόσιων κοινωνικών αγαθών, που θα προσπερνά τις συνδικαλιστικές ηγεσίες στην πράξη και θα μπορεί να σχεδιάζει απεργιακά και αγωνιστικά βήματα πέρα και έξω από αυτές.

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι απαραίτητο εργαλείο ο συντονισμός Πρωτοβάθμιων Σωματείων και συλλογικοτήτων, που συσπειρώνονται πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα δράσης και με κινηματικού χαρακτήρα πρωτοβουλίες στοχεύουν να οργανώσουν απεργιακά και άλλα κινηματικά βήματα, αποτελώντας ένα διακριτό σε σχεδιασμό, αιτήματα και δημοκρατική λειτουργία πόλο στο εργατικό κίνημα. Το συνδικαλιστικό δυναμικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα κινηθεί στην κατεύθυνση ενός τέτοιου συντονισμού σωματείων και συλλογικοτήτων, που θα ενοποιεί όλες τις δυνάμεις της μαχόμενης αριστεράς. Ταυτόχρονα θα συμβάλλει στη διαμόρφωση συντονισμών σωματείων και συλλογικοτήτων/αγωνιστών σε συγκεκριμένες αιχμές, πχ ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του νερού.

Η παρέμβαση στο εργατικό κίνημα το επόμενο διάστημα θα κινηθεί στις εξής κατευθύνσεις

Α) Την οικοδόμηση των σωματείων: αναζωογόνηση και μαζικοποίηση των υπαρχόντων σωματείων ή ίδρυση νέων. Ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα, η διάλυση των εργασιακών σχέσεων και η κατάργηση δικαιωμάτων έχει σημάνει την ευθεία επίθεση στις συνδικαλιστικές ελευθερίες. Η ίδρυση και η οικοδόμηση πραγματικών μαζικών σωματείων, η οργάνωση της λεγόμενης «νέας εργατικής βάρδιας» των ελαστικών σχέσεων εργασίας και της εργασιακής περιπλάνησης, είναι ένα κρίσιμο στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί, και αφορά το μέλλον. Σε αυτή τη μάχη, θα βρεθούμε σε αντιπαράθεση με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία της ΓΣΕΕ η οποία έχει την απόλυτη ευθύνη γιατί ο ιδιωτικός τομέας (πλην των πρώην ΔΕΚΟ) έχει βρεθεί χωρίς συνδικάτα, αλλά και με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία της ΑΔΕΔΥ (και Ομοσπονδιών) η οποία συνεχίζει να αρνείται να γράψει στη δύναμή της τις ελαστικές σχέσεις εργασίας. Θα βρεθούμε όμως σε σύγκρουση και με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία του ΠΑΜΕ η οποία ενδιαφέρεται να στηρίξει μόνο ό,τι ελέγχει.

Β) Την οικοδόμηση ενός δικτύου αγωνιστών της βάσης, που, 1. θα οργανώνει ενωτικά τους αγώνες και θα ασκεί πίεση (με όλους τους κινηματικούς τρόπους) προκειμένου να προχωρούν αγωνιστικές κινητοποιήσεις, 2. θα δημιουργεί τους όρους ώστε οι κινητοποιήσεις να βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο των ίδιων των εργαζομένων, 3. θα συγκροτεί και θα παλεύει σε κάθε χώρο ένα πρόγραμμα δράσης με ριζοσπαστικά αιτήματα και μορφές πάλης, ένα πρόγραμμα εργατικής αντίστασης και αντεπίθεσης. Η καρδιά ενός τέτοιου δικτύου είναι τα αυτόνομα σχήματα, παρεμβάσεις και συσπειρώσεις που ήδη υπάρχουν σε μια σειρά από χώρους δουλειάς, στα οποία τα δυναμικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ συμμετέχει, τα στηρίζει και στοχεύει στη διεύρυνσή τους με όλο το μαχόμενο δυναμικό των χώρων δουλειάς.

Γ) Τη συστηματική συμπαράσταση και ταξική αλληλεγγύη στους εργατικούς και κοινωνικούς αγώνες, με ενεργοποίηση των υπαρκτών δικτύων των αντικαπιταλιστικών σχημάτων σε εργατικούς χώρους, γειτονιές και σχολές, για πολιτικοποίηση και γενίκευση των ζητημάτων, με συμβολή στην ενότητα της τάξης. Η πάλη για τα κοινωνικά αγαθά, η συμπαράσταση σε διωκόμενους –απολυμένους αγωνιστές/τριες, η συμπαράσταση σε μια μεγάλη απεργία, η συμπαράσταση σε εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης (όπως η ΒΙΟΜΕ), η πάλη ενάντια στους πλειστηριασμούς, η συμπαράσταση και δουλειά με μετανάστες και πρόσφυγες– η αλληλεγγύη, η διεκδίκηση ίσων δικαιωμάτων και ανοιχτών συνόρων για τους εργάτες- είναι ένα παράδειγμα αυτής της λογικής.

Δ) Τη συγκρότηση του πιο πρωτοπόρου και ταξικού τμήματος των αγωνιστών σε μια πανελλαδική Ταξική Κίνηση, που θα μπορεί να παράγει επεξεργασίες για την κατάσταση της εργατικής τάξης, τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στους χώρους εργασίας, τις αλλαγές στα χαρακτηριστικά της εργατικής δύναμης, παράγοντας πολιτική γραμμή και πλουτίζοντας τη συνδικαλιστική παρέμβαση των πολιτικοσυνδικαλιστικών σχημάτων. Η ταξική Κίνηση δεν υποκαθιστά τα σχήματα, ούτε αποτελεί παράταξη. Φιλοδοξεί να συγκεντρώσει το πιο πρωτοπόρο αντικαπιταλιστών αγωνιστών (που είναι ευρύτερο από τα μέλη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Στην κατεύθυνση αυτή μπορεί να αξιοποιηθεί και η εμπειρία της πανελλαδικής Ταξικής Κίνησης που ήδη έχει συγκροτηθεί από σ. της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Για όλα τα παραπάνω, συγκροτείται συνδικαλιστική γραμματεία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, για να σχεδιάζει κι να συντονίζει την ενιαία παρέμβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο εργατικό κίνημα. Στην ευθύνη της έχει την ετήσια πραγματοποίηση εργατικής συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και την ευθύνη για τη συγκρότηση και λειτουργία των κλαδικών επιτροπών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

 

(Σε αντικατάσταση όλου του Κεφαλαίου Γ3)

Για τη μετωπική πολιτική και την πολιτική συνεργασία

 

37. Το «υποκείμενο» της αντικαπιταλιστικής ανατροπής της επίθεσης είναι ένα κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο.

α. Η εργατική τάξη για να απαντήσει στον κατακερματισμό και τη διάσπαση που προέρχεται από τις αλλαγές που συντελούνται στην παραγωγή, αλλά και για να ανταποκριθεί στις δυνατότητες που παρουσιάζονται από τη νέα, ανώτερη συγκέντρωσή της σε επιχειρήσεις και ομίλους, πρέπει να συγκροτήσει το δικό της μέτωπο, που αφορά την εσωτερική της ενότητα. Άρα απαιτείται εργατικό μέτωπο.

β. Η εργατική τάξη στην πάλη της απέναντι στην αστική τάξη οφείλει να πάρει μαζί της  τα κατώτερα μεσαία στρώματα της παραγωγής, της πόλης και της υπαίθρου.  Άρα, το μέτωπο οφείλει να είναι και λαϊκό με την ηγεμονία της εργατικής τάξης.

γ. Το κοινωνικό μέτωπο  απαντά στις αντικειμενικές συνθήκες οι οποίες πηγάζουν από τα προβλήματα που γεννά ο καπιταλισμός της εποχής μας. Επομένως ο χαρακτήρας του εργατικού μετώπου οφείλει να είναι αντικαπιταλιστικός.

δ. Οι σημερινές συνθήκες δημιουργούν αντικειμενικά τους όρους σχηματισμού διαφορετικών κομμάτων αντικαπιταλιστικής πολιτικής ακόμα και σοσιαλιστικής - κομμουνιστικής αναφοράς. Είναι γνωστό ότι οι τάξεις και τα κοινωνικά στρώματα εκφράζονται με στρεβλό και αντιφατικό τρόπο από πολιτικά κόμματα. Επομένως το κοινωνικό μέτωπο βρίσκει την  έκφρασή του στο πολιτικό επίπεδο. Άμεση και βασική επιδίωξή του έχει τις ουσιαστικές νίκες που βελτιώνουν τη θέση της εργατικής τάξης και του λαού και οδηγούν στον κλονισμό της αστικής κυριαρχίας.

Γι’ αυτό η καρδιά της πολιτικής μας είναι η συγκέντρωση των ανάλογων  δυνάμεων και στο εργατικό λαϊκό κίνημα και στο γενικότερο πολιτικό κίνημα.

38. Η μετωπική πολιτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στη σημερινή συγκυρία

Στις σημερινές συνθήκες  της ταξικής πάλης, απαιτείται να χαράξουμε με σαφήνεια μια μετωπική τακτική σε τρία διακριτά επίπεδα:

α) Στο μαζικό κίνημα. Μετωπική πρόταση προς τις ταξικές αγωνιστικές δυνάμεις στο εργατικό-λαϊκό κίνημα (συνδικάτα, παρατάξεις, συντονισμούς αγώνα, αγωνιστές κ.α) έτσι ώστε να επιτευχτεί η μέγιστη δυνατή συσπείρωση σωματείων, ομοσπονδιών, εργατικών κέντρων, επιτροπών αγώνα για να αναπτυχτεί ενωτικός μαζικός αγώνας για να μπει φραγμός στην επίθεση κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, κεφαλαίου, ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ.

β) Στην στρατηγική πρωτοπορία: Πρόταση συσπείρωσης προς τις αντικαπιταλιστικές αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις επαναστατικής και κομμουνιστικής αναφοράς για τη συγκρότηση του αντικαπιταλιστικού πόλου. Συγκεκριμένα σε: ΕΕΚ, Εργατικό Αγώνα, Σύλλογο Κορδάτο, Ένωση Δικαίων, ΟΚΔΕ, μ-λ ρεύματα, ΑΡΑΝ, Παρέμβαση, ομάδες και αγωνιστές που αποσπάστηκαν από ΣΥΡΙΖΑ αλλά δεν εντάχθηκαν κάπου κ.α. Πρέπει να προετοιμάζεται η μαζική υπέρβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προς έναν αντικαπιταλιστικό, αντιιμπεριαλιστικό, επαναστατικό και κομμουνιστικό «πόλο» συσπείρωσης. Αυτό απαιτεί ενίσχυση και μετασχηματισμό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ταυτόχρονα, πρόταση για μια ισότιμη «Συσπείρωση Διαλόγου και Μάχης» των δυνάμεων που έχουν μετωπική αντίληψη. Δεν είναι σωστή μια αναπαραγωγή παλιών και ξεπερασμένων αντιθέσεων (συσπείρωση τροτσκιστικών, «διεθνιστικών» ή μαοϊκών δυνάμεων κ.α.), αλλά η θετική υπέρβασή τους, που είναι εφικτή όπως έχει δείξει και η 8ετής εμπειρία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

3) Στο πολιτικό επίπεδο: Πολιτικές συμφωνίες τακτικού χαρακτήρα με τις δυνάμεις της μαχόμενης Αριστεράς (ΚΚΕ, ΛΑΕ, μαζικά δρώσα αναρχία κ.α.).

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αγωνίζεται για μια μεγάλη πολιτική συμμαχία με αντικαπιταλιστικό, αντιιμπεριαλιστικό και αντι-ΕΕ περιεχόμενο, στη βάση του αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για τη συγκρότησή της.

Σε αυτή την κατεύθυνση η ΑΝΤΑΡΣΥΑ προτείνει πολιτικές συμφωνίες τακτικού χαρακτήρα για α) επιμέρους κοινωνικά - πολιτικά μέτωπα, (π.χ., ασφαλιστικό, δημοκρατικές ελευθερίες, αντι-ΕΕ πάλη κ.α.), β) την υποστήριξη και την προώθηση του ταξικού αγώνα, για την ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού και εργατικού κινήματος και την επιβολή  προσωρινών  υλικών κατακτήσεων εντός της αστικής κυριαρχίας.

Με τον όρο πολιτική συμφωνία (ή πολιτική συμφωνία τακτικού χαρακτήρα) ονομάζουμε τις επιμέρους συμμαχίες που συνάπτονται για την επίτευξη ενός ταχτικού, άμεσου, κοινού σκοπού με άλλες δυνάμεις. Με σταθερή επιδίωξη τη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών που θα βοηθούν τις μάζες να κατακτήσουν το αντικαπιταλιατικό μεταβατικό πρόγραμμα και να συνειδητοποιήσουν, μέσα από την πάλη τους, την αναγκαιότητα και τη δυνατότητα της αντικαπιταλιστικής ανατροπής. Ο ίδιος ο όρος «συμφωνία» εμπεριέχει εξ ορισμού τη διατήρηση της πλήρους αυτοτέλειας ως προς τις αρχές και την οργάνωση του κάθε κόμματος ή ρεύματος χωριστά.

Οι ασάφειες, και οι γενικότητες στο πρόγραμμα της πολιτικής συμφωνίας οδηγούν αναπόφευκτα σε ασυνέπειες και ταλαντεύσεις στην πρακτική δράση. Επομένως η σαφήνεια όσον αφορά όχι μόνο την κατεύθυνση και τα μέσα δράσης, αλλά και τις διαφορετικές αποχρώσεις που υπάρχουν μεταξύ των κομμάτων, αποτελούν τους όρους που  μπορούν να εξασφαλίσουν την επιτυχία της πολιτικής συμφωνίας για την επίτευξη του κοινού άμεσου σκοπού.

Δεν υπήρξαν και δεν θα υπάρξουν ποτέ ρεφορμιστικές αριστερές δυνάμεις  που στα γεμάτα  συγχύσεις προγράμματά τους, να μη διατυπώνουν διεκδικήσεις που έρχονται σε διαμετρική αντίθεση με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και να μη συσκοτίζουν τη συνείδησή της. Το συμπέρασμα που βγαίνει απ’ αυτό είναι ότι η αποκάλυψη για τις ανεπάρκειες και συγχύσεις τους, αποτελεί καίριας σημασίας καθήκον για τις αντικαπιταλιστικές δυνάμεις. Και όχι ότι είναι απαράδεκτες και απαγορευτικές οι προσωρινές συμφωνίες μαζί τους.

Οι πολιτικές συμφωνίες γίνονται ανοιχτά και δημόσια στη βάση της ισοτιμίας. Μπορεί να αφορούν μόνο το επίπεδο του μαζικού κινήματος, ή μόνο το καθ’ αυτό πολιτικό επίπεδο, ή και τα δυο. Έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Η διάρκειά τους εξαρτάται ανάλογα με την περίπτωση και τις ανάγκες της ταξικής πάλης και δεν μπορεί να προκαθοριστεί σε όλες τις περιπτώσεις. Ολοκληρώνεται με την επίτευξη του κοινού σκοπού.

39. Η εκλογική τακτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Στις πολιτικές συμφωνίες τακτικού χαρακτήρα περιλαμβάνονται και οι εκλογικές συμφωνίες, ανάλογα με την περίσταση και το χαρακτήρα των εκλογών. Υποτάσσονται στην πάλη για την ενίσχυση και προώθηση του μαζικού εξωκοινοβουλευτικού αγώνα. Οι εκλογικές συμμαχίες δεν είναι κατ ανάγκην «εφ’ όλης της ύλης» (τακτικής και στρατηγικής), όπως λαθεμένα υποστηρίζεται. Πρέπει να επιδιώκονται και μπορούν να επιτυγχάνονται κάτω από συγκεκριμένους όρους περιεχομένου και ισοτιμίας. Η προσχώρηση, διάχυση ή «πολιτική ουράς» στις ρεφορμιστικές δυνάμεις είναι ριζικά λαθεμένη.

Σήμερα, εκτιμούμε ότι οι εκλογικές συμφωνίες οφείλουν:

α) να βασίζονται στο αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με τα στοιχεία ρήξης με την ΕΕ, το κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό.

β) να έχουν δοκιμαστεί έστω στην πράξη, μέσα στο εργατικό, λαϊκό κίνημα, με δεσμούς αμοιβαίας εμπιστοσύνης

γ) να προσαρμόζονται ανάλογα με τις εξελίξεις στην πολιτική συγκυρία (π.χ. πολεμικά γεγονότα, κρίσεις κ.α.)

δ) να βασίζονται στην ισοτιμία και την πλήρη αυτοτέλεια καθενός. Σε κάθε περίπτωση οι εκλεγμένοι βουλευτές μας κρατούν την ιδεολογική-πολιτική και οργανωτική τους ανεξαρτησία από τις συνεργαζόμενες δυνάμεις.

Η εκλογική τακτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στα επόμενα εκλογικά γεγονότα θα αποφασιστεί με βάση τις παραπάνω αρχές.

 

Θέση 46. στο τέλος (σε αντικατάσταση του σημείου για τα ψηφοδέλτια):

Θέλουμε μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ:

(…)

-δημοκρατική, με έμφαση στην ενωτική και συνθετική λειτουργία. Με εκλογή των οργάνων με σύστημα που θα εξασφαλίζει την αναλογική εκπροσώπηση και τη φυσιογνωμία του μετώπου. Με εκλογή των οργάνων από ενιαία λίστα και αναλογία σταυρών 1:6 (που εξασφαλίζει την δημοκρατικότητα και την απλή αναλογική).

 

Τροποποιήσεις της Πρωτοβουλίας για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ Αντικαπιταλιστική και Επαναστατική. (αρχείο .pdf, 496KB)

Τροποποιήσεις της Πρωτοβουλίας για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ Αντικαπιταλιστική και Επαναστατική.

Οι παρακάτω εκτεταμένες τροποποιήσεις των ενοτήτων Β2 και Γ3 αποτελούν την πολιτική πλατφόρμα-πρόταση της ΠΑΑΕ προς τις τοπικές και κλαδικές επιτροπές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και προς την 4η Συνδιάσκεψη.

 

Τροποποίηση 1

Πρωτοβουλία για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ Αντικαπιταλιστική και Επαναστατική

[σε αντικατάσταση της ενότητας Β2 (σημεία 14-16)]

 

Β2. Εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Επιθετική πολιτική για την γεωπολιτική αναβάθμιση της αστικής τάξης σε συνεργασία με τον αμερικάνικο και ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό

 

14. Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής η κυβέρνηση συνεχίζει την επικίνδυνη πολιτική ευθυγράμμισης με ΗΠΑ/ΝΑΤΟ/ΕΕ και τον άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου-Ισραήλ, με στόχο την αναβάθμιση της θέσης και του ρόλου της ελληνικής αστικής τάξης στη διεκδίκηση των ενεργειακών πόρων και των δρόμων μεταφοράς τους στην ευρύτερη περιοχή και την υπεράσπιση της οικονομικής και στρατιωτικής της ισχύος στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο.

Η επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα και των υπουργών του στις ΗΠΑ και η συνάντηση με τον πρόεδρο Τραμπ σήμαναν την ακόμα στενότερη πρόσδεση στους τυχοδιωκτισμούς των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και το χάος των ανταγωνισμών στην ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Η ελληνική κυβέρνηση εμφανίστηκε πρόθυμη να συμμετάσχει ως «στρατηγικός εταίρος» στα εγκλήματα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, αποσκοπώντας σε ανταλλάγματα που θα αναβαθμίσουν τη θέση του ελληνικού καπιταλισμού στην περιοχή σε σχέση με τον τουρκικό καπιταλισμό (ΑΟΖ, επέκταση χωρικών υδάτων κλπ). Όποτε η ελληνική αστική τάξη έκανε αντίστοιχες τυχοδιωκτικές επιλογές η εργατική τάξη οδηγήθηκε σε τραγωδίες.

Ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός ήταν και παραμένει ο μεγαλύτερος ανταγωνισμός εθνικών καπιταλισμών στην περιοχή. Ελληνικός και τουρκικός καπιταλισμός ανταγωνίζονται για τις αγορές της περιοχής και έχουν διαχρονικά επεκτατικές βλέψεις. Η κούρσα των εξοπλισμών και από τις δύο μεριές του Αιγαίου έχει δημιουργήσει μια από τις πλέον στρατιωτικοποιημένες ζώνες στην υφήλιο. Ο εξωτερικός εχθρός χρησιμοποιείται παραδοσιακά από τις κυβερνήσεις των δύο χωρών για να επιβάλλουν την εθνική ενότητα και την υποταγή των λαών τους στα συμφέροντα των αστικών τους τάξεων. Σε όλα αυτά, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ συνεχίζει την πολιτική των προκατόχων της.

Σε αυτόν τον ανταγωνισμό, η ελληνική πλευρά δεν είναι η αμυνόμενη απέναντι σε μια υποτιθέμενα μονομερή επιθετικότητα της Τουρκίας, όπως το παρουσιάζουν κυβερνήσεις και ΜΜΕ. Η ελληνική κυβέρνηση διαλαλεί την πρόθεσή της να επεκτείνει τα χωρικά ύδατα στα 12 μίλια, επιδίωξη που θα δημιουργήσει μεγάλη όξυνση του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού. Συμφώνησε ήδη σε ένα τεράστιο πρόγραμμα εξοπλισμών, άνω των 2 δισ. δολαρίων, κυρίως από τις ΗΠΑ. Και εάν η κυβέρνηση Ερντογάν έχει ήδη δείξει το πολεμικό της πρόσωπο εισβάλοντας στα κουρδικά εδάφη της Συρίας, και η ελληνική πλευρά δεν μένει έξω από την ιμπεριαλιστική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή, όπως δείχνει η υπόθεση της πώλησης όπλων στη Σαουδική Αραβία και η παρουσία φρεγατών του ελληνικού ναυτικού έξω από τις ακτές της Λιβύης, του Λιβάνου και της Συρίας.

Τα συμφέροντα των λαών της περιοχής δεν έχουν σε τίποτα να κάνουν με τους ανταγωνισμούς των αστικών τάξεων, με το κλίμα εθνικισμού και ρεβανσισμού που καλλιεργείται μεθοδικά. Οι λαοί δεν θα οδηγηθούν στη σφαγή για το αν την ΑΟΖ θα την εκμεταλλευτεί η NOBBLE ή η ROSNEFT,  Έλληνες ή Τούρκοι καπιταλιστές. Είναι επιτακτική η ανάγκη ενός ενωτικού διεθνιστικού αντιιμπεριαλιστικού και αντιπολεμικού κινήματος για την αποτροπή των σχεδίων του ιμπεριαλισμού και των αστικών τάξεων. Είναι ανάγκη να αποκαλυφθούν οι εθνικιστικοί μύθοι της «δικής μας» πλευράς και να καταγγελθούν οι επιθετικοί σχεδιασμοί της ελληνικής αστικής τάξης.

 

15. Το λεγόμενο «κυπριακό πρόβλημα» έχει τη βάση του στην ιστορική καταπίεση της τουρκοκυπριακής εθνότητας από τον ελληνοκυπριακό εθνικισμό, στον αντιδραστικό ανταγωνισμό Ελλάδας και Τουρκίας στο έδαφος του νησιού και στις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις να αποτελεί η Κύπρος το «αβύθιστο αεροπλανοφόρο» στις πολεμικές τους εξορμήσεις στην Μέση Ανατολή. Η ύπαρξη και ο ρόλος των βρετανικών βάσεων, οι εθνικιστικές εκκαθαρίσεις των τουρκοκυπρίων και οι εκτοπίσεις τους σε θύλακες σε όλο το νησί, το πραξικόπημα Σαμψών που οργάνωσε η ελληνική Χούντα, η εισβολή του τουρκικού στρατού στο βόρειο τμήμα του νησιού το 1974, είναι μερικά από τα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί ενάντια στον κυπριακό λαό (ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους), από τις αστικές τάξεις Ελλάδας και Τουρκίας, πάντα με το σιγοντάρισμα των Μεγάλων Δυνάμεων και κυρίως της «εγγυήτριας δύναμης» Βρετανίας. Και πάλι, είναι εθνικιστικός μύθος ότι για την Κύπρο φταίει μια υποτιθέμενη μονομερής επιθετικότητα της Τουρκίας.

Οι «λύσεις» του κυπριακού τις οποίες προτείνει η ιμπεριαλιστική διπλωματία δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε αποτέλεσμα προς όφελος των εργαζομένων. Σήμερα γίνεται όλο και πιο καθαρό ότι μόνο με την παρέμβαση του εργατικού κινήματος, με την κοινή πάλη ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων εργαζομένων, με την ενότητα της εργατικής τάξης του νησιού, που έχει ήδη κάνει την εμφάνισή της, μπορεί να επιβληθεί μια δίκαιη και ειρηνική λύση πέρα και ενάντια στους οικονομικούς και γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των αστικών τάξεων Ελλάδας, Τουρκίας και Κύπρου. 

Αυτή η κοινή πάλη θα ανοίξει το δρόμο για μία ομοσπονδιακή Κύπρο, ανεξάρτητη, χωρίς ξένους στρατούς (αποχώρηση του τουρκικού και του ελληνικού στρατού), χωρίς ξένες βάσεις και εγγυήτριες δυνάμεις, με αναγνώριση της εθνοτικής «διπλής φύσης», κατοχύρωση των δικαιωμάτων και του ρόλου της τουρκοκυπριακής κοινότητας, ώστε ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι εργαζόμενοι να μπορούν να ζουν μαζί ειρηνικά και να πάρουν στα χέρια τους και τη ζωή τους και την κοινωνία.

 

16. Το λεγόμενο ζήτημα του «Μακεδονικού» είναι σήμερα ζήτημα αιχμής του διεθνιστικού και αντιεθνικιστικού αγώνα. Το θέμα της ονομασίας της γειτονικής χώρας έρχεται στην επικαιρότητα μέσα από μια προσπάθεια αστικού εκσυγχρονισμού από την κυβέρνηση Ζάεφ και ασφαλώς συνδέεται με την επιδίωξη για ένταξη στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, αλλά και με τους ανταγωνισμούς των ιμπεριαλισμών και των καπιταλιστικών κρατών στα Βαλκάνια.

Παρόλα αυτά, ήταν και παραμένει βασικά ένα πρόβλημα επιβολής μιας ισχυρότερης καπιταλιστικής τάξης με διείσδυση σε όλα τα Βαλκάνια, της ελληνικής, ενάντια στο δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού ενός γειτονικού λαού.

Η άρχουσα τάξη της Ελλάδας είδε εξ’ αρχής το μικρό αυτό κράτος σαν «ζωτικό οικονομικό και πολιτικό χώρο». Οργάνωσε τις επενδύσεις μεγάλων ελληνικών τραπεζών και άλλων επιχειρήσεων στην περιοχή (ενέργεια, εμπόριο κλπ), ενώ επεδίωκε να αποτελέσει τον διαμεσολαβητή για την ένταξη στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Ήθελε όμως να είναι και ο νονός του νέου κράτους, αρνούμενη την συνταγματική του ονομασία.

Ο συσχετισμός ανάμεσα στις δύο αστικές τάξεις και τα αντίστοιχα κράτη είναι συντριπτικός σε όφελος της Ελλάδας έτσι ώστε να καταντάνε ανέκδοτο οι εθνικιστικές κραυγές περί του «κινδύνου από τα Σκόπια».

Η ένταξη της Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ δεν έχει να προσφέρει τίποτα στην εργατική τάξη και τον λαό της χώρας, όπως δεν προσφέρει τίποτα άλλο παρά περισσότερη καταπίεση και εκμετάλλευση και στους λαούς των άλλων χωρών. Αυτό όμως θα το αποφασίσουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι και εργαζόμενες της Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Οι εργατικές τάξεις, οι λαοί και οι εθνότητες των πολυεθνικών Βαλκανίων πρέπει να οικοδομήσουν την αγωνιστική τους ενότητα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, την καπιταλιστική εκμετάλλευση και τους τοξικούς εθνικισμούς.

Για να υπάρξει αυτός ο κοινός αγώνας, χρειάζεται πρώτα και κύρια να αναγνωριστεί το δικαίωμα του κάθε λαού να αποφασίζει ο ίδιος το πώς θα ονομάζεται η χώρα του. Δεν αναγνωρίζουμε στην αστική τάξη και τον ελληνικό εθνικισμό δικαίωμα βέτο. Απαιτούμε την αναγνώριση της Δημοκρατίας της Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα, όπως και την αναγνώριση της μακεδονικής μειονότητας και των δικαιωμάτων της στην Ελλάδα.

 

Τροποποίηση 2

Πρωτοβουλία για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ Αντικαπιταλιστική και Επαναστατική

[σε αντικατάσταση της ενότητας Γ3 (σημεία 37-45)]

 

Γ3. Η αναγκαιότητα ενός μαζικού αντικαπιταλιστικού πολιτικού ρεύματος και ο ρόλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

 

37. Το βάθος της καπιταλιστικής κρίσης σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ενδιάμεσες λύσεις. Η αστική τάξη δεν έχει να προσφέρει κανέναν συμβιβασμό στους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα. Αντιθέτως, επιδιώκει να αποκαταστήσει την κερδοφορία της και να σταθεροποιήσει το σύστημα μέσα από μια ανυποχώρητη και συνεχή επίθεση εναντίον της εργατικής τάξης. Η κατάληξη του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ όταν αυτός βρέθηκε στην κυβέρνηση αποδεικνύει ακόμα και στα μάτια εκείνων που δεν μπορούσαν να την προβλέψουν ή δεν ήθελαν να τη δουν ότι κάθε προσπάθεια συμβιβασμού των αντιτιθέμενων ταξικών συμφερόντων όχι μόνο είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά οδηγεί στην επιβολή των συμφερόντων των καπιταλιστών.

Για το λόγο αυτό, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι: είτε η αστική τάξη, τα κόμματά της και οι θεσμοί της θα επιβάλουν την ατζέντα τους για να βγάλουν το σύστημά τους από την κρίση εις βάρος των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων∙ είτε η εργατική τάξη και τα υπόλοιπα καταπιεζόμενα και εκμεταλλευόμενα στρώματα θα περάσουν στην αντεπίθεση και θα ανατρέψουν όχι μόνο τα μνημόνια και τις κυβερνήσεις που τα εφαρμόζουν (με τελευταία αυτή των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ), αλλά και το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Με τη δύναμη της εργατικής τάξης, του εργατικού και λαϊκού κινήματος και του αντικαπιταλιστικού μετώπου είναι η ώρα για σύγκρουση με την αστική πολιτική και το σύστημα, για την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας, για να περάσει ο πλούτος και η εξουσία στα χέρια των εργαζομένων.

Σε αυτές τις συνθήκες, η ύπαρξη ενός αντικαπιταλιστικού μετώπου, σαν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μαζικού και συνειδητού, έχει ακόμα πιο αποφασιστική σημασία. Για να γίνει και για να νικήσει η αντεπίθεση του κινήματος, χρειάζεται να αλλάξουν και οι συσχετισμοί στο εσωτερικό του, εναντίον των ρεφορμιστικών, συμβιβαστικών και γραφειοκρατικών του τάσεων και υπέρ του αντικαπιταλιστικού ρεύματος. Χρειάζεται μια ορατή δύναμη στο κίνημα, η οποία να μπορεί να μιλήσει με σαφήνεια, να προτείνει την κλιμάκωση των αγώνων χωρίς υποχωρήσεις και χωρίς τη λογική του «ρεαλισμού», να υποδεικνύει τον πραγματικό εχθρό, να ρίχνει τα κατάλληλα αντικαπιταλιστικά συνθήματα την κατάλληλη στιγμή. Χρειάζεται ένα ρεύμα που θα επιδιώκει δραστήρια την οργάνωση των ίδιων των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων στις δικές τους δομές (σωματεία, επιτροπές, συνελεύσεις) και τον εργατικό έλεγχο μέσα από αυτά τα όργανα. Χρειάζεται μια δύναμη που θα εξηγεί ότι μόνο η κυβέρνηση και η εξουσία των ίδιων των εργαζομένων, στηριγμένη στα όργανα και τις δομές της, και όχι στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς, μπορεί να επιβάλει και να εγγυηθεί τα συμφέροντα των εργαζομένων, αλλά και της πλειοψηφίας της κοινωνίας, που υφίσταται καθημερινά εκμετάλλευση και καταπίεση.

Μια από τις βασικότερες κατακτήσεις των μεγάλων αγώνων από το ξέσπασμα της κρίσης και μετά είναι πως υπάρχει ένα τέτοιο κοινωνικό και πολιτικό ρεύμα, μειοψηφικό αλλά ορατό. Η βασικότερη κατάκτηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ότι έχει καθιερωθεί ως ο κορμός αυτού του ρεύματος, ως το αντικαπιταλιστικό μέτωπο εντός του κινήματος, προβάλλοντας το σχέδιό της για την αυτοτελή ενωτική συγκρότηση των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων.

 

38. Το σχέδιο αυτό είναι αντιπαραθετικό προς τα άλλα βασικά σχέδια εντός της Αριστεράς, αυτά της ΛΑΕ και του ΚΚΕ, των οποίων το αδιέξοδο περιγράφεται προηγουμένως στις θέσεις. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ καθιστά σαφές ότι δεν εξετάζει πολιτική ή/και εκλογική συνεργασία με τη ΛΑΕ και το σχέδιό της για ένα πατριωτικό, δημοκρατικό μέτωπο όλων των αντιμνημονιακών δυνάμεων. Ο ρεφορμισμός, η πατριωτική ρητορική και η μακροχρόνια εμπλοκή της ηγεσίας της ΛΑΕ με τη γραφειοκρατία και το κράτος, έως και από θέσεις υπουργών, δεν έχουν σχέση με τους στόχους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Το ίδιο ισχύει και για τη γραφειοκρατική περιχαράκωση, την προσήλωση στη νομιμότητα και τον κοινοβουλευτισμό του ΚΚΕ. Αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι τα μέλη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ βρέθηκαν, βρίσκονται και επιδιώκουν να βρεθούν στο δρόμο μαζί με τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες της ΛΑΕ και του ΚΚΕ.

Είναι σημαντική η διάκριση του κοινωνικού από το πολιτικό μέτωπο. Το πρόγραμμα του πολιτικού μας μετώπου δεν μπορεί να προσαρμόζεται στον μέσο όρο της συνείδησης που έχουν κατακτήσει τα κοινωνικά κινήματα ή ακόμα και ρεφορμιστικοί σχηματισμοί. Τα μέλη του αντικαπιταλιστικού μετώπου θα πρέπει να συμμετέχουν σε κινήματα που συσπειρώνουν ένα εύρος συνειδήσεων, αλλά το ίδιο το αντικαπιταλιστικό μέτωπο θα πρέπει να μένει ανεξάρτητο από τον ρεφορμισμό.

Το αντικαπιταλιστικό μέτωπο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να ενισχυθεί, όχι να αλλάξει χαρακτήρα ή να βάλει «νερό στο κρασί του», για να προσεγγίσει εύκολα και γρήγορα πιο πλατιά ακροατήρια. Πρέπει να γίνει πιο συνειδητός και πιο μαζικός.

 

39. Για να γίνει το αντικαπιταλιστικό μέτωπο πιο συνειδητό, χρειάζεται προγραμματική εμβάθυνση. Το μεταβατικό πρόγραμμα είναι ένα σύνολο διεκδικήσεων που ξεκινούν από τις άμεσες ανάγκες των εργαζομένων και των καταπιεσμένων και καταλήγουν στην πραγματική λύση, που είναι το να περάσει η εξουσία, ο πλούτος και τα μέσα παραγωγής στα χέρια τους. Το μεταβατικό πρόγραμμα δεν είναι ένα προεκλογικό πρόγραμμα που υποτίθεται πως θα εφαρμόσει κάποια αριστερή κυβέρνηση, ούτε είναι μια λίστα αιτημάτων που μπορεί να κατατεμαχιστεί και να ικανοποιηθεί τμηματικά από το κράτος των καπιταλιστών. Οφείλει να είναι η γέφυρα που ενώνει σήμερα, στις συγκεκριμένες συνθήκες, το επίπεδο της συνείδησης που έχει αποκτήσει το κίνημα μέσα από τους αγώνες του με τον τελικό σκοπό, την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού.

Επομένως, το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα προτείνεται στο κίνημα και στα όργανά του, για να κατευθύνει τους αγώνες για την ολοκληρωτική απαλλαγή από την εκμετάλλευση και την καταπίεση. Στις παρούσες συνθήκες, ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν μπορεί παρά να ξεκινά από την κατάργηση των μνημονίων και των μέτρων της λιτότητας, την αύξηση των μισθών, τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, τη μονομερή διαγραφή του χρέους, την κοινωνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας, τη διεθνιστική αντικαπιταλιστική ρήξη με την ΕΕ και τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς κλπ. Οι διεκδικήσεις αυτές όμως φέρνουν άμεσα στο προσκήνιο το ερώτημα ποια τάξη έχει την εξουσία. Αντικειμενικός σκοπός και κορωνίδα του προγράμματος είναι η επαναστατική κατάληψη της εξουσίας των εργαζομένων και η διάλυση του αστικού κράτους, για την εγκαθίδρυση σοσιαλιστικών κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών σχέσεων, για την οικοδόμηση του κομμουνισμού. Το μεταβατικό πρόγραμμα είναι το μέσο ώστε αυτός ο αντικειμενικός σκοπός να μην μένει μια θεωρητική προοπτική για κάποιο αόριστο μέλλον, αλλά να συνδέεται με τους σημερινούς αγώνες.

 

40. Κεντρικά σημεία ενός σύγχρονου αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος πάλης είναι τα εξής:

  • Ριζική βελτίωση της θέσης των εργαζομένων σε βάρος του κεφαλαίου, με γενναίες αυξήσεις στους μισθούς, με βάση τις ανάγκες των εργαζομένων και όχι τον «ρεαλισμό» της καπιταλιστικής οικονομίας. Να καταργηθεί η αντιδραστική διάκριση παλιών/ νέων εργαζόμενων.
  • Μόνιμη και σταθερή δουλειά σταθερή, με ασφάλιση, για όλους και όλες.
  • Αυξήσεις στις συντάξεις, μείωση των χρόνων συνταξιοδότησης.
  • Μείωση των ωρών εργασίας με παράλληλη αύξηση των μισθών, για τη δραστική μείωση της ανεργίας. Μαζικές προσλήψεις στο δημόσιο για τις κοινωνικές ανάγκες σε παιδεία, υγεία, υπηρεσίες Δήμων κλπ. Δήμευση κλειστών εργοστασίων και επιχειρήσεων και λειτουργία τους από το δημόσιο και κάτω από εργατικό έλεγχο. Αποφασιστική στήριξη των εγχειρημάτων αυτοδιαχείρισης παραγωγικών μονάδων και εργοστασίων.
  • Απαγόρευση των απολύσεων. Κατάσχεση της περιουσίας των καπιταλιστών που κλείνουν επιχειρήσεις, απολύουν ή αφήνουν απλήρωτους εργαζόμενους και ασφαλιστικά ταμεία.
  • Όχι στη λεηλασία των εργαζομένων και των φτωχών στρωμάτων με φόρους. Αύξηση του αφορολόγητου ορίου. Κατάργηση του ΦΠΑ στα βασικά είδη. Το βάρος της φορολογίας στα μεγάλα εισοδήματα και στα κέρδη.
  • Όχι στις κατασχέσεις και τους πλειστηριασμούς της κατοικίας της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Κατάργηση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, νομοθετική κατοχύρωση του ακατάσχετου της πρώτης κατοικίας της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, διαγραφή των χρεών ανέργων και φτωχών προς τράπεζες, κράτος, δήμους, ταμεία.
  • Υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργατών γης. Στήριξη των μικρών αγροτών και των πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών. Εξασφάλιση φθηνής και ποιοτικής διατροφής για την εργατική τάξη και τον λαό.
  • Δικαιώματα, άσυλο, ανοιχτά σύνορα, ελευθερίες για πρόσφυγες και μετανάστες, ενάντια στη γκετοποίηση, τις απελάσεις και τη δολοφονική αντιμετώπισή τους από ΕΕ και κυβέρνηση. Κάτω η ρατσιστική συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας-Ελλάδας.
  • Πάλη για τη συντριβή των φασιστικών και ρατσιστικών συμμοριών, της Χρυσής Αυγής και των κρατικών και επιχειρηματικών στηριγμάτων της.
  • Δημόσια, δωρεάν και ελεύθερη πρόσβαση σε παιδεία, υγεία, πρόνοια για όλους (ντόπιους, πρόσφυγες και μετανάστες).
  • Αγώνας ενάντια στην καταπίεση και τον σεξισμό, ενάντια σε κάθε μορφή διάκρισης και βίας λόγω φύλου-σεξουαλικού προσανατολισμού.
  • Αγώνας για τις δημοκρατικές ελευθερίες. Αφοπλισμός της αστυνομίας. Κατάργηση των ΜΑΤ και όλων των ειδικών αστυνομικών μονάδων. Κατάργηση των τρομονόμων και των ειδικών συνθηκών κράτησης.
  • Υπεράσπιση των εργατικών σωματείων και επέκτασή τους σε κάθε κλάδο και χώρο δουλειάς. Να ανοίξουν οι πόρτες των σωματείων για συμβασιούχους, αδήλωτους και μετανάστες εργαζομένους. Επέκταση των συνδικαλιστικών ελευθεριών, όχι στη στοχοποίηση συνδικαλιστών, κάτω τα χέρια από το δικαίωμα στην απεργία.

 

  • Αγώνας για την ειρήνη και τη συνύπαρξη των λαών. Ενάντια στον πόλεμο, τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και τους ανταγωνισμούς. Καταγγελία της συμμετοχής της ελληνικής αστικής τάξης στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο του ΝΑΤΟ.  Έξω από ΝΑΤΟ και ευρωστρατό, κλείσιμο των βάσεων.
  • Όχι στην ελληνική επιθετικότητα στη Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Όχι στον αντιδραστικό άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ Αιγύπτου. Κοινό μέτωπο των εργαζομένων και των λαών της Τουρκίας, της Ελλάδας, της Μέσης Ανατολής και των Βαλκανίων, ενάντια στους τοξικούς εθνικισμούς.
  • Αναγνώριση όλων των μειονοτήτων (τουρκικής, μακεδονικής κ.ά.) και πλήρη ισονομία για τα μέλη τους. Πλήρη μειονοτικά δικαιώματα στην εκπαίδευση, τη θρησκεία, τη γλώσσα και τον αυτοπροσδιορισμό.

 

  • Μονομερής κατάργηση όλων των Μνημονίων, των δανειακών συμβάσεων και των εφαρμοστικών νόμων που τις συνοδεύουν.
  • Παύση πληρωμών προς τους δανειστές και διαγραφή του χρέους, αντί για τα αιματηρά «πλεονάσματα» που λεηλατούν την εργατική τάξη. Διεθνιστική πάλη για τη διαγραφή των χρεών σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Το χρέος είναι όπλο του χρηματιστικού κεφαλαίου στην αδιανόητη ληστεία των λαών και στην κλοπή του φυσικού πλούτου.
  • Κρατικοποίηση των τραπεζών, των μεγάλων επιχειρήσεων και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας, χωρίς αποζημίωση και κάτω από εργατικό έλεγχο. Καμιά ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση των δημόσιων αγαθών.
  • Διεθνιστική αντικαπιταλιστική έξοδος/ ρήξη με το ευρώ, την ΕΚΤ και την ΕΕ, από τη σκοπιά των εργατικών συμφερόντων και σε ρήξη με κάθε λογική εθνικής αναδίπλωσης.
  • Εργατικός έλεγχος στην οικονομία και στην πολιτική. Κατάργηση του διευθυντικού δικαιώματος και του εμπορικού απορρήτου.

 

  • Οικοδόμηση, ενίσχυση και επέκταση των μορφών οργάνωσης του κινήματος (επιτροπές, συνελεύσεις κλπ.). Η οργάνωση των ίδιων των εργαζομένων στα δικά τους όργανα είναι η μήτρα της μελλοντικής τους εξουσίας.
  • Για την εξουσία και την κυβέρνηση των ίδιων των εργαζομένων, που θα λογοδοτεί στα όργανα του κινήματος και όχι στους θεσμούς του κράτους και του κεφαλαίου.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ υιοθέτησε τη μεθοδολογία του μεταβατικού προγράμματος και συνέβαλε στη διάδοση τόσο της λογικής του, όσο και ορισμένων κεντρικών αιτημάτων (διαγραφή του χρέους, εργατικός έλεγχος κ.ά.). Την κρίσιμη στιγμή, απέφυγε την παγίδα της διαχείρισης ή της εναλλακτικής διακυβέρνησης, των κυβερνητικών προγραμμάτων «έκτακτης ανάγκης» και της λογικής της «παραγωγικής ανασυγκρότησης» του ελληνικού καπιταλισμού. Δεν απέφυγε ωστόσο πάντα τη σύγχυση για το περιεχόμενο, τον ρόλο και τον χαρακτήρα αυτού του προγράμματος. Σε μια περίοδο οργανωτικής και πολιτικής ανασυγκρότησης του κινήματος, χρειάζεται σήμερα μια ανανεωμένη πολιτική διεργασία για την εκλέπτυνση και ανάπτυξη τους αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος, και της φυσιογνωμίας του αντικαπιταλιστικού μετώπου που το υιοθετεί.

 

41. Για να γίνει το αντικαπιταλιστικό μέτωπο πιο μαζικό, χρειάζεται η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να προσεγγίσει περισσότερους αγωνιστές και αγωνίστριες, στη βάση του αντικαπιταλιστικού της προγράμματος και της πρότασής της για την πολιτική φυσιογνωμία και τα μέσα πάλης. Κεντρικό στοιχείο του πολιτικού σχεδίου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να είναι η ανεξαρτησία από τους θεσμούς του κράτους και του κεφαλαίου και από τα κάθε απόχρωσης σχέδια διαχείρισης του καπιταλισμού. Η οργανική ένταξη της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στο πλατύ κίνημα και η ενότητα στη δράση, από τη μία, και πολιτική και οργανωτική αυτοτέλεια και διακριτότητα, από την άλλη, είναι οι δύο προϋποθέσεις για την ενίσχυση της ίδιας και του κινήματος.

 

42. Η πρόταση για διεύρυνση του αντικαπιταλιστικού μετώπου μπορεί βεβαίως να απευθυνθεί σε οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς που δεν έχουν προς το παρόν επιλέξει ένα τέτοιο πολιτικό σχέδιο. Επιδιώκουμε με ειλικρίνεια να συσπειρώσουμε τέτοιες δυνάμεις, σε ισότιμη βάση, διευρύνοντας την ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Στην προσπάθειά της να διερευνήσει τις προσθέσεις και τα σχέδια αντικαπιταλιστικών/ επαναστατικών οργανώσεων με τις οποίες έχει συνεργαστεί κινηματικά ή και πολιτικά σε πολλές περιστάσεις, καθώς και άλλων οργανώσεων που προέκυψαν από διασπάσεις του ΣΥΡΙΖΑ ή του ΚΚΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ διατύπωσε την πρόταση της «πολιτικής συνεργασίας», την οποία απηύθυνε και συζήτησε με ένα μεγάλο εύρος οργανώσεων ανάμεσα στην 3η και την 4η Συνδιάσκεψη. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η πρωτοβουλία αυτή «για έναν κοινό πολιτικό βηματισμό, την κοινή δράση, τον διάλογο και την πολιτική συνεργασία των αντικαπιταλιστικών, αντιιμπεριαλιστικών, αντι-ΕΕ δυνάμεων και των ευρύτερων δυνάμεων της ανατροπής» είχε μια ασάφεια, τόσο ως προς τις πρακτικές τις προτάσεις, όσο και ως προς το εύρος των δυνάμεων που περιέγραφε. Παρόλα αυτά, από τον κύκλο των συναντήσεων προέκυψαν συγκεκριμένα συμπεράσματα.

Με τις οργανώσεις με τις οποίες έγιναν συναντήσεις σημειώθηκαν επιμέρους συμφωνίες σε στοιχεία του προγράμματος, συχνά σημαντικά. Δεν υπήρξε, ωστόσο, συμφωνία πάνω στο συνολικό πρόγραμμα και, ακόμα λιγότερο, πάνω στο σχέδιο και τη φυσιογνωμία του πολιτικού πόλου που χρειάζεται.

Πρακτικά όλες οι οργανώσεις αρνήθηκαν την πρόταση. Συγκεκριμένα εκφράστηκαν οι εξής λογικές:

  • Οι περισσότερες από τις οργανώσεις προτείνουν νέες μορφές παναριστερής ενότητας, στις οποίες θα συνυπάρχουν οι συνειδητές αντικαπιταλιστικές/ επαναστατικές οργανώσεις μαζί με ρεφορμιστικές και ταλαντευόμενες δυνάμεις. Σύμφωνα με τη λογική αυτή, η αυτόνομη συγκρότηση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς απορρίπτεται στο όνομα της επιρροής σε ευρύτερα κομματικά ακροατήρια. Ωστόσο, τόσο η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και η διεθνής εμπειρία πολυάριθμων πλατιών κομμάτων κυριαρχούμενων από τον ρεφορμισμό, δείχνουν τις καταστροφικές συνέπειες αυτού του σχεδίου.
  • Σε πολλές περιπτώσεις οργανώσεις που προέκυψαν από διασπάσεις του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουν αφήσει πίσω τους τη ρεφορμιστική στρατηγική: εξακολουθούν να προκρίνουν μορφές συνδιαχείρισης και συνδιοίκησης, πρακτικές διαπραγμάτευσης με την κυβέρνηση και τους θεσμούς, συμπορεύσεις με δυνάμεις τους ΣΥΡΙΖΑ σε σωματεία και συλλόγους κ.ά.
  • Οργανώσεις που προέκυψαν από ρήξη με το ΚΚΕ επιμένουν ανυποχώρητα στον εξαρτημένο χαρακτήρα της χώρας, υιοθετούν τη στρατηγική του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου και τείνουν να υπερασπίζονται τις συγκυβερνήσεις του 1989-1990. Η πολιτική τους πρόταση προφανώς δεν έχει σχέση με το σχέδιο του αντικαπιταλιστικού πόλου.
  • Στον αντίποδα, ορισμένες αντικαπιταλιστικές/ επαναστατικές οργανώσεις που βρίσκονται πολύ πιο κοντά στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ από πολιτική και προγραμματική άποψη επιμένουν στην αυτοτελή οικοδόμησή τους.
  • Ένας αριθμός οργανώσεων και αγωνιστών/στριών βρίσκονται σε αναζήτηση ταυτότητας μετά την εποχή ΣΥΡΙΖΑ, δυσκολεύονται να βρουν συγκεκριμένο στίγμα και δεν είναι σε θέση να συμμετάσχουν σε συγκεκριμένα πολιτικά σχέδια.

Οι παραπάνω επισημάνσεις δεν έχουν σκοπό να καταδικάσουν καμία οργάνωση και πολύ περισσότερο κανέναν αγωνιστή ή αγωνίστρια. Δείχνουν, ωστόσο, ότι η πρόταση της «πολιτικής συνεργασίας» δεν βρήκε έδαφος ανάμεσα στις υφιστάμενες οργανώσεις. Υπογραμμίζουν, ακόμα, ορισμένα κρίσιμα πολιτικά θέματα, που θα πρέπει να ξεκαθαριστούν στη σημερινή περίοδο πολιτικής και οργανωτικής ανασυγκρότησης.

Το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα και η πρόταση για την αυτοτελή ενωτική συγκρότηση των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων (τον αντικαπιταλιστικό πόλο) δεν είναι δογματισμός. Προκύπτει από την ανάλυσή μας για τον καπιταλισμό, για την περίοδο της κρίσης και για τα καθήκοντα του κινήματος. Επομένως, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπορεί να μπει σε μια διαπραγμάτευση για να τα βρούμε με τις δυνάμεις της «πολιτικής συνεργασίας» κάπου στα μισά. Δεν μπορεί να συμπορευθεί σε κοινό μέτωπο ή μόνιμη συνεργασία με δυνάμεις που δεν είναι αντικαπιταλιστικές. Όσες φορές αυτό επιχειρήθηκε στο παρελθόν είχε μεγάλο κόστος χωρίς κανένα όφελος.

Οι (έστω μερικές) ρήξεις με τον ρεφορμισμό δεν αφήνουν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ αδιάφορη. Δεν αποκλείεται κάποιες από τις υφιστάμενες οργανώσεις ή μέλη του στο μέλλον να κινηθούν προς το σχέδιο της αυτοτελούς ενωτικής συγκρότησης των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων. Το ίδιο θα μπορούσε να ισχύει και για ρεύματα τα οποία έχουν εγκλωβιστεί στο αδιέξοδο της ΛΑΕ, όπως πολλά εξ αυτών είχαν προηγουμένως εγκλωβιστεί στο αδιέξοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, τέτοιες μετακινήσεις δεν γίνονται με θεωρητικές συζητήσεις και διαπραγματεύσεις, αλλά μέσα από τα πρακτικά συμπεράσματα που βγαίνουν από τους αγώνες και την πολιτική δράση. Για να πείσει για το πολιτικό της σχέδιο, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα πρέπει να αυξήσει την αποτελεσματικότητά του στην πράξη, στο κίνημα.

 

43. Ο όγκος των δυνάμεων που μπορούν να διευρύνουν το αντικαπιταλιστικό μέτωπο θα πρέπει να αναζητηθεί στο κίνημα, τα σωματεία, τους συλλόγους, τους χώρους δουλειάς, τα σχολεία και τις σχολές, τις γειτονιές, τις κινηματικές μορφές οργάνωσης. Το πιο σημαντικό άμεσο καθήκον της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι να ισχυροποιήσει την επιρροή της στο ρεύμα των πιο συνειδητών αγωνιστών και αγωνιστριών. Μπορεί και πρέπει να κερδίσει πρώτα από όλα τον κόσμο των αντικαπιταλιστικών ή ριζοσπαστικών σχημάτων στα σωματεία και τους κοινωνικούς χώρους, τα οποία οικοδομεί με συνέπεια και χωρίς διάθεση καπελώματος. Μπορεί ακόμα να προσεγγίσει πολύ περισσότερους αγωνιστές και αγωνίστριες με την κινηματική της πρακτική, το πρόγραμμα και το σχέδιό της.

Για να το πετύχει αυτό, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί και πρέπει να προτείνει συμφωνίες κοινής δράσης πάνω σε συγκεκριμένους στόχους, ανάλογα με τις ανάγκες, στα συνδικάτα και την Αριστερά, αλλά και πέραν αυτής, σε δυνάμεις της αναρχίας και του αναρχοσυνδικαλισμού. Μπορεί και πρέπει να πάρει πρωτοβουλίες στο κίνημα, όπως με επιτυχία έκανε στο πρόσφατο παρελθόν. Πρέπει επίσης να ανταποκρίνεται στις πρωτοβουλίες άλλων, χωρίς σεκταρισμό και δυσπιστία όταν δεν έχει κατ’ αρχήν την πρωτοβουλία των κινήσεων. Οι πρόσφατες εμπειρίες από τις κινητοποιήσεις ενάντια στο πολυνομοσχέδιο και τον περιορισμό του δικαιώματος στην απεργία, από το συλλαλητήριο ενάντια στις διαπραγματεύσεις του Μαρτίου με το κουαρτέτο, από τις μεγάλες διαδηλώσεις ενάντια στη Χρυσή Αυγή στο κέντρο της Αθήνας και στο Κερατσίνι με αφορμή την 4η επέτειο από τη δολοφονία Φύσσα, από την ενωτική αντιρατσιστική διαδήλωση στις 18 Μάρτη, από τη ριζοσπαστική φεμινιστική πορεία στις 8 Μάρτη, από τις περσινές και φετινές διεθνιστικές κινητοποιήσεις ενάντια στις φασιστικές λαμπαδηδρομίες για τα Ίμια και από αρκετά άλλα παραδείγματα δείχνουν ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να πρωταγωνιστεί στην ευρύτερη συσπείρωση δυνάμεων στη δράση. Επιδιώκουμε πλατιά ενότητα στο δρόμο – και στο εσωτερικό αυτού του κινήματος προβάλουμε τη δική μας αντικαπιταλιστική άποψη καθαρά και χωρίς δισταγμούς.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα συμβάλει στην αλλαγή του πολιτικού συσχετισμού στο κίνημα και στις όποιες πολιτικές μετακινήσεις πρώτα από όλα πρωταγωνιστώντας στους αγώνες-κλειδιά, και αποδεικνύοντας έτσι στην πράξη τη χρησιμότητά της και την επικαιρότητα της πρότασής της. Ο λόγος για τον οποίο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ προσελκύει το ενδιαφέρον μιας μερίδας των εργαζομένων και των καταπιεσμένων στρωμάτων, και ο τρόπος για προσελκύσει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον, είναι η αντισυστημικότητα,  η αφοσίωση στους κοινωνικούς αγώνες και η προώθηση μιας ριζικά διαφορετικής, επαναστατικής προοπτικής απέναντι στην κυριαρχία του κεφαλαίου.

Για αυτό τον λόγο, βασικό πολιτικό καθήκον της ΑΝΤΑΡΣΥΑ το αμέσως επόμενο διάστημα δεν είναι κάποιο αφηρημένο νέο μετωπικό σχέδιο, αλλά η συστηματική καταγραφή των δυνάμεων και της παρέμβασής της στους μαζικούς χώρους και στους διάφορους τομείς του κινήματος, η αναζήτηση των κατάλληλων αιτημάτων, συνθημάτων και τρόπων δράσης σε κάθε περίπτωση, ο συντονισμός και η προσέγγιση αγωνιστών και αγωνιστριών στη βάση αυτών των συγκεκριμένων εμπειριών. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα προχωρήσει άμεσα σε αυτή τη διαδικασία.

 

44. Το πολιτικό σχέδιο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την αντεπίθεση και την ενίσχυση και επέκταση του αντικαπιταλιστικού πόλου επομένως περιλαμβάνει:

Α. Την πρωταγωνιστική δράση στο μαζικό κίνημα, στα σωματεία, στις πρωτοβουλίες για την ίδρυση σωματείων όπου τέτοια δεν υπάρχουν. Τη στήριξη κάθε διεκδίκησης για έστω και στοιχειώδεις κατακτήσεις των εργαζομένων. Τον ανυποχώρητο αγώνα μαζί με όλους όσους και όλες όσες θέλουν να αγωνιστούν εναντίον της επίθεσης του κεφαλαίου, της κυβέρνησης και του κράτους, της ΕΕ και όλων των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών.

Β. Την οικοδόμηση αντικαπιταλιστικών, αντιδιαχειριστικών και ριζοσπαστικών αγωνιστικών σχημάτων σε σωματεία, σχολές, μαζικούς χώρους και γειτονιές. Τη λήψη πρωτοβουλιών για συσπείρωση αγωνιστών και αγωνιστριών σε συγκεκριμένους στόχους και δράσεις. Τη δραστήρια οικοδόμηση των μορφών οργάνωσης του ίδιου του κινήματος (επιτροπών, συνελεύσεων κλπ.).

Γ. Την αυτοτελή ενωτική συγκρότηση των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων και τη μαζικοποίηση του αντικαπιταλιστικού μετώπου, στη βάση του αντικαπιταλιστικού προγράμματος και της ανεξαρτησίας από τους θεσμούς του κράτους, το κεφάλαιο και τον ρεφορμισμό. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι μακράν το πιο επιτυχημένο παράδειγμα ενός τέτοιου αντικαπιταλιστικού μετώπου.

Παρά τα προβλήματά της, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι μια πολύτιμη κατάκτηση, που δεν αμφισβητείται για χάρη διάδοχων σχεδίων για άλλα, ευρύτερα μέτωπα. Πρέπει να λειτουργήσει από τη βάση, από τις επιτροπές της, και να γίνει πιο ελκυστική. Πρέπει να γίνει πιο δραστήρια, να εμβαθύνει και να διαδώσει το πρόγραμμά της, να μπει ακόμα πιο αποφασιστικά στους αγώνες, να υπερασπιστεί τον δημοκρατικό και πολυτασικό χαρακτήρα του μετώπου. Η ύπαρξη και η διεύρυνση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ενός αντικαπιταλιστικού πολιτικού ρεύματος είναι αποφασιστικής σημασίας για την αντεπίθεση του κινήματος.

 

ΜΕΤΑΒΑΣΗ- Θέσεις για την 4η Συνδιάσκεψη (αρχείο .pdf, 543KB)

 

 

 

ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕ. ΤΟ ΡΗΓΜΑ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΑΝΟΙΧΤΟ

 

 

 

 

 

 

Πολιτική Πρόταση για την 4η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μετάβαση

 Κίνηση για μια μετωπική ανατρεπτική αριστερά

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΕΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ:

  • Για την επιβίωση και την αξιοπρέπεια εργαζομένων και λαού
  • Για μια νέα ελπίδα για τις νεότερες γενιές
  • Για το σπάσιμο της ασφυκτικής αστικής κυριαρχίας και την αντικαπιταλιστική ανατροπή
  • Για την αποτροπή του πολέμου, ειρήνη και τη φιλία των λαών ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους
  • Για το άνοιγμα του δρόμου προς την επανάσταση, την κοινωνική χειραφέτηση και τον σοσιαλισμό- κομμουνισμό

 

ΜΙΑ ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ

  • Για  την επανεκκίνηση του κινήματος
  • Για την αντεπίθεση της ανατρεπτικής Αριστεράς
  • Για την ανασυγκρότηση και την υπέρβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

 

Θέσεις του Συντονιστικού της Μετάβασης

Εισαγωγή:
 

Συντρόφισσες και σύντροφοι, συναγωνιστές και συναγωνίστριες

Βρισκόμαστε σήμερα μια δεκαετία μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης του 2008 και στον όγδοο χρόνο μνημονιακής καταστροφής. Σε μια περίοδο συγκέντρωσης αμύθητου πλούτου, επιστημονικής και τεχνολογικής έκρηξης, η πλειοψηφία του λαού κατανοεί πλέον ότι η φτωχοποίηση, η επισφάλεια και ο διαρκής αγώνας για την επιβίωση, δεν είναι μια πρόσκαιρη αναταραχή, αλλά μια χρόνια και απαράλλαχτη πραγματικότητα. Η νέα γενιά βλέπει τις ελπίδες της πεταμένες στη νέα μετανάστευση, στην ανεργία ή σε ευκαιριακές δουλειές του ποδαριού. Τα πιο αδύναμα τμήματα της κοινωνίας, καταδικάζονται αμετάκλητα στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, στερούμενα ακόμα και των αναγκαίων για την επιβίωση. Η χώρα που ζούμε σήμερα και φτιάχνεται για το μέλλον (ακόμα και στη «μετα-μνημονιακή» κατά ΣΥΡΙΖΑ εποχή) δεν έχει καμία σχέση με αυτή που ζούσαμε μια δεκαετία πριν. Ο πληθυσμός της είναι φτωχότερος, οι κοινωνικές υποδομές διαλυμένες, η παιδεία, η υγεία, η κοινωνική πρόνοια, υποβαθμισμένες, η δυνατότητα εργασίας κατεστραμμένη, η δημόσια γη υφαρπαγμένη. Για να ζήσουμε σαν άνθρωποι, δεν πρέπει να ανατρέψουμε απλά κάποιους νόμους, αλλά και να επανακατακτήσουμε όσα είχε κερδίσει με αγώνες το λαϊκό κίνημα εδώ και δεκαετίες, να ανατρέψουμε την ευρωμνημονιακή βαρβαρότητα και να ανοίξουμε το δρόμο για μια άλλη κοινωνία.

Νέες προκλήσεις είναι μπροστά.

Η κρίση δε φέρνει μόνο οικονομική καταστροφή. Τα πιο απειλητικά σενάρια ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και πολεμικών συρράξεων εκτυλίσσονται αυτή τη στιγμή σε πολλές περιοχές του πλανήτη, ενώ για τη γειτονιά μας γράφονται τώρα από τους ισχυρούς του κόσμου. Η πρόσδεση της Ελλάδας στον ιμπεριαλιστικό άξονα ΗΠΑ- ΕΕ- Ισραήλ- Αιγύπτου και η όξυνση των ανταγωνισμών και των εθνικισμών στα Βαλκάνια και ειδικά γύρω από τις πλουτοπαραγωγικές πηγές στο Αιγαίο, μόνο νέες συμφορές μπορεί να φέρει για τους λαούς.

Τα στοιχεία που κυριάρχησαν το προηγούμενο διάστημα, η επιθετική εμφάνιση της λιτότητας σε παγκόσμιο επίπεδο, η συνεχιζόμενη κρίση κερδοφορίας του κεφαλαίου, η υπερ-ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα και η κρίση χρέους, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των αντιθέσεων εντός της ευρωζώνης και της ΕΕ, σήμερα συμπληρώνονται με μια παγκόσμια όξυνση των ενδοκαπιταλιστικών-ενδοιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, και με μια νέα ακροδεξιά δυναμική που αποτυπώνεται πιο γλαφυρά στο «φαινόμενο Τραμπ». Βασικό στοιχείο, ωστόσο παραμένει: η αδυναμία των κυρίαρχων να προτάξουν ένα θετικό ηγεμονικό πρόταγμα, η ανικανότητα να «αποκατασταθεί» η σταθερότητα. Αυτή η πραγματικότητα προαναγγέλλει μια επόμενη μέρα πιο αμφίρροπη και ρευστή, με νέες δυνατότητες αλλά και κινδύνους, που δεν επιδέχεται «μετριοπαθείς» λύσεις.

Αναζητείται διέξοδος.

Είναι επιτακτικό ένα αποτελεσματικό πολιτικό σχέδιο για να επιβιώσει και να βελτιώσουν τη θέση τους η εργατική τάξη και ο λαός. Για να βρουν μια νέα ελπίδα οι νέες γενιές. Για να σπάσει η ασφυκτική κυριαρχία της αστικής πολιτικής, να κλονιστεί η εξουσία τους, να υποστούν μια ήττα που θα δώσει όραμα στους λαούς της γης. Για να μη γίνουμε θυσία στα νέα πολεμικά σχέδια τους. Για να αλλάξουν οι εγχώριοι και διεθνείς συσχετισμοί υπέρ της εργατικής τάξης. Για να ανοίξει ο δρόμος προς την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού, για να ξαναβρεί ο εργαζόμενος άνθρωπος την ανθρώπινη ιδιότητά του, γα τη σοσιαλιστική μετάβαση, για το σοσιαλισμό της ανάγκης και της ελπίδας, για τη σύγχρονη κομμουνιστική κοινωνία.

Απαιτείται μια αλλαγή σελίδας.

Ο λαός βιώνει ακόμα τις συνέπειες της ήττας των μεγάλων αγώνων του 2010-2015 μέσα από την απόλυτη μνημονιακή προσαρμογή και αστική μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και τη συντριβή των ελπίδων για «αλλαγή». Το κίνημα βρίσκεται σε ύφεση. Δεν είναι ότι δε γίνονται αγώνες, ή απλώς ότι η μαζικότητά τους έχει μειωθεί. Κυρίως απουσιάζει εκείνη η δυναμική ώστε οι αγώνες να δυναμώσουν, να διευρυνθούν και να ενοποιηθούν στη φιλοδοξία της ανατροπής. Η αντεπίθεση του κινήματος απαιτεί την κατοχύρωση μιας ελπιδοφόρας και νικηφόρας προοπτικής τους.  Η ανατρεπτική αριστερά πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα ποιο είναι το κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο που θα αναμετρηθεί στα ίσια με τον αντίπαλο και θα εμπνεύσει ελπίδα και σιγουριά ότι μπορεί να υπάρξει ένα διαφορετικός δρόμος.

Όμως η Αριστερά, στο σύνολό της, στέκει στάσιμη, κατακερματισμένη και αδύναμη να πυροδοτήσει νέες ανατρεπτικές στρατεύσεις αλλά και να δώσει στήριγμα και πνοή σε όσους και όσες σηκώνονται, αλλά και σε όσους και όσες πέφτουν. Ούτε η συντηρητική περιχαράκωση και πολύ περισσότερο η αποχώρηση από τα μεγάλα ερωτήματα της πάλης, ούτε η ανακύκλωση γραφειοκρατικών διαχειριστών λογικών, ούτε ο αυτοπεριορισμός και η έλλειψη φιλοδοξίας της επαναστατικής μειοψηφίας, ούτε ο κινηματισμός χωρίς κεντρική πολιτική στόχευση μπορούν να συμβάλλουν στη συγκέντρωση δυνάμεων για μια εργατική και λαϊκή, για μια αντικαπιταλιστική, αντιιμπεριαλιστική και δημοκρατική ανατροπή που θα ανοίξει το δρόμο για την επανάσταση και τον κομμουνισμό.

Για την ανασυγκρότηση και υπέρβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Για την Αριστερά που μπορεί να νικήσει

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αποτέλεσε το πιο ελπιδοφόρο και μαζικό εγχείρημα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στη χώρα μας και μέχρι σήμερα έχει στις τάξεις της ορισμένα από τα πιο πολύτιμα πρωτοπόρα στοιχεία της ταξικής πάλης. Συμπύκνωσε ελπίδες και προσπάθειες δεκαετιών για ένα δημοκρατικό και μαζικό πολιτικό χώρο της ανατροπής, ενώ με το μεταβατικό πρόγραμμα που κατέθεσε άνοιξε δρόμους για το κίνημα και την αριστερά.

 Ωστόσο, αυτή τη στιγμή βρίσκεται περισσότερο από ποτέ πίσω. Πίσω από τις ανάγκες μιας ενωτικής δράσης στο δρόμο. Πίσω από την αναγκαία ποιότητα ενός συλλογικού, συντροφικού πολιτισμού της γόνιμης συζήτησης. Πίσω από τις ανάγκες μιας μετωπικής ανασυγκρότησης του ανταγωνιστικού κινήματος και της ανατρεπτικής αριστεράς. Συμπύκνωση όλων αυτών των προβλημάτων αποτελεί η εσωτερική της δυσλειτουργία που εκτινάχθηκε στα 2 χρόνια που μεσολάβησαν από την 3η συνδιάσκεψη. Οι Τοπικές και Κλαδικές Επιτροπές υπολειτουργούν, κυριαρχούν ο μικροκομματισμός και η απογοήτευση. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, από μια υπόσχεση ενός «μετώπου των μελών της», πισωγυρίζει σε έναν συντονισμό οργανώσεων που τείνει να γίνει μια εκλογική φανέλα κατοχύρωσης ενός «χώρου».

Δεν αξίζει στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ αυτή η εικόνα. Το «μπόι» της, μπορούσε και έπρεπε να ήταν πολύ μεγαλύτερο. Για αυτό απαιτείται η ανασυγκρότηση και σωτηρία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αυτή η ανασυγκρότηση, όμως, σήμερα, πάει μαζί με την υπέρβαση της πολιτικής και οργανωτικής στασιμότητας της, την υπέρβαση προς τα πάνω του ίδιου της του εαυτού. Ως Μετάβαση σε αυτό το διπλό καθήκον επιδιώκουμε να συμβάλλουμε μέσα από την πολιτική πρόταση που καταθέτουμε.

1. Διεθνής κατάσταση και νέα τροπή της καπιταλιστικής κρίσης

 

1.1Η κρίση και η διεύρυνση των ταξικών ανισοτήτων

Στα δέκα  χρόνια από το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης συντελείται μία γιγαντιαίων διαστάσεων μεταφορά πλούτου από την εργατική τάξη  και τους λαούς προς τις διεθνείς επιχειρηματικές-τραπεζικές ελίτ και τα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Σύμφωνα με την έκθεση της Oxfam, 3,7 δις άνθρωποι, το φτωχότερο 50% του παγκόσμιου πληθυσμού, δεν είχε το παραμικρό όφελος από την παγκόσμια ανάπτυξη της περασμένης χρονιάς, την ώρα που το πλουσιότερο 1% καρπώθηκε το 82% του πλούτου που παράχθηκε.

Εδώ και 10ετίες, το κεφάλαιο λόγω πτώσης του ποσοστού κέρδους  ίπταται από χρηματοπιστωτικό σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, επιταχύνοντας έτσι και διευρύνοντας τις κρίσεις υπερσυσσώρευσης, οδηγώντας σε διαρκείς φούσκες. Το καπιταλιστικό σχέδιο «οι πλούσιοι πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι», καθόρισε την αρχική απάντηση στη δομική κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίουπου εκφράστηκε και ως κρίση  χρέους, την παγκόσμια λιτότητα και την όξυνση των ανισοτήτων ειδικά εντός της ΕΕ και της ευρωζώνης.

1.2 Από την δομική κρίση στην κρίση ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών

Η «διάσωση» του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των επιχειρηματικών κολοσσών στην προηγούμενη φάση, φόρτωσε τα βάρη στους λαούς αλλά το έπαθλο για τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού ήταν και είναι μια ασταθής και κυρίως αντιδραστική ανάπτυξη. Σύμφωνα με την έκθεση της Credit Suisse, το 2017 ο παγκόσμιος πλούτος αυξήθηκε κατά 16,7 τρισ. δολάρια φτάνοντας τα 280 τρισ., που αντιστοιχεί σε άνοδο 6,4%. Οι προσωρινοί αυτοί ρυθμοί καπιταλιστικής ανάπτυξης είναι χαμηλοί, με τεράστια συσσωρευμένα κρατικά και ιδιωτικά χρέη και κυρίως πάνω στα συντρίμμια διαλυμένων κοινωνιών. Η καπιταλιστική ανάγκη για κέρδος, εντείνει την εκμετάλλευση κάτω από τα όρια της φτώχειας και πετάει τεράστια τμήματα της ανθρωπότητας έξω από την παραγωγή, δυσκολεύει την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, την πετάει σε ένα μόνιμο περιθώριο, σταθερής ανεργίας, ευέλικτης εργασίας και εξαθλίωσης. Το σύστημα απάντησε στην κρίση του, χρησιμοποιώντας τα ίδια εργαλεία που την προκάλεσαν. Το αδιέξοδο που εμφανίζεται, όμως, είναι ότι σε ένα νέο επεισόδιο της κρίσης δεν αρκεί η «λύση» που έχει ήδη χρησιμοποιηθεί. Σε αυτό το πλαίσιο, η κρίση μετασχηματίζεται σε κρίση ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Το ενδεχόμενο γενικευμένων πολεμικών αναμετρήσεων είναι πλέον στην ημερήσια διάταξη.

1.3 Οι ενδο-ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί

Οι ΗΠΑ, η οικονομική και στρατιωτική ηγετική δύναμη του πλανήτη δείχνει σημάδια υποχώρησης από την οικονομική πρωτοκαθεδρία της. Η αδιατάραχτη παγκόσμια ηγεμονία της κινδυνεύει. Ένας νέος πολυπολικός κόσμος, με ανισότιμους πόλους, αναδύεται. Οι ΗΠΑ, η Κίνα μαζί με τις χώρες των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Ινδονησία, Κίνα, Νότια Αφρική), η γερμανική ΕΕ και η Ιαπωνία συγκροτούν, τους βασικούς πόλους. Η όξυνση του ανταγωνισμού και της ανισόμετρης ανάπτυξης χωρών και κλάδων φέρνουν νέα καπιταλιστικά και ιμπεριαλιστικά κέντρα να αμφισβητούν το ρόλο των ΗΠΑ ως εγγυητών και πρωταγωνιστών της παγκοσμιοποίησης. Καθόλου τυχαία δεν είναι η ομιλία του Κινέζου προέδρου Σι Τσινπίνγκ πριν ένα χρόνο στο οικονομικό φόρουμ του Νταβός, σχεδόν αμέσως μετά την εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ, που παρουσίασε την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση ως νομοτέλεια και την Κίνα ως τον πιο γνήσιο εκφραστή της, όπως επίσης η παρουσίαση της Μέρκελ από τον δυτικό αστικό τύπο ως την ηγέτιδα του “ελεύθερου κόσμου”.

Σε στρατιωτικό και οικονομικό επίπεδο οξύνεται ο ανταγωνισμός ΗΠΑ- Κίνας παρόλο που η Κίνα αποτελεί τον πιο μεγάλο αγοραστή χρέους των ΗΠΑ. Το ποσοστό των ΗΠΑ στο Παγκόσμιο ΑΕΠ μειώθηκε από 31% το 2000 σε 23% το 2015, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό της Κίνας αυξήθηκε από 3,6% το 2000 σε 14,9% το 2015. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν μόνο μια μικρή εικόνα από το οικονομικό άλμα που έχει επιτελεστεί στην Κίνα, σε υποδομές και βιομηχανία καθώς και σε τεχνολογικό, επιστημονικό επίπεδο. Οι ΗΠΑ, ως ηγετική δύναμη του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας πλέον βρίσκει πλέον απέναντί της, την Ασιατική Επενδυτική Τράπεζα Υποδομών (AIIB), στα 57 μέλη της όποιας ανήκουν οι Βρετανία, Γάλλια, Γερμάνια. Μέσω της οικονομικής της ανόδου, η Κίνα διεκδικεί λεία από την ιμπεριαλιστική πίτα με μεγαλύτερες αξιώσεις. Το κινέζικο στρατηγικό σχέδιο για το νέο «δρόμο του μεταξιού» συμπυκνώνει τη φιλοδοξία του κινέζικου καπιταλισμού να εξαπλωθεί παγκοσμίως. Παρόλο που η εκρηκτική άνοδος της Κίνας συνεχίζεται, γίνεται με μειούμενο ρυθμό ανάπτυξης και η ΗΠΑ διατηρούν το συνολικό στρατηγικό γεωπολιτικό πλεονέκτημα.

Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ και Ρωσίας συνεχίζεται και οξύνεται. Η ανάμειξη των ΗΠΑ στην Ουκρανία, σε συνεργασία με τις νεοφασιστικές δυνάμεις, ήταν ένα από τα πρώτα επεισόδια αυτού (με πιο πρόσφατο την υπόθεση Σκριπάλ). Η τεράστια αμερικάνικη βάση στο Κόσοβο, εντάσσεται στο μόνιμο πλάνο για την αντιπυραυλική ασπίδα των ΗΠΑ με περικύκλωση της Ρωσίας, με στόχο να ανατρέψει το συσχετισμό της «πυρηνικής ισορροπίας τρόμου» που διαμορφώθηκε στον ψυχρό πόλεμο. Οι σχεδιασμοί των ΗΠΑ στην ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια περιλαμβάνουν συμμαχίες με ντόπιες ολιγαρχίες και ένταξη νέων μελών στο ΝΑΤΟ. Η Ρωσία έχει τα δικά της συμφέροντα στην περιοχή κ ειδικά για τους δρόμους ενέργειας. Το ζήτημα, φυσικά, δεν είναι η επιλογή καλύτερου ιμπεριαλισμού αλλά η αναγνώριση του βασικού εχθρού σε κάθε χώρα. Για τους λαούς στην Ελλάδα, τα Βαλκάνια και την Αν. Μεσόγειο, ακόμα, ο κύριος υπεύθυνος της λαϊκής δυστυχίας, της κοινωνικής διάλυσης, εμφυλιοπολεμικών συγκρούσεων, αλλά και των στρατιωτικών επεμβάσεων είναι ο Ευρωατλαντικός ιμπεριαλισμός

Οι ΗΠΑ επιχειρούν έναν προληπτικό πόλεμο εναντίον Κίνας και Ρωσίας, αρχικά μέσω αντιπροσώπων, για να προλάβουν τη στρατιωτική και οικονομική ενδυνάμωσή τους. Αυτό είναι το νόημα του νέου «δόγματος Τραμπ» και η αναγόρευσή τους σε «στρατηγικούς αντιπάλους». Για αυτό δρουν άκρως επιθετικά και αδίστακτα. Αποτελούν τον «νούμερο ένα» εχθρό της παγκόσμιας ειρήνης.

Στοιχεία όξυνσης ανταγωνισμών εμφανίζονται και μεταξύ παραδοσιακών συμμάχων, όπως ΗΠΑ και ΕΕ. Παρότι ο ευρωατλαντικός άξονας δεν έχει διαρραγεί. οι εμπορικοί πόλεμοι, οι δασμοί των ΗΠΑ σε εισαγωγές που προέρχονται από την ΕΕ, τα υπέρογκα πρόστιμα σε μονοπώλια αμερικάνικων συμφερόντων (Google, Apple) και το συνθημα Τραμπ «Η Αμερική πρώτα» φέρνουν σε δοκιμασία σταθερές συμμαχίες που κρατούν από το ΒΠΠ.

Στη Μέση Ανατολή, στον απόηχο της άγριας καταστολής των Αραβικών επαναστάσεων και της ανάπτυξης φονταμενταλιστικών (ισλαμοφασιστικών) κινημάτων, με επίκεντρο την ρημαγμένη Συρία, ο ανταγωνισμός οξύνεται με τη μορφή ατελείωτων πολεμικών αναμετρήσεων. Η αντιπαράθεση μεταξύ ΗΠΑ και ΝΑΤΟ από τη μία και Ρωσίας-Ιράν-Συριακού κράτους από τη άλλη, παραμένει ενεργή, με την Τουρκία σαν ανερχόμενη περιφερειακή δύναμη να διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή και χωρίς δισταγμό  να αλλάζει στρατόπεδα ,συμμαχώντας ευκαιριακά, σε τούτη τη την φάση, με τη Ρωσία, παρότι μέλος του ΝΑΤΟ και παραδοσιακός σύμμαχος των ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ στρατηγικά επιδιώκουν στην περιοχή να διατηρούν κράτη και ψευδοκράτη υπό τη δική τους επιρροή. H Ρωσία προσπαθεί να ανατρέψει τους αμερικάνικους σχεδιασμούς στην περιοχή, για τα δικά της καπιταλιστικά συμφέροντα και η Τουρκία συμμαχεί με κριτήριο την αποτροπή δημιουργίας κουρδικού κράτους στα σύνορά της με απώτερο στόχο το άπλωμα της επιρροής της στον αραβικό κόσμο και την υλοποίηση νεοοθωμανικών ονείρων. Ο ηρωικός Κουρδικός λαός, μαχόμενος για την ελευθερία του και για τη δημιουργία του δικού του κράτους σε πολύ δύσκολες συνθήκες, θεώρησε λαθεμένα τις ΗΠΑ σύμμαχό του. Η τραγική κατάληξη, έπειτα από την εγκατάλειψη του από τις ΗΠΑ, έφερε το αιματοκύλισμα και την πτώση της Αφρίν και την Τουρκία σε συνεργασία με τους ισλαμιστές του Ελεύθερου Συριακού Στρατού. Προφανώς το μέτωπο της Μέσης Ανατολής, που είναι στη «γειτονιά» μας, θα παραμείνει για καιρό ανοιχτό και η αστάθεια θα εντείνεται.  

1.4 Ειδικά για το θέμα του πολέμου

Ο πόλεμος εξελίσσεται από εποχή σε εποχή. Στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο σκοτώθηκαν 10 εκατομμύρια στρατιώτες στα πεδία των μαχών και 1 εκ. άμαχοι, αναλογία δέκα προς ένα. Είκοσι χρόνια αργότερα, στο Β Παγκόσμιο πόλεμο, η αναλογία γίνεται περίπου ένα προς ένα, οι σκοτωμένοι στρατιώτες ήταν 25 εκ. και οι άμαχοι 20. Από το 1945 μέχρι το 1990, η αναλογία αντιστρέφεται πλήρως: σε περίπου 160 πολεμικές συγκρούσεις είχαμε 7 εκ. νεκρούς στρατιώτες και 33 εκ. αμάχους! Η κατεύθυνση και ο προσανατολισμός στον άμαχο πληθυσμό γίνεται πλέον κυρίαρχη τάση στους πολέμους της νέας εποχής, με πολύ πιο φονικά χαρακτηριστικά. Από τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου μέχρι και την πρόσφατη επέμβαση στο Ιράκ και στη Συρία,  οι πόλεμοι προβάλλονται όλο και πιο έντονα σαν πόλεμοι για την προστασία της αγοράς και της «δημοκρατίας», δηλαδή για την επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης, τόσο στη «μητρόπολη» όσο και στην «περιφέρεια». Στο αντίπαλο στρατόπεδο, στοχοποιείται όλο και περισσότερο ενιαία, ο «εξωτερικός» και ο «εσωτερικός» εχθρός. Ο πόλεμος μετατρέπεται, από ακραία, σε βασική τάση του συστήματος για την επίλυση των ανταγωνισμών, την επέκταση και επιβολή της «δημοκρατίας της αγοράς».

Σε καμία περίπτωση, αυτό δε σημαίνει ότι οι στρατιωτικοί πόλεμοι ταυτίζονται με τον κοινωνικό-ταξικό πόλεμο που διεξάγει καθημερινά το κεφάλαιο ενάντια στα εργατικά δικαιώματα και τις δημοκρατικές ελευθερίες. Οι πόλεμοι δεν μπορούν να ερμηνευθούν με απλοϊκά και «καθαρά» σχήματα που ανάγουν την πολυπλοκότητα των σύγχρονων αντιθέσεων αποκλειστικά στο «τάξη εναντίον τάξης» ή στην απολυτοποίηση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η ταξική πάλη διαμεσολαβείται, επιδρά και επηρεάζεται από τα εθνικά και οικονομικά συμφέροντα αστικών τάξεων, κρατών και «συμμαχικών μπλοκ» που σε δεδομένες στιγμές μπορεί να είναι και ανταγωνιστικά μεταξύ τους.  Σε αυτή τη βάση, πρέπει να μελετηθεί η κυρίαρχη αντίθεση  κεφαλαίου- εργασίας και οι δευτερεύουσες αντιθέσεις, εντός της εντεινόμενης άνισης ανάπτυξης των καπιταλιστικών χωρών. Το «κοινωνικό ζήτημα» δεν καταργεί τις διαμάχες και τις αντιθέσεις του ιμπεριαλισμού, αλλά διαπλέκεται μαζί τους σε νέα αντιδραστική ποιότητα και σχέση. Οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι, ειδικά με τα σύγχρονα όπλα μαζικής πυρηνικής καταστροφής, συνιστούν άμεσο μέγιστο κίνδυνο για την εργατική τάξη, τους λαούς, τον ανθρώπινο πολιτισμό. Καθήκον της Αριστεράς είναι η συγκρότηση αντιπολεμικού κινήματος και μετώπου με στόχο την αποτροπή του πολέμου, που θα υπερασπιστεί το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα κάθε λαού να έχει πατρίδα, κάθε έθνους στην αυτοδιάθεση, και κάθε ανθρώπου να ζει σε μια σύγχρονη πολυπολιτισμική κοινωνία σε σύγκρουση με κάθε εθνικισμό και θρησκευτικό φανατισμό.

Μόνο ο αγώνας για την αποτροπή του πολέμου μπορεί να κατοχυρώσει στην εργατική συνείδηση την ανάγκη μετατροπής του πολέμου – αν τελικά κηρυχθεί – σε εφαλτήριο κοινωνικών μετασχηματισμών. Η δύναμη του σύγχρονου πολέμου είναι ταυτόχρονα και η αδυναμία του. Οι συνεχείς πολεμικές αναμετρήσεις, ο απροκάλυπτα ταξικός χαρακτήρας βασικών παραμέτρων του, δημιουργεί δυνατότητες ώστε ο ανταγωνισμός των κυρίαρχων τάξεων να αποτελέσει πόλο αντεπίθεσης και συσπείρωσης για το παγκόσμιο προλεταριάτο και τους καταπιεσμένους λαούς. Αυτό εξαρτάται από τη συνειδητή παρέμβαση και δράση του εργατικού κινήματος, από την ανάπτυξη του επαναστατικού αγώνα μέχρι το τέλος ώστε να καταργηθούν οι βασικές αιτίες  που γεννούν τον πόλεμο.

1.5 Η κρίση στην ΕΕ και την ευρωζώνη

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Γερμανία συνεχίζει να διατηρεί την ηγεμονία αμφισβητώντας το πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης γραμμής. Οι τιτάνιες ενέσεις κρατικής ρευστότητας που καταπατούν τα νεοφιλελεύθερα δόγματα μέσω της λεγόμενης ποσοτικής χαλάρωσης, που φτάνει από το 2015 τα 2,3 τρις, έχει καταφέρει μια αναιμική καπιταλιστική ανάπτυξη κάτω από το 1%. Οι καπιταλιστικές νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις συνεχίζονται ως «κατακτήσεις», τα ευρωπαϊκά επιτελεία κρατούν υπό μόνιμο καθεστώς επιτροπείας τα κράτη μέλη και το φάντασμα των διάφορων «exits» έχει μόνο προσωρινά αποφευχθεί (εκτός φυσικά από το Ηνωμένο Βασίλειο). Το άλμα, όμως, προς τα εμπρός της πλήρους οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης της ΕΕ δεν είναι παρά μια φαντασίωση της νεοφιλελεύθερης ελίτ.Σε αυτό το πλαίσιο, οι φυγόκεντρες δυνάμεις αποκτούν σταθερό έδαφος, η ακροδεξιά με πολιτικές ευρωσκεπτικισμού, εθνικού προστατευτισμού και ρατσιστικού μίσους κατοχυρώνεται σαν πολιτικό ρεύμα. Οι πρόσφατες εκλογές σε Γερμανία και Ιταλία και η εκτίναξη της ακροδεξιάς (το AfD 12,6% και η Λέγκα του Βορρά 18,69%) επιβεβαιώνουν τις τεκτονικές πολιτικές αλλαγές. Αυτές οι πολιτικές αντιθέσεις εκπροσωπούν φυσικά και αντιπαραθέσεις εντός μερίδων των αστικών τάξεων.

Παρότι η ΕΕ και το Ευρώ παραμένουν τα βασικά σχέδια των ηγεμονικών καπιταλιστικών κομματιών στην Ευρώπη, αναδύονται και διαφορετικοί αστικοί σχεδιασμοί που στοχεύουν στα δικά τους συμφέροντα. Συνολικά η ΕΕ ήταν, είναι και θα είναι, ένα ταξικό σχέδιο, μία αποκρουστική ένωση των καπιταλιστών ιδιαίτερα προς όφελος του Γερμανικού ιμπεριαλιστικού κέντρου. Η κρίση ξεσκέπασε τον δήθεν δημοκρατικό-προοδευτικό της μανδύα (για τον οποίον μιλούσαν και κομμάτια της Αριστεράς) και απέδειξε την πραγματική της φύση. Η καπιταλιστική βαρβαρότητα, οι ωμές στρατιωτικές επεμβάσεις, η μαζική εξαθλίωση πληθυσμών είναι σήμερα παρά ποτέ μπροστά μας. Έχει ανοιχτά σύνορα για το κεφάλαιο και την εκμετάλλευση των εργαζομένων αλλά κλειστά στους μετανάστες της φτώχειας και των πολέμων που η ίδια συμμετέχει. Δεν μεταρρυθμίζεται. Ανατρέπεται.

1.6 Οι 2 γραμμές της αστικής τάξης

Η αστική απάντηση στην κρίση εντός του πλαισίου της διευρυνόμενης οικονομικής ανισότητας και της όξυνσης των ενδο-ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών διαπερνάται από αντιφάσεις. Ενώ οι αστικές τάξεις των ιμπεριαλιστικών κέντρων ενώνονται ταξικά ενάντια στους εργαζομένους και τους λαούς και ανταγωνίζονται μεταξύ τους για το μοίρασμα της «λείας», πολιτικά διαμορφώνονται δύο κύριες γραμμές. Από τη μία, η συνέχιση της νεοφιλελεύθερης και υπέρ της παγκοσμιοποίησης πολιτικής, που έχει δεχθεί σοβαρά πλήγματα. Από την άλλη αναδύεται μια εθνικιστική γραμμή προστατευτισμού που ενισχύει τα ακροδεξιά πολιτικά ρεύματα. Η εκλογή Τραμπ, η εκτίναξη του AfD και ακροδεξιών κομμάτων στην Ευρώπη είναι χαρακτηριστικά δείγματα της προσπάθειας ηγεμονίας μιας νέας αστικής ακροδεξιάς γραμμής. Στην κίνηση αυτή το πολιτικό σύστημα αναμορφώνεται συνολικά προς τα ακροδεξιά και έχει κοινό παρονομαστή τη συνολική πολιτική θωράκιση της κυριαρχίας των αρχουσών τάξεων με τα αντιπαρατιθέμενα αστικά στρατόπεδα να διαγωνίζονται για το ποιο μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα.

1.7 Το υπόβαθρο της καπιταλιστικής κρίσης

Τη διεύρυνση της ταξικής ανισότητας, την όξυνση των ενδο-ιμπεριαλιστκών ανταγωνισμών και το ενδεχόμενο ευρύτερων πολεμικών αναμετρήσεων, δεν τα συναντά για πρώτη φορά η ανθρωπότητα. Δεν είναι, όμως, φυσικός νόμος, οι λαοί να ζουν μέσα στην εκμετάλλευση, την καταπίεση και υπό τον φόβο των πολέμων. Ειδικά σε αυτή την εποχή οι παραγωγικές δυνάμεις μπορούν να λύσουν προβλήματα που φάνταζαν ανυπέρβλητα. Είναι, όμως, καπιταλιστικός νόμος ότι, παρόλο που υπάρχουν δυνατότητες οι άνθρωποι να ζουν ειρηνικά σε μία αρμονική σχέση αυτάρκειας- μη κατασπατάλησης πόρων, γεννιούνται κρίσεις, ανταγωνισμοί, πόλεμοι και συντελείται μια ασύλληπτη περιβαλλοντική καταστροφή.

Η κρίση και οι ανταγωνισμοί έχουν ένα ευρύτερο υπόβαθρο. Είναι οι αντιφάσεις του καπιταλισμού που δομικά δεν μπορεί να ξεπεράσει. Ο καπιταλισμός της εποχής μας αδυνατεί να βρει ιστορική διέξοδο. Δυσκολεύεται να ενσωματώσει, δίχως σοβαρές αναταράξεις, τις σύγχρονες αυτοματοποιημένες παραγωγικές δυνάμεις που ο ίδιος γεννά, ιδιοποιείται και διαστρέφει καταστρέφοντας, επειδή πρωτίστως καθορίζεται από την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Ένα άλλο σύστημα παραγωγικών σχέσεων μπορεί να αξιοποιήσει θετικά, δημιουργικά & προς όφελος του ανθρώπου, τις επιστημονικές επαναστάσεις, την εκτίναξη της παραγωγικότητας της εργασίας. Η μήτρα της τωρινής κρίσης είναι ότι όλο και λιγότερη ζωντανή εργασία απαιτείται για να δουλεύει η «παγκόσμια μηχανή», ενώ ο κόσμος της δουλειάς είναι ο μόνος που παράγει υπεραξία και άρα κέρδη για το κεφάλαιο. Για αυτό το λόγο τα παραγόμενα κέρδη είναι αναιμικά και παράγονται κατά τρόπο σαθρό, μιας και δύσκολα επενδύονται στην καπιταλιστική  «πραγματική οικονομία».

1.8 Η ανώτατη αναμέτρηση. Η καταστροφή της φύσης

Στο έδαφος της κρίσης, η καταστροφή του περιβάλλοντος εντείνεται και το θέμα της φύσης και του μέλλοντος του πλανήτη μπαίνει σε νέα βάση. Τα ζητήματα της πρόσβασης και υφαρπαγής της γης και των φυσικών πόρων, της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής και της καταστροφής της βιοποικιλότητας, θα καθορίσουν σε πολύ μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της κοινωνίας, της πολιτικής και ταξικής αντιπαράθεσης. Η έκδηλη ανισότητα και ταξικότητα της εκδήλωσης των «φυσικών» φαινομένων και καταστροφών προδίδει την καταστροφική φύση του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος και του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης και διόγκωσης που επιτάσσει.

Η περιβαλλοντική αδικία αποτελεί το αποκορύφωμα της ταξικής αντίθεσης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Αποτελεί την απόσταση ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Η ιστορική πορεία προς την καταστροφή του πλανήτη αποτελεί μια αντιφατική και αυτοκαταστροφική τάση του κεφαλαίου. Ωστόσο, τόσο οι μέχρι τώρα επιπτώσεις της, οι αιτίες της αλλά και τα κέρδη από αυτήν, σαφώς δε μοιράζονται ισότιμα. Υπό αυτό το πρίσμα, οι αγώνες για τα ζητήματα της γης και του περιβάλλοντος αποτελούν βασική πλευρά της σημερινής παγκόσμιας ταξικής αναμέτρησης που θέτουν επιτακτικά όχι μόνο την αντίσταση στον καταστροφικό καπιταλισμό αλλά και τη βαθιά συζήτηση γύρω από τα θέματα της ανάπτυξης, των κοινών κ.α.

1.9 Το ιστορικό σταυροδρόμι

Η δύση του περασμένου αιώνα συνοδεύτηκε από την ήττα των μεγάλων ελπίδων και οραμάτων που τροφοδότησαν τα πρώτα «άλματα στον ουρανό» της ανθρωπότητας. Καθώς ολοκληρώνεται η δεύτερη δεκαετία της νέας χιλιετίας λίγες χαραμάδες φωτός φαίνεται να διασώζονται ακόμα, μέσα σε ένα πλανήτη που βυθίζεται στο σκοτάδι. Ο πρώτος κύκλος των «εξεγέρσεων της κρίσης» έχει, σε μεγάλο βαθμό, κλείσει. Στις περισσότερες περιπτώσεις λίγα ή και κανένα από τα αιτήματα των «αγανακτισμένων», των «indignados», των «occupiers», δικαιώθηκαν. Σε μερικές μάλιστα, ο χειμώνας που ακολούθησε φαίνεται πιο σκληρός και ισχυρός από την ανέτοιμη άνοιξη που προηγήθηκε.

Ο κόσμος όλο και περισσότερο μοιάζει με τα δυστοπικά σενάρια κινηματογραφικών ταινιών. Μια μικρή παγκόσμια ελίτ ζει σε περίφραχτες πολυτελείς γυάλες έχοντας τον αμύθητο πλούτο της να περιστρέφεται σε φορολογικούς παραδείσους, εκατομμύρια άνθρωποι και μεγάλες περιοχές του πλανήτη καταφέρνουν ακόμα να επιβιώσουν αλλά πάνω σε σχεδίες που κινδυνεύουν να βουλιάξουν μέσα στον απέραντο ωκεανό κοινωνικής εξαθλίωσης και περιβαλλοντικής υποβάθμισης στον οποίο έχουν καταδικαστεί δισεκατομμύρια άνθρωποι και ολόκληρες ήπειροι. Δεν είναι ίδια η κατάσταση των υποσιτισμένων παιδιών στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία και των εκτοπισμένων από την ξηρασία στην υποσαχάρια Αφρική, με τους κατατρεγμένους των προσφυγικών ροών, των φυλακισμένων εργατριών στα κινέζικα sweatshops με τους άστεγους των αμερικάνικων μεγαλουπόλεων, του ευρωπαϊκού νεολαιίστικου πρεκαριάτου, με τις απειλούμενες με εξώσεις ελληνικές οικογένειες. Όμως υπάρχει κάτι που μπορεί να ενώσει όλο αυτό τον πολυκόσμο της εργατικής τάξης. Η κοινή θανάσιμη απειλή του βάρβαρου σύγχρονου καπιταλισμού που τους καταδικάζει αμετάκλητα στο περιθώριο, που τους αρνείται κάθε διαφορετικό μέλλον. Και η κοινή ελπίδα και δυνατότητα αυτοί και αυτές που παράγουν τον παγκόσμιο πλούτο, να φτιάξουν ένα καλύτερο κόσμο.

Μέσα σε λιγότερα από 30 χρόνια από την πτώση του ανατολικού  μπλοκ, ο θρίαμβος του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού έφερε μια γιγαντιαία αντεπανάσταση διάλυσης δικαιωμάτων, υφαρπαγής πλούτου και καταστροφής ολόκληρων χωρών. Και μέσα σε μια δεκαετία, ο τρόμος του φασισμού και του γενικευμένου πολέμου επέστρεψε. Ήρθε η ώρα να επιστρέψει και το φάντασμα του κομμουνισμού και της επανάστασης.

Η  ασταθής διατήρηση μιας φαινομενικής «δυτικής» σταθερότητας εντός της οποίας βρίσκεται – αν και ασθμαίνοντας- η Ελλάδα, καθόλου δεν πρέπει να ξεγελά και να καθησυχάζει για το μέλλον. Η ανθρωπότητα όλο και περισσότερο οδηγείται μπροστά σε αυτό το ιστορικό σταυροδρόμι. Ή τα σκοτάδια της αντίδρασης θα καλύψουν την υφήλιο ή ένας νέος ήλιος της ανατροπής θα ανατείλει. Αυτό φυσικά δεν είναι ένα απλοϊκό τελεολογικό σχήμα που θα κριθεί αύριο σαν μια μονομαχία στην Άγρια Δύση. Αντιθέτως, αποτελεί τον ορίζοντα μιας ολόκληρης ιστορικής εποχής που μπορεί να κρατήσει για καιρό και να διαφέρει από τόπο σε τόπο. Ωστόσο, αυτή η ασταθής διατήρηση μιας φαινομενικής «δυτικής» σταθερότητας εντός της οποίας βρίσκεται – αν και ασθμαίνοντας-  η Ελλάδα, καθόλου δεν πρέπει να ξεγελά και να καθησυχάζει για το μέλλον. Το ερώτημα έχει τεθεί: Ποιό ρεύμα θα πάρει προβάδισμα; Ο καταστροφικός, θανατηφόρος κοινωνικός κανιβαλισμός του συστήματος και του επανερχόμενου φασισμού που πίσω από τον αντισυστημικό του λόγο θα κρύβεται η ύστατη διάσωση του καπιταλισμού ή μια αναγεννημένη πολιτικά και πολιτισμικά κομμουνιστική προοπτική;

 

2. Ελλάδα και πολιτική συγκυρία

 

2.1 Δυόμισι χρόνια από τις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015

Περισσότερα από 2,5 χρόνια έχουν πλέον περάσει από το καλοκαίρι του 2015, το δημοψήφισμα, τις νέες εκλογές και την απόλυτη μνημονιακή προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ και της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ. Η μνημονιακή κυβερνητική πολιτική συνεχίζεται απρόσκοπτα και γίνεται όλο και πιο καταστροφική για την κοινωνική πλειοψηφία. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, όχι απλά δεν εφαρμόζει μια αριστερή, δημοκρατική ή έστω πιο ήπια νεοφιλελεύθερη πολιτική, αλλά αποτελεί μια ξεκάθαρα αστική, αντιλαϊκή κυβέρνηση, στην υπηρεσία των συμφερόντων της εγχώριας και διεθνούς άρχουσας τάξης. Είναι μάλιστα η πιο αποτελεσματική μέχρι στιγμής ως προς την εφαρμογή των επιταγών της ΕΕ, του ΔΝΤ, των δανειστών, των τραπεζών και των μεγαλοβιομηχάνων, κάτι που αποτυπώνεται και στη στήριξη που πλέον της παρέχουν απλόχερα.

Το καλοκαίρι του 2015 κατέρρευσε παταγωδώς το «ούτε ρήξη, ούτε υποταγή» και η απόπειρα «έντιμου συμβιβασμού πάση θυσία εντός της ΕΕ κα του ευρώ». Στα 2.5 χρόνια που ακολούθησαν αποδείχθηκαν φαιδρές και οι αναγγελίες για «παράλληλα προγράμματα», για πολιτικές «ταξικής μεροληψίας». Η κατεύθυνση των μνημονιακών μέτρων καθορίζει μια συνολική πολιτική που δεν επιτρέπει στο «περιθώριο» μικρότερες φιλολαϊκές προσαρμογές και προοδευτικά μέτρα μη δημοσιονομικού χαρακτήρα. Το μείγμα κοινωνικά βάρβαρων νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών, ξεπουλήματος του δημόσιου πλούτου και συνεχών αντιδημοκρατικών εκτροπών είναι η πραγματικότητα που συνεχίζεται απρόσκοπτα.

Η «ατζέντα» της κυβερνητικής επίθεσης περιλαμβάνει μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα που σε μεγάλο βαθμό περιλαμβάνονται στο πρόσφατο πολυνομοσχέδιο για τις «Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής» που ψηφίστηκε το Γενάρη. Στις πρώτες προτεραιότητες είναι η προώθηση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών με στόχο την υφαρπαγή της λαϊκής περιουσίας και την κάμψη των ηρωικών αντιστάσεων, το γενικευμένο ξεπούλημα της δημόσιας γης και η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και το νέο «τελειωτικό» χτύπημα στους μισθούς και τις συντάξεις. Η αντεργατική επίθεση κορυφώνεται στο χτύπημα στη δυνατότητα του εργατικού κινήματος να αντισταθεί, μέσα από την επίθεση στο δικαίωμα στην απεργία. Σε αυτά μπορούν να προστεθούν και άλλα «μέτωπα» της κυβερνητικής πολιτικής, όπως οι αλλαγές στην εκπαίδευση,

Αν όμως η ασκούμενη πολιτική της κυβέρνησης είναι η ουσιαστική συνέχεια της οκταετούς μνημονιακής καταστροφής, το πραγματικά νέο και περισσότερο καταστροφικό είναι η συντριπτική διάψευση των προσδοκιών του ελληνικού λαού για αλλαγή. Στα χρόνια των ΠΑΣΟΚ- ΝΔ, όσο μεγάλωνε η κοινωνική αδικία, τόσο γιγάντωνε η οργή της κοινωνίας και η διεκδικητικότητα του κινήματος. Η σημερινή κυβέρνηση λειτουργεί ως μετατροπέας της λαϊκής θέλησης από το να πάνε τα πράγματα αλλιώς στο δεν μπορεί να γίνει τίποτα άλλο. Απόρροια αυτού είναι τόσο η κοινωνία, όσο και μεγάλο κομμάτι του κινήματος, να βρίσκεται ακόμα σε «κατάσταση σοκ», ή να αρνείται συνολικά τη δυνατότητα αλλαγής της κατάστασης και νίκης των αγώνων. Η αντεπίθεση του κινήματος, δε μπορεί παρά να αναγνωρίσει αυτή την ήττα, όχι όμως για να υποταχθεί σε αυτήν, αλλά για να την υπερβεί θεμελιώνοντας την πραγματική ανατρεπτική και νικηφόρα προοπτική των αγώνων. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η ανασυγκρότηση και επαναφορά του λαϊκού παράγοντα θα αναμετρηθεί με τη νέα κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στην ελληνική κοινωνία.

2.2 Το νέο τοπίο της ελληνικής κοινωνίας.

Η «έξοδος από τα μνημόνια» για την οποία πανηγυρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ προφανώς δεν αποτελεί ένα ξέφωτο ή έστω την απαρχή μιας πορείας βελτιώσεων και αποκατάστασης κοινωνικών δικαιωμάτων και εργατικών κατακτήσεων. Δεν υπάρχει άνθρωπος στη χώρα που να έχει έστω και την παραμικρή αμφιβολία, ότι όλη αυτή η ρητορική αποτελεί μια επικοινωνιακή πολιτική. Παρόλα αυτά, το καλοκαίρι του 2018 αποτελεί πράγματι ένα σταθμό σε μια ολόκληρη πορεία της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Σηματοδοτεί την ολοκλήρωση μιας πρώτης φάσης μνημονιακών πολιτικών που άλλαξαν συθέμελα την πραγματικότητα της ελληνικής κοινωνίας.

Από την πρώτη στιγμή ήταν φανερό, ότι τα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής αποτελούσαν μια ταξικά εγκληματική πολιτική που έβαζε στο στόχαστρο την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα και συμπίεζε προς τα κάτω τα μεσαία στρώματα (μικρές επιχειρήσεις και έμποροι, ελεύθεροι επαγγελματίες κ.α.). Σήμερα, μια πρώτη μεταβατική περίοδος με συνεχή νέα νομοθετήματα, ανισόμετρη εφαρμογή πολιτικών και διαρκή αναμέτρηση για την ανατροπή, έχει ολοκληρωθεί και το νέο τοπίο στην ελληνική κοινωνία μπορεί να φανεί καθαρότερα.

Η πιο κεντρική πλευρά του μετασχηματισμού, είναι η ραγδαία υποτίμηση της εργασίας και η γενική φτωχοποίηση της πλειοψηφίας του λαού. Πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι από το 2010 ο πραγματικός μισθός στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 19,1 %, ποσοστό μεγαλύτερο σε όλη την Ευρώπη. Εκτιμάται ότι περίπου 5 εκατομμύρια άτομα (48% του πληθυσμού) ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας (382 ευρώ το μήνα), ενώ περίπου 1,5 εκατομμύριο ζει σε συνθήκες ακραίας φτώχειας (182 ευρώ το μήνα). Και ακόμα δεν έχουν στο σύνολό τους εφαρμοστεί τα ήδη ψηφισμένα μέτρα ή τα νέα που προετοιμάζονται. Μέχρι το 2020, η μέση καθαρή σύνταξη από 722 ευρώ που είναι σήμερα, θα πέσει στα 450. Σε εξίσου εξευτελιστικά επίπεδα έχουν πέσει και οι μισθοί, ειδικά για τη νεώτερη γενιά, καθώς σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία του ΕΦΚΑ σχεδόν το 1/3 των εργαζομένων αμείβεται με μισθούς- «βοηθήματα» των 327 ευρώ, δηλαδή κάτω και από το επίδομα ανεργίας που είναι 360 ευρώ. 

Ο δεύτερος πυλώνας της επίθεσης στην εργασία, είναι η συνολική αποδόμηση της μονιμότητας και σταθερότητας με την υπερεξάπλωση των πολλαπλών μορφών ευέλικτης εργασίας καθώς και η έκρηξη της ανεργίας. Για τεράστιο μέρος του εργατικού δυναμικού και σχεδόν για το σύνολο της νέας εργατικής βάρδιας, η συνθήκη της μόνιμης, σταθερής και ασφαλισμένης εργασίας είναι μακρινό όνειρο. Σύμφωνα με τα στοιχεία, περίπου το 1/3 των εργαζομένων εργάζονται σε συνθήκες μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης, ενώ τέτοιας μορφής θέσεις εργασίας ήταν το 54,87% των νέων προσλήψεων για το 2017. Η ανεργία συνεχίζει να βρίσκεται πάνω από το 20% και να ξεπερνά το 40% για τους νέους μέχρι 25 ετών.

Η Ελλάδα, μετά τη «σωτηρία» των μνημονίων και της παραμονής ευρώ, είναι μια χώρα βαθύτατα άνιση, με τον κοινωνικό της ιστό αποσαρθρωμένο. Δεν είναι μόνο μια γενική καταβαράθρωση του βιοτικού επιπέδου αλλά μια μεταλλαγή της ταξικής διαστρωμάτωσης με χαμένους και νικητές. Τα στοιχεία της ΕΣΥΕ δείχνουν ότι από το 2009 μέχρι το 2016 αυξήθηκε η ανισότητα, με το πλουσιότερο 20% των νοικοκυριών να καταλαμβάνει εισόδημα μεγαλύτερο από το φτωχότερο 20% κατά 6,6 φορές, σε αντίθεση με το 2009 που το νούμερο αυτό ήταν 5,8. Παρόλα αυτά, τη δεκαετία 2006- 2016, οι εκατομμυριούχοι μειώθηκαν κατά περίπου 27%, αν και ο συνολικό πλούτος των δισεκατομμυριούχων αυξήθηκε αισθητά.

Η εικόνα που διαμορφώνουν τα παραπάνω στοιχεία είναι ξεκάθαρη. Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας (μακροχρόνια άνεργοι, άτομα με αναπηρία, κομμάτια της νέας γενιάς, χαμηλοσυνταξιούχοι, μετανάστριες κ.α.) πετιέται στο περιθώριο της ακραίας φτώχειας και εξαθλίωσης, της μόνιμης ανεργίας και της πάλης για τη ζωή. Το μεγαλύτερο μέρος της εργατικής τάξης καταδικάζεται σε χαμηλούς μισθούς, ευέλικτη και ανασφάλιστη εργασία, σε ένα μόνιμο μετεωρισμό μεταξύ προσωρινής εργασίας, ανεργίας, επανακατάρτισης, μετατρεπόμενο από εργαζόμενο σε «ωφελούμενο». Ένα σχετικά μικρό κομμάτι καλύτερα αμειβόμενων εργαζομένων σε συγκεκριμένους τομείς (στελέχη του δημόσιου τομέα, εργαζόμενοι σε υψηλότερες βαθμίδες στον ιδιωτικό τομέα, εξειδικευμένο επιστημονικό δυναμικό σε τομείς αιχμής κ.α.) εξακολουθεί να υπάρχει, επιφορτιζόμενο ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι εργασίας και με τη διαρκή απειλή της κατακρήμνισης στην κοινωνική σκάλα. Ένα πολύ μεγάλο μέρος των ελεύθερων επαγγελματιών και των μικρών επιχειρηματιών έχει ήδη καταστραφεί ή πιέζεται καθημερινά προς την πλήρη φτωχοποίηση υπό το βάρος της μείωσης του κύκλου εργασιών, της υπερφορολόγησης και της αδυναμίας να ανταποκριθεί στον ανταγωνισμό. Συχνά, η πίεση αυτή μεταφέρεται προς το εργατικό δυναμικό που απασχολούν οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις σε κλάδους όπως το εμπόριο, ο επισιτισμός, ο τουρισμός, οι κατασκευές κ.α. Στον αντίποδα, κερδισμένες βγαίνουν οι μεγάλες επιχειρήσεις και τα πλουσιότερα στρώματα, καθώς και συγκεκριμένες μερίδες που επωφελούνται αυτής της αναδιάρθρωσης τόσο από την αύξηση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης και την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, όσο και από τη λεηλασία της εγχώριας αγοράς και τη διάλυση των μικρών και μεσαίων ανταγωνιστών. Οι μεγάλοι, εγχώριοι και διεθνείς, όμιλοι έχουν εκτιναχτεί ακριβώς γιατί συγκεντρώνουν όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας. Παράλληλα, σε ορισμένους τομείς (π.χ. κατασκευαστικές) σημεία αναδιάταξης διαμορφώνονται από την επέκταση δραστηριοτήτων σε έργα στο εξωτερικό.

Αυτή η πραγματικότητα έρχεται μαζί με τη σταδιακή απουσία κάθε διχτύου προστασίας από τον αφανισμό. Τα οικογενειακά δίκτυα και η ιδιοκτησία κατοικίας που αποτελεί μια παραδοσιακή σανίδα σωτηρίας για τις λαϊκές οικογένειες ώστε να μη μείνουν στο δρόμο, απειλούνται από τη σταυροφορία των πλειστηριασμών. Η πρόσβαση στο σύστημα παιδείας, υγείας και κοινωνικής ασφάλισης γίνεται ολοένα και πιο ταξικά φιλτραρισμένη. Αποκορύφωμα αυτής της ανάλγητης πολιτικής είναι η διαρκής υποβάθμιση της προστασίας και της μέριμνας για τις ομάδες που το έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Δείγμα αυτού, είναι η απάνθρωπη αντιπροσφυγική πολιτική που αφού πρώτα δολοφονεί χιλιάδες ανθρώπους στα σύνορα, στοιβάζει όσους επιβιώσουν με τις χειρότερες συνθήκες στα κέντρα ή τους πετά πίσω στην Τουρκία. Η συνεχής μείωση των κονδυλίων υγείας – πρόνοιας φτωχοποιεί ακόμη μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού με πρώτους τους αναπήρους και χρόνια νοσούντες. Υγεία – Πρόνοια – Αποκατάσταση – Ψυχική Υγεία βρίσκονται στο στόχαστρο καθώς εκείνοι οι πολίτες που δεν μπορούν να συμβάλλουν στην ανάπτυξη και στην κερδοφορία του κεφαλαίου, θεωρούνται ωμά, φύρα. Εφόσον ανάπηροι χρόνια και ψυχικά πάσχοντες δεν μπορούν να στιφτούν σαν το λεμόνι για να παράγουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη υπεραξία δεν χρειάζονται την υποστήριξη της πολιτείας. Στις πόλεις μας αυξάνονται καθημερινά οι άστεγοι, οι τοξικοεξαρτημένες, οι πεινασμένοι, όσοι και όσες αποστερούνται ακόμα και τα βασικά για να ζήσουν και τα οποία στον 21ο αιώνα είναι πανεύκολο να παρέχονται απλόχερα και σε αφθονία.

Πλησιάζουμε όλο και πιο κοντά στις διαλυμένες και διαιρεμένες κοινωνίες με αποθήκες κοινωνικά απόβλητων ψυχών, παραγκουπόλεις και οργανωμένο έγκλημα. Οι  βασικοί λόγοι που δε βρισκόμαστε ακόμα εκεί, είναι τα καύσιμα από περιουσίες και οικονομίες παλαιότερων εποχών, οι διαρκώς συρρικνούμενες κατακτήσεις και οι ακόμα ισχυροί δεσμοί αλληλεγγύης και κοινού αγώνα που κρατάνε όρθια την κοινωνία μας. Το ιατρικό, νοσηλευτικό και παραϊατρικό προσωπικό που κρατά στη ζωή τους ασθενείς, οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα, οι δασκάλες που δέχονται τα παιδιά όλου του κόσμου, οι γειτονιές που άνοιξαν τις αγκαλιές τους στους κατατρεγμένους του κόσμου, οι δομές αλληλεγγύης που θα δώσουν ένα πιάτο φαγητό, το μαθητικό, φοιτητικό και εκπαιδευτικό κίνημα που κρατά ακόμα δωρεάν την εκπαίδευση. Όμως, το τοπίο όλο και σκοτεινιάζει, και απαιτείται μια νέα δύναμη στον αγώνα για την επιβίωση και την ανατροπή για να σωθεί η κοινωνική πλειοψηφία.  

Δεν πρέπει να υποτιμηθεί η σημασία των ιδιωτικοποιήσεων- ξεπουλήματος του δημόσιου πλούτου. Εντός του επόμενου διαστήματος, θα ενταθούν οι προσπάθειες για ιδιωτικοποιήσεις με στόχο την εξασφάλιση 2,7 δισεκατομμυρίων για την αποπληρωμή χρέους. Σε αυτό το πλαίσιο, τόσο οι ΔΕΚΟ που ελέγχει το δημόσιο στο σύνολό τους ή διατηρεί μεγάλο μέρος των μετοχών τους (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΕΛΠΕ, ΕΛΤΑ, ΟΣΕ κ.α.) όσο και το σύνολο της δημόσιας γης και των κύριων υποδομών (λιμάνια, αεροδρόμια κ.α.) βρίσκονται στο σφυρί. Ναυαρχίδα της εθνικής πολιτικής υφαρπαγής από το κεφάλαιο του δημόσιου πλούτου είναι η επένδυση του Ελληνικού για τη διευκόλυνση της οποίας έχει κατεδαφιστεί το σύνολο της ελληνικής νομοθεσίας. Δεν είναι σίγουρο αν θα προχωρήσουν όλες αυτές οι «επενδύσεις» και θα επιτευχθούν οι «φιλόδοξοι» καπιταλιστικοί στόχοι της κυβέρνησης. Το σίγουρο όμως είναι ότι η «ανάπτυξη» που υπόσχονται δε θα βασίζεται μόνο στη διάλυση της εργασίας και της κοινωνικής πρόνοιας αλλά και στην υφαρπαγή των κοινών αγαθών (με τη συνεπακόλουθη αύξηση της τιμής με την οποία θα διατίθενται), στο ξεπούλημα των υποδομών και των καλύτερων κομματιών της ελληνικής γης, στην ιδιωτικοποίηση των φυσικών πόρων και στην καταστροφή του περιβάλλοντος. Η Ελλάδα θα είναι μια έκταση εξαθλιωμένων πολιτών από την οποία το μεγάλο κεφάλαιο θα αποσπά τα κέρδη από την ενέργεια, τον τουρισμό, τη γη, τους φυσικούς πόρους και – φυσικά- την αποπληρωμή του ληστρικού χρέους για την οποία εξ αρχής ξεπούλησε τα πάντα.

2.3 Το πολιτικό σύστημα και το ζήτημα της δημοκρατίας.

Το νέο τοπίο της ελληνικής κοινωνίας συνοδεύεται από ένα βαθιά μεταλλαγμένο αστικό πολιτικό σύστημα. Την οικονομική και κοινωνική βία της μνημονιακής ταξικής επίθεσης, συμπληρώνει η πολιτική βία της μόνιμης αντιδημοκρατικής εκτροπής. Η βασική πλευρά αυτής, είναι ο βαθύς αντιδραστικός μετασχηματισμός της σύγχρονης αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας η οποία απεκδύεται όποια προοδευτικά και δημοκρατικά στοιχεία είχε ιστορικά για να υπερασπιστεί την εξουσία και τον πλούτο του κεφαλαίου. Πρόκειται για μια παγκόσμια διαδικασία, μια προληπτική αντεπανάσταση στις ανερχόμενες κοινωνικές αντιστάσεις και εν δυνάμει επαναστατικές απειλές που διαμορφώνει η καπιταλιστική κρίση.

Το σύγχρονο κράτος γίνεται όλο και περισσότερο στρατηγείο της αστικής τάξης με τις αντιδραστικές πλευρές του να ενισχύονται πολλαπλώς. Ο δευτερεύοντας ρόλος του κράτους, ο κοινωνικός, μειώνεται δραστικά, καθώς αρνείται το ρόλο του εγγυητή μιας έστω και επίφασης δικαιοσύνης, ισότητας και κατοχύρωσης δικαιωμάτων και ελευθεριών, διατηρώντας μόνο το ρόλο του «στρατηγού» της εξουσίας των οικονομικών και πολιτικών ελίτ. Το πολιτικό σύστημα έρχεται όλο και πιο κοντά στον ταξικό πυρήνα του καπιταλισμού. Τα αστικό κοινοβούλιο και οι θεσμοί ελέγχου και εξουσίας, υποβαθμίζονται με το κεφάλαιο και κυρίως τις οικονομικές, ιμπεριαλιστικές υπερεθνικές ενώσεις να ασκούν απευθείας πολιτική, τόσο στο επίπεδο των ταξικών σχέσεων στην παραγωγή, όσο και σε όλες της πλευρές της ρύθμισης της κοινωνικής ζωής.

Στην Ελλάδα, όλα τα παραπάνω, έχουν έντονη αποτύπωση. Το μνημονιακό καθεστώς δεν είναι μόνο μια ταξική λεηλασία, αλλά και μια διαρκής αντιδημοκρατική εκτροπή, ένα μόνιμο καθεστώς έκτακτης ανάγκης που επιχειρεί να αποψιλώσει τις κοινωνικές κατακτήσεις, τις δημοκρατικές ελευθερίες και τα πολιτικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα. Η επίθεση στην απεργία και γενικά το συνδικαλισμό είναι η κορυφή αυτής της σύνδεσης οικονομικής και πολιτικής επίθεσης.

Στο πολιτικό σύστημα γίνεται ένας διπλός μετασχηματισμός.

Από τη μια, προς τα «πάνω».

Το κοινοβούλιο παίζει συχνά διακοσμητικό ρόλο στην έγκριση νομοθετημάτων που επιβάλλονται από την τρόικα και οι βουλευτές μοιάζουν με γελοίες φιγούρες που δεν προλαβαίνουν καν να διαβάσουν τι ψηφίζουν για να ικανοποιηθούν οι τοκογλύφοι και οι οικονομικοί δολοφόνοι της ΕΕ και το ΔΝΤ. Οι κυβερνήσεις, τα κόμματα, το κοινοβούλιο, φαίνεται όλο και λιγότερο να «κυβερνούν αυτό τον τόπο», όταν ακόμα και το παραμικρό μέτρο το αποφασίζει απευθείας το εγχώριο και διεθνές μεγάλο κεφάλαιο και οι τραπεζίτες.

Από την άλλη, προς τα «κάτω».

Η πολιτική εξουσία θωρακίζεται όλο και περισσότερο απέναντι στην κοινωνία, την εργατική τάξη, τα πιο αδύναμα στρώματα και τις διεκδικήσεις των μαζικών αγώνων. Όσο «χαλαρή» φαίνεται απέναντι στις πιέσεις και τα πραξικοπήματα των ισχυρών τόσο «σκληρή» φαίνεται απέναντι στα αιτήματα και τις ανάγκες των αδύναμων. Η ισχύς του νόμου είναι αμείλικτη απέναντι στους σύγχρονους Γιάννηδες Αγιάννηδες που θα καταστραφούν από ένα χρέος μερικών εκατοντάδων ευρώ, από μια μικροκλοπή για την επιβίωση, από ένα μικρό παράπτωμα ή απλά επειδή είναι φτωχές, πρόσφυγες, τοξικοεξαρτημένοι κ.α. Από την άλλη μεριά, απροκάλυπτα εξαντλεί την επιείκειά της απέναντι στους ολιγάρχες, τους διεφθαρμένους πολιτικούς, τους ανεξέλεγκτους αστυνομικούς, τους φασίστες.

Η όξυνση του αυταρχισμού και της καταστολής εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο. Οι διώξεις, η ποινικοποίηση των αγώνων, οι τρομονόμοι και η αστυνομική βαρβαρότητα, είναι πλευρές μιας σταθερής εκδικητικότητας του κράτους απέναντι στις μεγάλες λαϊκές αναμετρήσεις των περασμένων ετών. Ειδική σημασία έχει και η μεγάλη αύξηση των πολιτικών κρατουμένων, οι εξοντωτικές ποινές που επιβάλλονται και οι βάρβαρες συνθήκες κράτησής τους. Τα θέμα του δικαστικού και σωφρονιστικού συστήματος είναι εξαιρετικά σημαντικό και από τη γενική ταξική σκοπιά, καθώς διευρύνεται η «ποινικοποίηση της φτώχειας» που είναι καθεστώς σε χώρες όπως οι ΗΠΑ. Συνωστίζονται σε άθλιες συνθήκες τεράστια κομμάτια της φτωχής νέας γενιάς και ειδικά των μεταναστών και προσφύγων με βασικό έγκλημα τη φτώχεια και την αδυναμία επιβίωσης έξω από το κοινωνικό περιθώριο και τη μικροπαραβατικότητα.

Τα παραπάνω, δε σημαίνουν μια αδιατάρακτη πορεία της αστικής δημοκρατίας προς ένα σύγχρονο κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό ή περισσότερο προς την πολιτική δικτατορία ή το φασισμό. Ούτε την παντελή ομογενοποίηση του πολιτικού συστήματος, την πλήρη αναίρεση των διαφορών μεταξύ εκτελεστικής, δικαστικής και νομοθετικής εξουσίας. Όπως διατηρείται και ενισχύεται ο ανταγωνισμός εντός του κεφαλαίου, έτσι αναδεικνύονται συχνά και διαμάχες εντός τους πυρήνα της πολιτικής εξουσίας ή μεταξύ διαφορετικών εξουσιών. Η σύγκρουση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ με κομμάτια του δικαστικού συστήματος, ή η ανησυχητική αυτονόμηση που μπορεί να υπάρξει σε θύλακες στο στρατό ή την αστυνομία, είναι πραγματικά φαινόμενα. Όμως η κεντρική τάση είναι η, σε τελική ανάλυση, υποταγή όλων των κομματιών της πολιτικής εξουσίας, στην οικονομική εξουσία του μεγάλου κεφαλαίου.   

Τα ζητήματα της κυριαρχίας, και της δημοκρατίας αποτελούν, κορυφαία θέματα της πολιτικής και κοινωνικής αναμέτρησης. Τα χρόνια της κρίσης υπήρξε μια τιτάνια και συνειδητή διαδικασία αναίρεσης βασικών στοιχείων εθνικής και πολιτικής κυριαρχίας προς τα διεθνή κέντρα πολιτικής και οικονομικής ισχύος. Αυτό αποτελεί μια πραγματικότητα που καμία εργατική απάντηση και αριστερή πρόταση δε μπορούν να αγνοήσουν, γιατί το καταλαβαίνει πρώτα και κύρια ο λαός. Το κατάλαβε με απόλυτο τρόπο αμέσως μετά το ηρωικό ΟΧΙ στο δημοψήφισμα. Η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να υποταχθεί στην ισχύ των εγχώριων και διεθνών καπιταλιστικών κέντρων και το πέρασμά του στο μνημονιακό στρατόπεδο δε δείχνει απλά την ήττα της στρατηγικής του. Δείχνει το πραγματικό αντιδημοκρατικό πρόσωπο του συστήματος. Για αυτό το λόγο, η ανατρεπτική πολιτική στην εποχή μας, επανανοηματοδοτεί ριζικά και σηκώνει ψηλά τις πεταμένες και τσαλαπατημένες σημαίες της δημοκρατίας. 

2.4 Ο πολιτικός συσχετισμός και τα πολιτικά ρεύματα

Ο αντιδραστικός μετασχηματισμός του κράτους και της πολιτικής εξουσίας φέρνουν μεταβολές και στο χαρακτήρα των πολιτικών δυνάμεων. Η κεντρική τάση των τελευταίων 2,5 ετών είναι η συντριπτική αλλαγή του πολιτικού συσχετισμού υπέρ του μνημονιακού, αστικού μπλοκ και σε βάρος των εργατικών συμφερόντων και της αριστερής αναζήτησης. Πρόκειται για μια πολύ σοβαρή εξέλιξη που επισφραγίζει την ήττα της πρώτης φάσης των μεγάλων λαϊκών αγώνων. Τόσο κοινοβουλευτικά όσο και στο επίπεδο των κοινωνικών συγκρούσεων η αντιπολίτευση της λαϊκής βούλησης ακούγεται πολύ λιγότερο δυνατά από ότι τη δεκαετία 2006- 2015. Δεν πρόκειται ακόμα για μια ιστορική ήττα, πισωγύρισμα καθώς ακόμα το ρήγμα παραμένει ανοιχτό και η αριστερή αναζήτηση – αν και περισσότερο αμήχανη και μετέωρη- παραμένει ενεργή. Ωστόσο ο συνολικός πολιτικός συσχετισμός είναι αναμφίβολα αρκετά πιο δυσμενής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ διατηρεί την κυβερνητική εξουσία, αν και με τεράστια πτώση της στήριξης που είχε από τα λαϊκά στρώματα, ακόμα και στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015. Παρά την αριστερή ρητορική που διατηρεί συχνά, η συνολική πολιτική του είναι απολύτως νεοφιλελεύθερη. Στηρίζεται πλέον από ισχυρά τμήματα της αστικής τάξης, τις ΗΠΑ και κέντρα της ΕΕ, αν και διατηρεί δεσμούς με μικρομεσαία και εργατικά κομμάτια, κυρίως στο δημόσιο και τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Βρίσκεται ουσιαστικά στον ίδιο «χώρο» με το ΠΑΣΟΚ που με τη νέα του μεταμφίεση ως ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΑΓΗΣ (μαζί με το Ποτάμι, τη ΔΗΜΑΡ κ.α.) δείχνει κάποια σημάδια ανάκαμψης και συγκρότησης, χωρίς φυσικά να καταφέρνει να ξεπλύνει τις ευθύνες του και να αποκτά νέα πλειοψηφική δυναμική. Βασικά επιχειρεί να αποτελέσει έναν πόλο μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων εντασσόμενο σε πιθανά νέα κυβερνητικά σχήματα.

Η ΝΔ αποτελεί τον βασικό αντίπαλο πόλο εντός του αστικού στρατοπέδου και – σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις- τον πιθανότερο διάδοχο στην κυβερνητική εξουσία. Εκπροσωπεί με απόλυτο τρόπο τις πιο ακραία νεοφιλελεύθερες πολιτικές, τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου και ηγεμονικών μερίδων εντός της ΕΕ. Η δεξιά αντιπολίτευση της ΝΔ, καθόλου δεν εκπροσωπεί τα λαϊκά συμφέροντα, αντίθετα βοηθά και επιταχύνει την υλοποίηση της μνημονιακής πολιτικής. Όντας ηγεμονική δύναμη και πιθανός κυβερνητικός πόλος, ενσωματώνει ακόμα τις τάσεις «λαϊκής δεξιάς» στο εσωτερικό της. Η όξυνση, μάλιστα, των εθνικών θεμάτων (Μακεδονικό, Ελληνοτουρκικό) την κάνει συχνά να επιδιώκει να γίνει ο βασικός εκφραστής των πιο ακροδεξιών και εθνικιστικών θέσεων και ρευμάτων.

Αυτό δε μπορεί να γίνει ολοκληρωτικά, στο βαθμό που η ΝΔ αποτελεί τον πιο βασικό εκφραστή των μεγαλοαστικών και ιμπεριαλιστικών συμφερόντων. Σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα αν μπορεί να αναδειχθεί ένα μαζικότερο λαϊκό ακροδεξιό και εθνικιστικό ρεύμα στα δεξιά της ΝΔ, παραμένει αναπάντητο και εξαιρετικά κρίσιμο. Οι εξελίξεις με τα εθνικιστικά συλλαλητήρια, είναι σίγουρα ανησυχητικές. Ωστόσο μια τέτοια στροφή δεν έχει ολοκληρωθεί. Παρά την υποχώρηση του κινήματος και της Αριστεράς, υπάρχουν ακόμα αρκετές αντοχές στην ελληνική κοινωνία, που φυσικά δε θα μένουν για πάντα αλώβητες. Το πραγματικό επίδικο παραμένει: Στο έδαφος της κοινωνικής και πολιτικής κρίσης και έπειτα από την πρώτη συντριβή των ελπίδων για μια «αριστερή κυβέρνηση», θα πάρει κεφάλι στην κοινωνική δυσαρέσκεια μια νέα αριστερή, αγωνιστική προσπάθεια ή μια σκοταδιστική, εθνικιστική και ακροδεξιά αναδίπλωση;

Σε αυτό το πεδίο, επιδιώκει να ανασυγκροτηθεί, αναβαπτιστεί και ηγεμονεύσει η φασιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής, που παραμένει ο ισχυρότερος πόλος της ακροδεξιάς. Ως ένα νεοναζιστικό κόμμα με σημαντική απήχηση, παραμένει η τεράστια απειλή για το εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα. Η δράση του πολύμορφου αντιφασιστικού κινήματος, ειδικά μετά τη δολοφονία Φύσσα, και κυρίως η δίκη και η αναμέτρηση στο δρόμο, έχει περιορίσει τη δυναμική της κυρίως ως προς την οργανωτική της παρουσία. Σήμερα, ωστόσο, η ΧΑ επιδιώκει να επανεμφανιστεί και με δολοφονικές επιθέσεις, όπως π.χ. στην επίθεση στη «Φαβέλα».

Στο διαρκώς ευμετάβλητο πολιτικό σκηνικό, πολλές ανακατατάξεις υπάρχουν διαρκώς ή ετοιμάζονται για το μέλλον (Πλεύση Ελευθερίας, νέο κόμμα Βαρουφάκη κ.α.). Καμία από αυτές δε μπορεί ούτε θέλει να καλύψει το μεγάλο κενό. Το κενό της εργατικής, λαϊκής αντιπολίτευσης, της αντικαπιταλιστικής, αντιιμπεριαλιστικής και δημοκρατικής ανατροπής, της σύγχρονης κομμουνιστικής αντιπρότασης. Απέναντι στο καθήκον της συγκρότησης ενός αντίπαλου δέους που θα κοιτάξει στα μάτια τον μεγάλο εχθρό, οι δυνάμεις της μαχόμενης Αριστεράς (με διαφορετικές ευθύνες η καθεμία) στέκονται μέχρι τώρα αδύναμες και εγκλωβισμένες είτε στον αποχωρισμό από τα κεντρικά ερωτήματα που θέτει η εποχή, είτε στην ανακύκλωση ηττημένων διαχειριστικών πολιτικών, είτε στην περιθωριοποίηση της γενικής ιδεολογικής τοποθέτησης. Στοίχημα για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι να συμβάλλει στο να καλυφθεί αυτή η απουσία. 

2.5 Οι πόλεμοι των ολιγαρχών

Πλευρά του γενικότερου μετασχηματισμού της οικονομικής και πολιτικής ζωής είναι ο αναδυόμενος πόλεμος μεταξύ των διαφορετικών επιχειρηματικών κομματιών καθώς και η διαρκής αναμέτρηση μεταξύ της «νέας» και «παλιάς» διαπλοκής. Στο τοπίο διάλυσης του κοινωνικού και οικονομικού ιστού, και στη γενική τάση υποταγής στα μονοπωλιακά καπιταλιστικά συμφέροντα, οι νέοι ολιγάρχες εμφανίζονται έτοιμοι να πολεμήσουν για το μοίρασμα της λείας και την πολιτική επιρροή, ενώ την ίδια στιγμή είναι ενωμένοι απέναντι στα εργατικά συμφέροντα. Νέοι και παλιοί επιχειρηματικοί όμιλοι που ελέγχουν τα πάντα (ομάδες, ΜΜΕ, γη και ακίνητα, μεγάλες επιχειρήσεις και βιομηχανίες, εκποιημένες δημόσιες υπηρεσίες), φτιάχνουν ένα νέο τοπίο παρακμής για την ελληνική κοινωνία, όπου η πολιτική αντιπαράθεση φαίνεται όλο και πιο εξόφθαλμα να υποτάσσεται στις κόντρες των οικονομικών «αφεντικών».

Χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση, η σκιαγράφηση των «δυνατότερων παιχτών» και των πολιτικών, οικονομικών και διεθνών κέντρων που εκπροσωπούν. Το σίγουρο είναι πως διαμορφώνονται πανίσχυρα στρατόπεδα που ελέγχουν τεράστιες οικονομικές δραστηριότητες και εργαζομένους, διαμορφώνουν «στρατούς» υποστηρικτών, επηρεάζουν απόλυτα την κοινή γνώμη, την πολιτική ζωή και τη δικαιοσύνη και εξουσιάζουν ολόκληρες «ζώνες επιρροής», συνδέονται και χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο το οργανωμένο έγκλημα. Πρόκειται για τάσεις βαθιάς σήψης του πολιτικού συστήματος που δυστυχώς δεν έρχονται από το παρελθόν αλλά από το μέλλον του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Είναι αναδιατάξεις βαθιά εχθρικές για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά που θα τις βρουν μπροστά τους.

2.6 Το εθνικό ζήτημα

Στην νέα φάση που μπαίνει η κρίση στην Ελλάδα, το «εθνικό ζήτημα» έρχεται με εκρηκτικό τρόπο στο προσκήνιο. Αν η νέα κατάσταση έχει ως πρώτο πυλώνα το νέο κοινωνικό τοπίο και ως δεύτερο το αντιδημοκρατικό πολιτικό σύστημα, τότε ο τρίτος πυλώνας, είναι η αναζωπύρωση των εθνικών θεμάτων, των ζητημάτων της εθνικής αυτοδιάθεσης και κυριαρχίας καθώς και το, μεγαλύτερο όλων, θέμα του πολέμου. Η εκρηκτική διάσταση που αποκτούν αυτά τα ζητήματα σχετίζεται με τη γενική τάση της νέας εποχής της παγκόσμιας κρίσης και την όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η ευρύτερη περιοχή της χώρας βρίσκεται σε μόνιμη αναταραχή, ενώ οι ανταγωνισμοί και οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις έχουν εκτιναχθεί το τελευταίο διάστημα.

Η κρισιμότητα των ζητημάτων εθνικής αυτοδιάθεσης και κυριαρχίας δεν προκύπτει μόνο από τις πιθανές πολεμικές συγκρούσεις. Αντίθετα, αποτελούν κεντρική πλευρά όλης της πορείας των ανταγωνισμών σε παγκόσμιο επίπεδο. Στη χώρα μας, την τελευταία δεκαετία, η μόνιμη επιτροπεία της ΕΕ και του ΔΝΤ και η συνειδητή παράδοση κομματιών της εθνικής πολιτικής στους υπερεθνικούς οργανισμούς του κεφαλαίου, είναι εμφανή σημάδια αναίρεσης πλευρών της εργατικής και λαϊκής επίδρασης στο επίπεδο της εθνικής κυριαρχίας. Το ελληνικό δεν είναι πλήρως αποδεκατισμένο ή εξαρτημένο, ωστόσο έχει επιλέξει συνειδητά την πρόσδεση με την ΕΕ και το ΔΝΤ και την παραχώρησή στην τρόικα και τους δανειστές πλευρών της κυριαρχίας του. Αυτό είναι ένα δείγμα αδυναμίας και υποχώρησης του ελληνικού καπιταλισμού και όχι δύναμης και ανόδου. Αυτό μπορεί να γίνει σήμερα πιο κατανοητό.

Η κρίση στην Ελλάδα είχε τριπλές «ρίζες» Στην παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, στην κρίση της ΕΕ και της άνισης ανάπτυξης εντός της αλλά και στην κρίση του ίδιου του ελληνικού καπιταλισμού που έπεσε ως προς την ανταγωνιστικότητά του, ενώ ήταν περισσότερο πολιτικά και κοινωνικά αδύναμος απέναντι στο εργατικό κίνημα για να περάσει τις αναγκαίες για αυτόν αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις. Η ελληνική ελίτ, εν γνώσει της «πληρώνει» το αναγκαίο διπλό τίμημα. Την οικονομική «μίζα» προς τους τραπεζίτες, τους κερδοσκόπους και τους βιομηχάνους των ισχυρών της ΕΕ και του ΔΝΤ. Και την πολιτική «μίζα» σε εθνική κυριαρχία, απέναντι στα υπερεθνικά όργανα της Ευρώπης και των ΗΠΑ για να αντιμετωπίσει τους κινδύνους από ένα διεκδικητικό εργατικό και λαϊκό κίνημα. Το τίμημα που πληρώνει είναι υψηλό εξαιτίας των λυσσωδών ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών και αντιθέσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, τα γενικότερα ζητήματα εθνικής αυτοδιάθεσης και κυριαρχίας προβάλλουν σε οξυμένες διαστάσεις. Αποτελούν σπουδαία πεδία οικοδόμησης της εργατικής ενότητας και των κοινωνικών συμμαχιών της εργατικής τάξης που αφορούν όλες τις διαβαθμίσεις αντίστασης και συνειδητοποίησης των εργαζόμενων και (με διαφορετικό ταξικά τρόπο) όλα τα στρώματα των καταπιεζόμενων. Αποτελεί βασικό καθήκον για την Αριστερά, η διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης και διαυγούς εκτίμησης και πολιτικής γραμμής που να ανταποκρίνεται στην πραγματική κατάσταση του ελληνικού καπιταλισμού εντός του διεθνούς καταμερισμού εργασίας και κεφαλαίου. Η γραμμή αυτή απαιτεί την οριοθέτηση από τα παλιά εργαλεία της Αριστεράς που υποβάθμιζαν το ρόλο του ελληνικού κεφαλαίου αναγνωρίζοντας την Ελλάδα ως μια περιφερειακή χώρα, υποτελή στις μεγάλες δυνάμεις και κατέληγε συχνά σε μια εθνική πολιτική υπό την ηγεμονία μερίδων της αστικής τάξης στο όνομα του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα. Απαιτεί όμως ταυτόχρονα και οριοθέτηση από μια αυθαίρετη «μεταγραφή» της Ελλάδας στις χώρες του ισχυρού καπιταλιστικού πυρήνα, η οποία αδυνατεί να ερμηνεύσει την απολύτως εμφανή ανισότητα εντός της ΕΕ και του παγκόσμιου καπιταλισμού και οδηγεί στην υποτίμηση της αντιιμπεριαλιστικής πάλης στο όνομα του αντικαπιταλιστικού αγώνα.

Δεν είναι ίδιος ο τρόπος που αντιμετωπίζεται το θέμα της εθνικής αυτοδιάθεσης σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Είναι διαφορετικό για την Παλαιστινιακή αντίσταση ή για το εργατικό κίνημα στις ΗΠΑ. Προφανώς η Ελλάδα δεν είναι καμία από τις δύο χώρες. Είναι μια χώρα στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, με αναπτυγμένο καπιταλισμό συνδεδεμένο άμεσα με τα υπερεθνικά καπιταλιστικά κέντρα. Ωστόσο βρίσκεται σε μεσαία θέση στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα με μια διαρκή μείωση  ισχύος την τελευταία δεκαετία. Υπάρχουν μερίδες της αστικής τάξης που έχουν μια σχετικά σημαντική διεθνή θέση σε ορισμένους κλάδους καθώς και κομμάτια που ενισχύονται από την αντεργατική επίθεση των τελευταίων χρόνων. Το ελληνικό κεφάλαιο είχε όλες τις περασμένες δεκαετίες επεκτατικές τάσεις σε περιφερειακό επίπεδο (κυρίως στα Βαλκάνια), ενώ η Ελλάδα συμμετείχε μέσω του ΝΑΤΟ σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Η κεντρική τάση, ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, είναι η απώλεια ισχύος και δύναμης του ελληνικού κεφαλαίου και η πτώση του ελληνικού καπιταλισμού. Σαφώς η αστική τάξη έχει επιθετικές βλέψεις και συμφέροντα, ωστόσο δεν βρίσκεται σε θέση να εκπροσωπήσει ένα αυτοτελές από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, σχέδιο πολεμικού και οικονομικού επεκτατισμού.

Ως απάντηση σε αυτή την υποβάθμιση, το ελληνικό κεφάλαιο επιδιώκει μια αντεπίθεση δια της όλο και στενότερης πρόσδεσης και υποταγής στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλιστικό άξονα και κυρίως στις ΗΠΑ. Πρόκειται για μια σαφή επιδίωξη κομματιών της αστικής τάξης και μια εξόφθαλμη πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ που θεωρεί πως βρήκε την ευκαιρία να δράσει ως ο βασικότερος σύμμαχος των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην περιοχή, αναβαθμίζοντας τη θέση της σε σχέση με τις γειτονικές χώρες και ειδικότερα την Τουρκία. Η πολιτική αυτή αποτυπώνεται και στη νέα όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και στο θέμα της Μακεδονίας. Σε αυτό το πλαίσιο, σχεδιάζεται νέα αμερικάνικη βάση στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια ακραία επικίνδυνη πολιτική για τον ελληνικό λαό και για τους λαούς στην περιοχή, που πρέπει να βρει αντίσταση από το εργατικό και αντιπολεμικό κίνημα.

Τα «εθνικά θέματα» θα τροποποιήσουν βαθιά την ατζέντα του επόμενου διαστήματος και είναι ορατός ο κίνδυνος της ακροδεξιάς, εθνικιστικής και φιλοπόλεμης ηγεμονίας και αντεπίθεσης με τη στήριξη των συστημικών κομμάτων και της αστικής τάξης. Άλλωστε, είναι βαθιά επιδίωξη του συστήματος η μεταφορά του ενδιαφέροντος των καταπιεζόμενων στρωμάτων, από τα κοινωνικά ζητήματα και την ταξική αναμέτρηση στα δήθεν κοινά «εθνικά συμφέροντα».

Σε όλη την εποχή του ιμπεριαλισμού, πολύ περισσότερο στη νέα εποχή του καπιταλισμού, ο αντικαπιταλιστικός αγώνας, με όλη την πολυμορφία του, δεν μπορεί παρά να είναι εργατικός αντιιμπεριαλιστικός αγώνας. Ταυτόχρονα, ο εργατικός αντιιμπεριαλιστικός αγώνας δεν μπορεί παρά να επιδιώκει, πρωταρχικά σε εθνικό επίπεδο, τη συνολική ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. 

2.7 Η όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και η νέα πολεμική απειλή

Η πιο σοβαρή εξέλιξη του τελευταίου διαστήματος είναι η όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ο διαρκής ανταγωνισμός μεταξύ των δύο χωρών μπαίνει σε νέα φάση στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών για την γεωπολιτική επιρροή στην ευρύτερη περιοχή μας, με επίκεντρο τη Συρία και την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων ενέργειας στην Κυπριακή ΑΟΖ, με τους αμερικάνικους νατοϊκούς σχεδιασμούς να έχουν τον πρώτο λόγο και την κύρια ευθύνη. Οι δύο αστικές τάξεις, η τούρκικη -με ανοδική πορεία τα τελευταία χρόνια- και η ελληνική – με φθίνουσα πορεία τα τελευταία χρόνια- ανταγωνίζονται για διεύρυνση του πλούτου και της επιρροής τους.

Η τουρκική αστική τάξη προσπαθεί να αποκρυσταλλώσει γεωπολιτικά στην περιφέρειά της, όλη την οικονομική άνοδο της τελευταίας δεκαετίας και γίνεται επιθετική με επεκτατικές βλέψεις. Η εισβολή σε Συρία και Ιράκ, η προσωρινή, μερική διάρρηξη των σχέσεων με τις ΗΠΑ, η απάνθρωπή μεταχείριση των μεταναστών σαν διαπραγματευτικό χαρτί προς την ΕΕ και η ανακίνηση θεμάτων ελληνοτουρκικών συνόρων δηλώνουν τη βούληση της τουρκικής αστικής τάξης να αποκτήσει αυτοτελή ρόλο στην περιοχή και να υπολογίζεται από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ως αναβαθμισμένος συμμέτοχος στην ιμπεριαλιστική λεία. Η Τουρκία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι καθώς η οικονομική της ανάπτυξη φαίνεται να λαχανιάζει και η εσωτερική της κατάσταση είναι εκρηκτική. Η επιθετικότητα στα εξωτερικά και ο αυταρχισμός στα εσωτερικά (απέναντι στο ηρωικό και ανοδικό τούρκικο και κουρδικό κίνημα) που εκφράζει η πολιτική του Ερντογάν είναι μια συγκροτημένη προσπάθεια διατήρησης της ανοδικής τροχιάς της χώρας και κατάκτησης μια νέας ανώτερης θέσης.

Η ελληνική αστική τάξη βρίσκεται και αυτή σε ένα σταυροδρόμι. Επιδιώκει να διατηρήσει το στάτους κβο μιας προηγούμενης περιόδου ενώ έχει υποβαθμιστεί. Ενοχλείται από την επιθετικότητα της Τουρκίας και την αλλαγή στο μεταξύ τους συσχετισμό δύναμης (στρατιωτικά, οικονομικά, γεωπολιτικά) και προσπαθεί να αντιδράσει. Επιχειρεί να αξιοποιήσει επιθετικά τις αδυναμίες και αστάθειες της Τουρκίας, ωστόσο δεν έχει τη δυνατότητα να παίξει αυτοτελή ρόλο στην περιοχή. Δεν είναι το ίδιο επιθετική με την τουρκική αστική τάξη όχι γιατί δε θέλει αλλά γιατί σε αυτό το συσχετισμό δύναμης δεν μπορεί. Ταυτίζεται με τους αμερικάνικους-νατοϊκούς σχεδιασμούς στην περιοχή και θεωρεί ιστορική ευκαιρία να γίνει ο πιστός ακόλουθος των ΗΠΑ, τώρα που η Τουρκία έχει μερικώς διαρρήξει τις σχέσεις της. Μέσω των νατοϊκών σχεδιασμών και του άξονα με Ισραήλ-Αίγυπτο προσπαθεί να αναβαθμιστεί στην περιοχή και να γίνει συμμέτοχος σε οφέλη κυρίως από τις εξορύξεις. Πρόκειται για μια απολύτως επικίνδυνη για τα λαϊκά συμφέροντα πολιτική. Η κοινωνική πλειοψηφία που στενάζει από τις αντεργατικές πολιτικές, δεν έχει τίποτα να κερδίσει από μερικά ξεροκόμματα που μπορεί να πάρουν οι έλληνες καπιταλιστές. Καμία ειρήνη και σταθερότητα δε μπορεί να φέρει η προσκόλληση στην πρώτη γραμμή των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών παρά μόνο πολέμους και δυστυχία για τους λαούς της Ελλάδας και των γειτονικών χωρών. Άλλωστε, προδίδει παντελή μικρόνοια, η αίσθηση ότι το ΝΑΤΟ θα γίνει ο «προστάτης» της χώρας. Το παράδειγμα της Κύπρου το 1974 και όλη η ιστορία του λαομίσητου ΝΑΤΟ κάνουν σαφές ότι οι ΗΠΑ όχι απλά δε θα «βοηθήσουν» την Ελλάδα, αλλά κατά βάση θα τη χρησιμοποιούν ως ένα ακόμα πιόνι τους. Άλλωστε η Τουρκία δεν είναι ένας σύμμαχος που οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ θέλουν να χάσουν.

Είναι δύσκολο να προβλεφθεί τι ακριβώς θα συμβεί το επόμενο διάστημα. Ωστόσο, φαίνεται όλο και πιο κοντινό το ενδεχόμενο θερμών επεισοδίων ή και πολεμικών συγκρούσεων με απρόβλεπτη εξέλιξη. Σε ένα τωρινό ενδεχόμενο πολέμου Ελλάδας- Τουρκίας, ο χαρακτήρας του πολέμου είναι αντιδραστικός και «άδικος». Εξυπηρετεί μόνο τον ανταγωνισμό των αντιπαρατιθέμενων αστικών τάξεων και το έπαθλο είναι η ηγεμονική παρουσία και θέση στην περιοχή που κανένα όφελος δε θα έχει κανένας λαός. Το ποιος θα τραβήξει πρώτος τη σκανδάλη έχει νόημα για το χαρακτηρισμό επιτιθέμενου-αμυνόμενου στην συνείδηση των λαών αλλά δεν αλλάζει το χαρακτήρα ενός ενδεχόμενου τέτοιου πολέμου.

Φυσικά κάθε ενδεχόμενο δεν είναι το ίδιο. Είναι διαφορετική μια αναμέτρηση γύρω από την ΑΟΖ και διαφορετικές επεμβατικές επιθέσεις, παραβίαση συνόρων και κατοχή εδαφών. Υπό αυτό το πρίσμα, είναι σαφής η κόκκινη γραμμή ενάντια σε παραβίαση συνόρων και κυριαρχικών δικαιωμάτων των χωρών, οποιαδήποτε αμφισβήτηση διεθνών συμφωνιών και κυρίως οποιαδήποτε επιθετική κίνηση ενάντια σε πληθυσμούς. Αυτό που αλλάζει το χαρακτήρα του πολέμου είναι όταν κάποια δύναμη επιτίθεται ενάντια στο λαό άλλης χώρας και μετατρέπεται σε κατοχική.

Αυτή τη στιγμή, ωστόσο, το πρώτιστο καθήκον είναι ο λαός να υπερασπιστεί την ειρήνη και τη φιλία των λαών και να δράσει αποτρεπτικά προς όλα τα πολεμικά ενδεχόμενα. Τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ δεν είναι και συμφέροντα της ελληνικής κοινωνίας. Ο ανταγωνισμός των αστικών τάξεων δεν πρέπει να χωρίζει τους λαούς των δύο χωρών και φυσικά των λαών όλης της ευρύτερης περιοχής. Τα κέρδη από οποιαδήποτε εξόρυξη ή λεία από ιμπεριαλιστικές λεηλασίες δεν είναι κέρδη των εργαζομένων. Να υψωθούν ψηλά οι σημαίες του αντιπολεμικού αγώνα. 

Το εργατικό- λαϊκό κίνημα πρέπει αποτρέψει το να σύρει η αστική τάξη τη χώρα σε πόλεμο και αν η τελευταία το κάνει θα πρέπει να τεθεί άμεσο ζήτημα ανατροπής της. Ο λαός θα αντισταθεί σε απόπειρες ιμπεριαλιστικής επαναχάραξης των συνόρων και θα υπερασπιστεί μόνο αμυντικά τον εαυτό του και την κυριαρχία του. Βασικός στόχος πρέπει να είναι να σπάσει τη συμμαχία της ελληνικής αστικής τάξης με τη μεγαλύτερη πολεμική μηχανή που γέννησε ο κόσμος, τις ΗΠΑ, για να ανατραπεί η αστική πολιτική σε Ελλάδα και Τουρκία. Με αυτήν την ειλικρινή και αυθεντικά ειρηνική στην πράξη δράση ο λαός της Ελλάδας μπορεί να γίνει σύμβολο αντίστασης και ειρήνης σε όλο τον κόσμο κηρύσσοντας την αξία της φιλίας και της συνεργασίας των λαών ως υπέρτατη αξία. Συγκεκριμένα χρειαζόμαστε να δουλέψουμε προς:

α) μια αφύπνιση των συνειδήσεων, με μαζική θεωρητική και πολιτική καμπάνια για τις αιτίες, τα αποτελέσματα, τους τρόπους αποτροπής και ανατροπής των πολέμων και των υπεύθυνων για αυτούς,

β) τη δημιουργία μιας πλατιάς αντιπολεμικής, αντιιμπεριαλιστικής μαζικής κίνησης, αποτροπής του πολέμου, για την υπεράσπιση της ειρήνης και τη φιλία των λαών,

γ) τη διεθνιστική συνεργασία με τις αριστερές δυνάμεις και το κίνημα ειδικά της Τουρκίας, των Βαλκανίων και της Αν. Μεσογείου, αλλά και της Ευρώπης και όλου του κόσμου.

 

3 Ο δρόμος της ανατροπής

 

3.1 Μεθοδολογικές αρχές 

Παρά την ήττα του πρώτου κύκλου των «εξεγέρσεων της κρίσης», το ρήγμα παραμένει ανοιχτό και σύγχρονη, αποτελεσματική επαναστατική τακτική και στρατηγική μπορεί να δώσει και πάλι φτερά στο πληγωμένο αλλά ζωντανό κοινωνικό μπλοκ της ανατροπής. Είναι αναγκαία μια πολιτική γραμμή και μεθοδολογία που να μην υποτάσσεται στους συσχετισμούς αλλά και να μην ίπταται πάνω από αυτούς. Η προσκόλληση του ρεφορμισμού στο πρώτο, δυστυχώς, δεν δικαιώνει μια πτήση προς το δεύτερο. Αντιθέτως αποπροσανατολίζει το κίνημα και τις πρωτοπορίες οδηγώντας σε παράλυση στις κρίσιμες στιγμές. Αυτό που κάνει μια γραμμή πραγματικά επαναστατική είναι στο κατά πόσο συγκροτεί ένα πραγματικό σχέδιο συσπείρωσης δυνάμεων που οδηγεί κάθε φορά ένα βήμα μπροστά το κίνημα, πετυχαίνει αυτό που σε κάθε στιγμή είναι εφικτό να κατακτηθεί και ανοίγει το δρόμο για το επόμενο βήμα και τον στρατηγικό στόχο. Ένα σχέδιο που κοιτά μόνο ένα επόμενο βήμα είναι καταδικασμένο να μείνει σε αυτό και εν τέλει να μην το κατακτήσει καν αφού αντιλαμβάνεται το συσχετισμό ως στατικό. Ταυτόχρονα, ένα σχέδιο που κοιτά προς το τέλος αλλά φοβάται και δεν περιγράφει τα συγκεκριμένα βήματα από την αρχή, είναι εξίσου καταδικασμένο να υποταχθεί στον υφιστάμενο συσχετισμό.

Ειδικά στη σημερινή εποχή, το άμεσο πρόγραμμα πάλης συνδέεται με το στρατηγικό στόχο της επανάστασης και του κομμουνισμού, ως απάντηση στη δομική κρίση του συστήματος. Αυτή είναι η ουσία του αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος και όχι ένας αφηρημένος, ιδεολογικός «αντικαπιταλισμός» που διαχωρίζεται από την υπαρκτή κατάσταση, που κοιτάζει αφ’ υψηλού τις αγωνίες και το επίπεδο της εργατικής και λαϊκής συνείδησης. Όμως το ζήτημα της συνολικής σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής προοπτικής δεν πρέπει να τοποθετείται ως υπεράσπιση αρχών αλλά ως προσανατολισμός των αγώνων. Η σημερινή παρέμβαση της Αριστεράς που παραμένει πιστή στη δυνατότητα ύπαρξης σοσιαλιστικών-κομμουνιστικών κοινωνιών κυρίως λέει «τι να μην κάνουμε» και όχι «τι να κάνουμε», για αυτό μετά από 10 χρόνια κρίσης παραμένει στάσιμη και μειοψηφική. Ενώ στους μεγάλους αντιμνημονιακούς αγώνες, η αστική πολιτική κυριαρχία στην Ελλάδα κλονίστηκε,  η Αριστερά που αντιπαρέθετε τον αντικαπιταλιστικό στον αντιμνημονιακό αγώνα στην ουσία απέφυγε την αναμέτρηση με το συσχετισμό. Από άλλο δρόμο, το ίδιο έκανε και η Αριστερά που αφαιρούσε το αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο του αντιμνημονιακού αγώνα. Η προοπτική δε μπήκε συγκεκριμένα και θαρρετά και θρυμματίστηκαν τα ανατρεπτικά προγράμματα. Τα προγράμματα που είναι κυρίως αρχές ή χωρίς αρχές, χωρίς να μπορούν, ειδικά τις κρίσιμες στιγμές, να προσανατολίσουν το κίνημα για να αλλάξουν το συσχετισμό δύναμης  δεν είναι στην ουσία ανατρεπτικά προγράμματα. Ή υπάρχει πρόγραμμα ρήξης στον υπάρχοντα συσχετισμό που συνοδεύεται με συνέπειες ή δεν υπάρχει.

Ένα ανατρεπτικό πολιτικό πρόγραμμα που παίρνει υπ’ όψη του τους συσχετισμούς και τη δυναμική τους μέσα στον καινούριο συσχετισμό δύναμης αναδιαμορφώνεται, διαλύει τις συμμαχίες που το κρατάνε πίσω και σφυρηλατεί καινούριες. Η σημερινή φάση στην Ελλάδα με δεδομένη την ήττα της γραμμής ΣΥΡΙΖΑ και τη ντε φάκτο λαϊκή πείρα της ιμπεριαλιστικής και επιθετικότητας της ΕΕ και της αστικής τάξης της χώρας επιτάσσει ως εργατική πολιτική μια μόνιμη και διακηρυγμένη πολιτική συγκέντρωσης δυνάμεων, πάνω σε αρχές και πρόγραμμα, ικανών να αναμετρώνται νικηφόρα με την αστική πολιτική.

3.2 Εργατική και λαϊκή ανατροπή της επίθεσης με αντικαπιταλιστικό αντιιμπεριαλιστικό και σύγχρονο δημοκρατικό περιεχόμενο.

 

Η βασική πολιτική λογική που μπορεί να δώσει περιεχόμενο τους αγώνες, να συγκεντρώνει δυνάμεις και κατευθύνει την πάλη, είναι η εργατική και λαϊκή ανατροπή της επίθεσης κεφαλαίου-ΕΕ-ΔΝΤ με ένα αντικαπιταλιστικό, αντιιμπεριαλιστικό και σύγχρονο δημοκρατικό περιεχόμενο.

Ψυχή αυτής της γραμμής είναι ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου ΕΕ-ΔΝΤ που αντιστοιχεί στις συγκεκριμένες συνθήκες στην Ελλάδα, και που αποτελεί την αποφασιστική καμπή της ταξικής πάλης ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την επανάσταση, για βαθύτερους μετασχηματισμούς σοσιαλιστικού χαρακτήρα, με την εργατική τάξη και το λαό στην εξουσία, ηγεμόνα και οδηγό του ελληνικού-πολυεθνικού έθνους. Η ελπίδα βρίσκεται στο ότι ο λαός μαζί και πλάι με την πολυεθνική εργατική τάξη που βρίσκεται στην χώρα μπορεί να ανατρέψει τον πολιτικό συσχετισμό ανάμεσα στην αστική και την εργατική πολιτική, να κλονίσει την αστική κυριαρχία, να επιβάλλει προσωρινές και ανολοκλήρωτες κατακτήσεις και να μπει σε μια πορεία μετάβασης, σε ένα δρόμο αναμετρήσεων και ανατροπών προς την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού και την κομμουνιστική απελευθέρωση. Η επανάσταση μπορεί να γίνει σε μια χώρα, αλλά δεν μπορεί να οδηγήσει σε σοσιαλισμό σε μία χώρα, πόσο μάλλον σε μία χώρα σαν την Ελλάδα που ανήκει σε ενδιάμεση βαθμίδα στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα.

Αυτός ο δρόμος ανατροπής θα διευρύνεται και θα βαθαίνει τις κατακτήσεις του, εάν συνοδεύεται από μια διεθνιστική αλλαγή συσχετισμών και θα αποτελεί πόλο έλξης των επαναστατών και ονειροπόλων όλου του κόσμου. Διαφορετικά θα βαλτώνει, θα συναντά όρια, θα σκοντάφτει στην πραγματικότητα της παγκοσμιοποίησης και θα παλινωδεί για να γυρίσει σε μεγαλύτερες ήττες.

Η εξέλιξη της πάλης των τάξεων είναι πολλές φορές απρόβλεπτη, ο πλούτος της ξεπερνά κάθε πρόγραμμα και κάθε φαντασία. Η επιβολή κατακτήσεων από τη μεριά της εργατικής τάξης και των συμμάχων της δεν αποτελεί νομοτέλεια της ταξικής πάλης. Μπορεί να υπάρξουν συνθήκες επαναστατικής κατάστασης και κρίσης, ακόμα και επιβολής της επανάστασης χωρίς την ύπαρξη κατακτήσεων.

Όμως η πολιτική πάλη για διεκδικήσεις και επιβολή κατακτήσεων συνολικού πολιτικού χαρακτήρα που θα κλονίζουν την αστική κυριαρχία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τον υψηλό βαθμό ετοιμότητας και συνειδητοποίησης της εργατικής τάξης στο δύσκολο και επίπονο δρόμο προς την επανάσταση.

Η αντιιμπεριαλιστική- αντικαπιταλιστική- δημοκρατική ανατροπή της επίθεσης θα είναι:

  • Εργατική και Λαϊκή

Διότι θα συνενώνει σε συμμαχία τον πολυκόσμο της εργατικής τάξης μαζί με τα πληττόμενα λαϊκά στρώματα. Γιατί η εργατική τάξη είναι κατακερματισμένη, διασπασμένη και ιδιαίτερα η νέα γενιά που ζει μέσα στην ανασφάλεια και στην ανεργία. Γιατί η ενότητα της πολυδιασπασμένης εργατικής τάξης μπορεί και πρέπει να γίνει πόλος έλξης για τα λαϊκά στρώματα που «βράζουν στο ίδιο καζάνι» και θα βλέπουν στο πρόγραμμα της ανατροπής της επίθεσης του κεφαλαίου το σταμάτημα της καταστροφής τους. Θα βλέπουν την εργατική τάξη και τα συμφέροντά της ως τα μόνα που μπορούν να εγγυηθούν διαβίωση και προοπτική για όλο το λαό. Γιατί, πάνω από όλα, η σύγχρονη εργατική τάξη και η νέα βάρδια της, συγκεντρώνονται από τη μια σε μεγάλες επιχειρήσεις (το 26% συγκεντρώνεται σε επιχειρήσεις με πάνω από 250 εργαζόμενους, το 45% σε επιχειρήσεις με πάνω από 50 εργαζόμενους και το 25% σε 82 ομίλους) και από την άλλη στην ανεργία και σε μία ολόκληρη θάλασσα μισοδουλειών και επισφάλειας. Αυτή η εργατική τάξη χειρίζεται τα σύγχρονα μέσα παραγωγής, πληροφορίας και επιστήμης, έχει περισσότερο διεθνική οπτική μέσα από το διαδίκτυο, τη διεθνική δράση του ελληνικού κεφαλαίου και των πολυεθνικών και είναι περισσότερο μορφωμένη από κάθε άλλη εποχή. Εντός εντείνονται οι διακρίσεις φύλου, αλλά οι γυναίκες από το 30% φτάνουν στο 45% στην εργασία. Μέσα σε τέτοια πλατιά κοινωνική συμμαχία, η εργατική τάξη μπορεί να βάλει υποψηφιότητα για να γίνει η ηγεμονική τάξη της χώρας και κορμός ενός λαού που βαδίζει μπροστά.

  • Αντικαπιταλιστική και Αντιιμπεριαλιστική

Διότι στο στόχαστρο της πάλης πρέπει να μπει ο ευρωατλαντικός ιμπεριαλιστικός άξονας που είναι ο κύριος υπεύθυνος για τη δυστυχία στον τόπο μας. Με στόχο να σπάσει η συμμαχία με το ΝΑΤΟ και τους αμερικάνικους σχεδιασμούς στην περιοχή που μόνο σε καταστροφή και πόλεμο μπορεί να μας οδηγήσει. Να σπάσουν τα δεσμά με την ΕΕ, την κύρια υπεύθυνη για την υλοποίηση όλης της αντεργατικής-αντιλαϊκής πολιτικής από την αρχή της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ μέχρι και τη σημερινή μνημονιακή πραγματικότητα. Να κοπεί ο γόρδιος δεσμός της μόνιμης επιτροπείας και της χάραξης πολιτικής από τις Βρυξέλες για το τι πολιτική μπορεί η όχι να ασκηθεί. Για λαϊκή κυριαρχία και αυτοδιάθεση από τους ευρωατλαντικούς ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και τις εξαρτήσεις των πολυεθνικών και πολυκλαδικών μονοπωλίων.

Γιατί οι κατακτήσεις και οι μετασχηματισμοί που θα γίνουν για να ζήσει ο λαός και βαθύνει η ανατροπή του θα πρέπει να στοχεύσουν στον πυρήνα της ταξικής εκμετάλλευσης και να στρέψουν την παραγωγή και την οικονομία προς τις λαϊκές ανάγκες και όχι τα καπιταλιστικά κέρδη. Θα είναι αντικαπιταλιστική γιατί θα πατάει πάνω σε διαρκείς κατακτήσεις υπέρ της εργασίας και κατά του κεφαλαίου. Γιατί τελικά αυτές οι προσωρινές κατακτήσεις που θα ναι αρχικά αποτέλεσμα του μαζικού εργατικού- λαϊκού πολιτικού εκβιασμού στις κάθε είδους αστικές κυβερνήσεις μπορούν να μετασχηματιστούν σε ασταθείς αλλά σε καινούριους υπαρκτούς κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς, να βαθαίνουν την πορεία της μετάβασης και θα μπορούν να σταθεροποιηθούν μόνο με την συνολική κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της.

  • Δημοκρατική

Διότι θα αφορά και θα στηρίζεται από την κοινωνική πλειοψηφία, δηλαδή την τεράστια πλειοψηφία της εργατικής τάξης (60- 65 % του οικονομικά ενεργού πληθυσμού) και των πληττόμενων μεσαίων στρωμάτων.  Διότι θα ξεπερνά την αστική κάλπικη δημοκρατία που έχει ως δεδομένη την εκμετάλλευση και το δίκιο των πλουσίων και ισχυρών. Διότι θα απαντήσει στο μεγάλο αίτημα για «πραγματική δημοκρατία» και μέσα στις συνθήκες κρίσης και κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού θα σηκώσει τις παρατημένες σημαίες της δημοκρατίας και θα διεκδικήσει τη δημιουργία νέων οργάνων έκφρασης της λαϊκής βούλησης, κυβέρνησης και εξουσίας. Κάτω από μια νέα οπτική για τα άλματα από την ανατροπή στην επαναστατική κατάσταση και κρίση απαιτείται μια βαθιά συζήτηση για τη σύγχρονη σχέση ανάμεσα στον εξωκοινοβουλευτικό και κοινοβουλευτικό αγώνα, ανάμεσα στο κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο, την κυβέρνησή του και την επαναστατική πολιτική εξουσία.   Για μια πραγματική, εργατική και λαϊκή δημοκρατία που στις σημαίες της θα έχει τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο για να συμμετέχει όλος ο λαός με σύγχρονες μεθόδους και στις καθημερινές και στις σημαντικές αποφάσεις, σε πανεθνικό επίπεδο και σε επίπεδο χώρου δουλειάς και τόπου διαμονής.

  • βαθιά Πολιτισμική

Διότι θα επιδιώκει να υπερβεί την αστική ηγεμονία και ιδεολογία, του ατομισμού, του χυδαίου υλισμού, της πολιτιστικής σήψης και κάθε συντηρητικό, αντιδραστικό και σκοταδιστικό στοιχείο. Διότι θα αφορά και θα στηρίζεται στην κουλτούρα της αποδοχής της διαφορετικότητας τσακίζοντας στερεότυπα, προκαταλήψεις και λογικές αποκλεισμού και υποταγής. Κατά την υλοποίηση του μεταβατικού προγράμματος έχουμε χρέος να θέσουμε τα θεμέλια της ισότιμης ένταξης στο κοινωνικό γίγνεσθαι ανθρώπων που μέχρι σήμερα αποκλείονταν από την κοινωνία και από τα πολιτικά υποκείμενα. Γιατί θα εκπροσωπεί μια πολιτική συμπεριληψιμότητας όλων των υποκειμένων εκμετάλλευσης και καταπίεσης (βάση της φυλής, του φύλου, της θρησκείας, του σεξουαλικού προσανατολισμού, μιας σωματικής ή ψυχικής αναπηρίας κ.α.) ενοποιώντας σε ανώτερο επίπεδο όλες τις επιμέρους διεκδικήσεις και τους αυτοτελείς αγώνες.

3.3 Κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο αναμέτρησης και ανατροπής 

 

Το περιεχόμενο αυτό, είναι ο βασικός πολιτικός προσανατολισμός που εμπνέει και δίνει προοπτική στα κινήματα, που αποτελεί πολιτικό μοχλό συγκέντρωσης δυνάμεων γύρω από τους στόχους, το δρόμο και το χαρακτήρα της ανατροπής. Το υποκείμενο που μπορεί να υλοποιήσει αυτή την αντιιμπεριαλιστική-αντικαπιταλιστική, δημοκρατική ανατροπή της επίθεσης και να οδηγήσει στην εξουσία της εργατικής τάξης και του λαού είναι ένα κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο. Μία συνάρθρωση κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων σε όλα τα επιμέρους κοινωνικά και πολιτικά μέτωπα.

Κοινωνικά αρθρώνεται σε χώρους δουλειάς και κατοικίας στην πόλη ή στην ύπαιθρο, σε γενικότερες ή ειδικότερες θεματικές πρωτοβουλίες και μέτωπα πάλης. Έχει αφετηρία τα κοινωνικά ταξικά προβλήματα των εργαζομένων, τα καθημερινά προβλήματα διαβίωσης-επιβίωσης του λαού. Αποτελείται από πρωτοβουλίες και συσπειρώσεις σωματείων, αγωνιστικών επιτροπών, πρωτοβουλιών κατοίκων, αντιρατσιστικών και μεταναστευτικών συλλογικοτήτων, αντιφασιστικών ομάδων, αντισεξιστικών κινήσεων, δομών αλληλεγγύης, μορφωμάτων αυτοδιαχείρισης, κινήσεων νεολαίας και συνολικά κάθε αγωνιστικής προσπάθειας που παλεύει για κατακτήσεις και καλυτέρευση των όρων ζωής σήμερα. Συνδέεται με όλες τις αυθόρμητες ή μη προσπάθειες του αγωνιζόμενου κόσμου που θέλει να αντισταθεί στην επίθεση και να δημιουργήσει όρους αντεπίθεσης. Είναι εκεί που ενώνονται τα προβλήματα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, που θα ενωθούν οι αντιστάσεις και τα κινήματα. Εκεί όπου η πάλη για να σπάσει ο «αβίωτος βίος» σπρώχνει τη συνείδηση προς αναζήτηση συνολικής διεξόδου.

Το μέτωπο της ανατροπής της επίθεσης έχει ως βάση του την αναβαθμισμένη ταξική πάλη, το εργατικό κίνημα με την ευρεία και ιστορική του έννοια, όχι στενά την οικονομική πάλη (χωρίς να υποτιμάται βεβαίως) αλλά τη συνολική αναμέτρηση μεταξύ των τάξεων. Σε αυτό το πλαίσιο, επιδιώκει τη μεγαλύτερη δυνατή ενότητα στο κίνημα, τόσο μεταξύ των δυνάμεων της αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου, όσο και μεταξύ των αγώνων και των αγωνιζόμενων κομματιών. Θέτει ως στόχο την ανάγκη οι αγώνες να ενοποιούνται στο στόχο της ανατροπής, χωρίς να μειώνονται ή υποτάσσονται οι ειδικές τους στοχεύσεις, τόσο ανάλογα με το πεδίο της αναμέτρησης όσο και ανάλογα με τα ιδιαίτερα συμφέροντα και ανάγκες των πολλαπλών υποκειμένων εκμετάλλευσης και καταπίεσης. 

Πολιτικά αρθρώνεται γύρω από τη μετατροπή της κοινωνικής δυναμικής σε μαχόμενη αριστερή πολιτική δύναμη του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Είναι εκεί όπου μετασχηματίζονται τα συμφέροντα της εργαζόμενης και υπό εκμετάλλευση και καταπίεση πλειοψηφίας σε πολιτικό πρόγραμμα, στόχους και δομές οργάνωσης. Είναι εκεί όπου συμπυκνώνεται η πείρα των αγώνων και των κινημάτων ώστε η κάθε αλλαγή της κατάστασης να γεννά νέα «καθήκοντα». Είναι εκεί όπου η εργατική τάξη «συλλογίζεται τον εαυτό της» και τη σχέση της με τις άλλες τάξεις και συνολικά όλη την κοινωνία. Ξεκινά από την κοινή δράση της Αριστεράς και όλων των ανατρεπτικών πολιτικών δυνάμεων με στόχο την ανώτερη ενότητά τους σε κοινό ανατρεπτικό πολιτικό μέτωπο. Στο δρόμο αυτό μπορεί να πάρει ενδιάμεσες μορφές όπως μόνιμο πολιτικό συντονισμό όπου να ζυμώνονται γραμμές και απόψεις, να ακτινοβολεί και να κερδίζει στην κοινωνία ότι είναι το «στρατηγείο» των από κάτω. Πατάει πάνω στη βάση του αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος και παρόλο που αναγνωρίζει πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές δημιουργεί κοινή πολιτική ταυτότητα και δύναμη κρούσης. Μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων που ασπάζονται το μεταβατικό πρόγραμμα υπάρχει αντιπαράθεση για την ηγεμονία αλλά το βασικό κριτήριο είναι η ενότητα των πολιτικών ανατρεπτικών δυνάμεων για την αναμέτρηση με τον αντίπαλο. Εκεί είναι το πεδίο όπου μπορεί να κερδίσει την ηγεμονία το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα.

Η σημερινή αδυναμία συγκρότησης του πολιτικού μετώπου που θα προωθήσει την υπόθεση της εργατικής και λαϊκής, της αντιιμπεριαλιστικής, αντικαπιταλιστικής, δημοκρατικής ανατροπής καθορίζεται από την λανθασμένη πολιτική γραμμή των αριστερών κομμάτων και μετώπων, ωστόσο αποτελεί μια απολύτως αναγκαία υπόθεση της εποχής που την προσμένουν με ελπίδα οι αγωνιστές και αγωνίστριες. Μια απλή διεκδίκηση της «ενότητας της Αριστεράς», ειδικά στη βάση μίνιμουμ προγραμμάτων και στόχων εντός μιας διαχειριστικής λογικής, δεν έχει να προσφέρει τίποτα, όπως αποδείχτηκε από την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, ποιά πολιτική γραμμή που θέλει στα σοβαρά να αναμετρηθεί με τον αντίπαλο και να βάλει μπροστά το δρόμο της ανατροπής μπορεί σήμερα να υποτιμά την ανάγκη ενός ισχυρού πολιτικού κέντρου που να εμπνέει εμπιστοσύνη και συντροφικότητα; Που μπορεί να αναπτύσσει την αντιπαράθεση με τέτοιο τρόπο ώστε να ανεβαίνει η αυτοσυνείδηση των αγωνιζόμενων, χωρίς να κλονίζεται η ενότητα στην πάλη; Στο σήμερα, ένα τέτοιο πολιτικό κέντρο μπορεί να είναι μόνο ένα ανασυγκροτημένο ανατρεπτικό μέτωπο που θα είναι η καρδιά του «στρατού των αποκάτω», που θα έχει τη στοιχειώδη μαζικότητα και δυναμική για να επιδράσει καταλυτικά στις εξελίξεις. Εντός αυτού, τα αριστερά και κομμουνιστικά ρεύματα, οργανώσεις και κόμματα πρέπει να δράσουν, να συσπειρωθούν και να αντιπαρατεθούν συνεισφέροντας τις ιδιαίτερες στρατηγικές απόψεις και στοχεύσεις τους. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει πυροδότη και πρωταγωνιστή αυτής της διαδικασίας.

Το κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο αναμέτρησης και ανατροπής της επίθεσης είναι κυρίως μια καθοδηγητική πολιτική λογική που φυσικά στοχεύει αλλά δεν προϋποθέτει αναγκαστικά και συγκεκριμένες οργανωτικές μορφές. Αυτές σε ένα βαθμό υπάρχουν, σε άλλο βαθμό πρέπει άμεσα να φτιαχτούν σε τρίτο βαθμό θα φτιαχτούν στο μέλλον. Η σύνδεση κοινωνικού και πολιτικού μετώπου ανατροπής είναι ανώτερη από το άθροισμά τους. Είναι ο τόπος όπου μαζεύονται όλα τα σφυριά για να χτυπήσουν μαζί. Παρότι δεν αποκλείεται, δε σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει μία πανελλαδική μορφή και οργάνωση αλλά κυρίως σηματοδοτεί την κοινή πεποίθηση ότι όποιος σήμερα παλεύει και τα βάζει με το σύστημα ανήκει εκεί. Υπάρχει σήμερα η πείρα ότι αισθάνονται συντροφικά οι αγωνιστές και αγωνίστριες από τις Σκουριές μέχρι τη Σούδα, από τις εξεγερμένες πλατείες όλης της χώρας μέχρι την αλληλεγγύη στους πρόσφυγες, παρότι δεν έχουν γνωριστεί μεταξύ τους. Όλο αυτό το πολύμορφο δυναμικό παραμένει ακόμα ενεργό και παρόν, ακόμα και αν είναι λιγότερο στο δρόμο από ότι παλιά. Κι όμως, στις κρίσιμες στιγμές των αγώνων, σε όλο αυτό τον κόσμο φούντωνα οι ίδιες ελπίδες, η ίδια αίσθηση ότι πρέπει να γίνουμε πιο ισχυροί, ότι πρέπει να νικήσουμε, ότι δεν έχουμε πει την τελευταία μας λέξη. Αυτή η κοινή αίσθηση και ανάγκη δε μπορεί να συγκρατείται άλλο, μπορεί και πρέπει να συμπαρασύρει τους υπάρχοντες σχηματισμούς και επιτελεία των πολιτικών δυνάμεων. Η μαζική είσοδος στο προσκήνιο των πλατιών μαζών του αγώνα που αναζητούν πολιτική διέξοδο και στράτευση θα αλλάξει τα δεδομένα.

3.4. Το αντικαπιταλιστικό- αντιιμπεριαλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα   

Το βασικό πεδίο συσπείρωσης δυνάμεων για το αναγκαίο κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο ανατροπής, είναι το σύγχρονο μεταβατικό πρόγραμμα. Δεν αποτελεί απλά ένα σύνολο στόχων, αλλά μια συνολική μεθοδολογία, έναν οδηγό για τους αγώνες και τα κινήματα που ξεκινά από τον πιο άμεσο στόχο για την επιβίωση, περνά από τους κεντρικούς άξονες της ανατροπής και φτάνει μέχρι τους βαθύτερους σοσιαλιστικούς, κομμουνιστικούς μετασχηματισμούς.

Βασικοί άξονές του είναι οι παρακάτω:

  • Διαγραφή του ληστρικού χρέους, που μεταφέρει πλούτο από το λαό στα ιμπεριαλιστικά κέντρα ΕΕ ΔΝΤ και τις τραπεζικές επιχειρηματικές ελίτ. Μονομερής κατάργηση όλων των Μνημονίων, των δανειακών συμβάσεων και των εφαρμοστικών νόμων που τις συνοδεύουν.
  • Εθνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων αντί για ιδιωτικοποιήσεις και ξεπούλημα του δημόσιας περιουσίας. Αντικαπιταλιστική παραγωγική ανασυγκρότηση με κεντρικό σχεδιασμό προς όφελος των λαϊκών αναγκών και όχι της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Νέος ποιοτικός δημόσιος τομέας και νέοι αυτοδιαχειριστικοί πειραματισμοί που δρουν συμπληρωματικά στον κεντρικό σχεδιασμό.
  • Ριζική βελτίωση της θέσης των εργαζομένων σε βάρος του κεφαλαίου, με αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, μείωση του χρόνου εργασίας, δουλειά σταθερή και με ασφάλιση. Ιδιαιτέρα παλεύουμε για την μείωση της ανεργίας με μαζικές προσλήψεις στο δημόσιο για τις κοινωνικές ανάγκες σε παιδεία, υγεία, υπηρεσίες Δήμων κλπ. Μείωση των χρόνων συνταξιοδότησης και των ωρών εργασίας.
  • Έξοδος/ρήξη με το ευρώ και την ΕΕ. Απελευθέρωση από το καθεστώς επιτροπείας από ΕΕ και ΔΝΤ. Έξοδος από το ΝΑΤΟ. Καμία νατοϊκή βάση στην Ελλάδα. Οι ιμπεριαλιστικοί-νατοϊκοί σχεδιασμοί στην περιοχή μας μόνο δεινά και πόλεμο μπορούν να φέρουν. Να σπάσει ο επικίνδυνος άξονας ΗΠΑ-Ισραήλ - Αίγυπτου. Αντιιμπεριαλιστική εθνική αυτοδιάθεση, εργατική και λαϊκή κυριαρχία, ανατροπή της αντιδραστικής πολιτικής και όσων την υλοποιούν σε Ελλάδα και Τουρκία.
  • Προώθηση της λογικής και μορφών εργατικής αυτοδιαχείρισης. Η αυτοδιεύθυνση των εργατών/τριων είναι ταυτόχρονα στρατηγικός στόχος και τακτική. Η παραγωγή είναι ο χώρος όπου, ο καπιταλισμός, εξακολουθεί να είναι ο απόλυτος εξουσιαστής αλλά συνάμα κι ο θεμέλιος λίθος της ανατροπής του. Η αυτοδιαχείριση χάνει κάθε συγκρουσιακό-ανατρεπτικό περιεχόμενο όταν η διαδικασία μετάβασης στο σοσιαλισμό εγκαταλείπεται στους αδηφάγους νόμους της αγοράς. Αντίθετα, ως εργαλείο μετάβασης, εκπαιδεύει τον εργατολαϊκό κόσμο στη λογική του ''όλη η εξουσία στα σοβιέτ'' καθώς και σε πρόσκαιρες, αλλά απόλυτα αναγκαίες, μορφές δυαδικής εξουσίας, ενώ διασφαλίζει την επίλυση άμεσων βιοποριστικών προβλημάτων. Οι αυτοδιαχειριζόμενες μονάδες στην παραγωγή απαντούν εν μέρει στο ερώτημα ποιος παράγει τι και για ποιόν ενώ αμφισβητείται βάσιμα και ανατρέπεται στην πράξη ο από τα πάνω επιβαλλόμενος καταμερισμός εργασίας.
  • Υπεράσπιση της ειρήνης, ενάντια στον πόλεμο και τον ιμπεριαλισμό, τους ανταγωνισμούς των αστικών τάξεων. Παλεύουμε ενάντια στον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό που είναι αντιδραστικός. Καμία ιμπεριαλιστική παραχάραξη των συνόρων. Καμία εξόρυξη και εμπλοκή στην ΑΟΖ υπό ιμπεριαλιστές πατρόνες. Ο φυσικός πλούτος ανήκει στους λαούς και όχι στους ιμπεριαλιστές και τα πολυεθνικά μονοπώλια. Να μη συρθεί η χώρα σε πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς. Μόνο μια γνήσια αντιιμπεριαλιστική στάση μπορεί να προκαλέσει την αποφασιστικότητα, την ηθική υπεροχή και αλληλεγγύη από τους λαούς όλου του κόσμου. Το δίκιο ενός λαού που παλεύει για την ειρήνη, τη φιλία και την κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη μπορεί να αποτρέψει την όποια τουρκική επιθετικότητα, όχι οι ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ, η ΕΕ και σχεδιασμοί τους στην περιοχή.
  • Δίκαιη βιώσιμη λύση στο Κυπριακό για ενιαία, ανεξάρτητη, αντιιμπεριαλιστική, δημοκρατική Κύπρο, χωρίς κατοχή, χωρίς ελληνικό και τουρκικό στρατό, «εγγυητές» και αγγλικές η άλλες βάσεις, με εξασφαλισμένα τα δικαιώματα των λαών της Κύπρου να αποφασίσουν για την τύχη τους. Όχι στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στα Βαλκάνια. Παλεύουμε ενάντια στον εθνικισμό που προσπαθεί να σηκώσει κεφάλι με αφορμή το «όνομα της Μακεδονίας». Να μην αφήσουμε το ΝΑΤΟ, την ΕΕ και την ελληνική κυβέρνηση να γίνουν ο «νονός» των Βαλκάνιων. Σεβασμός στην πολυεθνικότητα του ιστορικού χώρου της Μακεδονίας, σεβασμός στο δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού των λαών της, αμοιβαία συμφωνία για το όνομα στις διμερείς και διεθνείς σχέσεις χωρίς την κηδεμονία του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, ενάντια στις αστικές τάξεις. Ίσα πολιτικά και θρησκευτικά δικαιώματα στις μειονότητες.
  • Καμία ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση των δημόσιων αγαθών. Εθνικοποίηση χωρίς αποζημίωση, με εργατικό και κοινωνικό έλεγχο όλων των τραπεζών και των μονάδων στρατηγικής σημασίας, λειτουργιά τους για τις κοινωνικές ανάγκες. Να περάσουν στα χέρια των εργατών με στήριξη των εργατικών καταλήψεων μονάδων που εγκαταλείπουν οι καπιταλιστές.
  • Τερματισμό των κατασχέσεων, των πλειστηριασμών, της οικονομικής βία σε βάρος της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Κατάργηση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, νομοθετική κατοχύρωση του ακατάσχετου της πρώτης λαϊκής κατοικίας, διαγράφη των χρεών ανέργων και φτωχών προς τράπεζες, κράτος, δήμους, ταμεία. Κατάσχεση της περιουσίας των καπιταλιστών που κλείνουν επιχειρήσεις η και αφήνουν απλήρωτους εργαζόμενους και ασφαλιστικά ταμεία.
  • Δουλειά στους ανέργους και πολύπλευρη στήριξη τους ενάντια στη μάστιγα της ανεργίας.
  • Ριζική αύξηση της φορολόγησης του πλούτου, του κεφαλαίου, των εφοπλιστών και της εκκλησιάς. Αγώνας ενάντια στη φοροληστεία εργαζομένων και φτωχών.
  • Υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργατών γης, στήριξη της μικρής και μεσαίας αγροτιάς και των πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών της, στην κατεύθυνση της φτηνής και ποιοτικής αγροτοδιατροφικης επαρκείας του λάου.
  • Πάλη για τις δημοκρατικές ελευθερίες και τα πολίτικα και κοινωνικά δικαιώματα της εποχής μας ενάντια στην πολιτική αντίδραση. Πάλη ενάντια στην ιδεολογική τρομοκρατία του κεφαλαίου και των ιδιοκτήτων ΜΜΕ.
  • Δικαιώματα, άσυλο, ελευθερίες για προσφυγές και μετανάστες, ενάντια στη γελιοποίηση, τις απελάσεις και τη δολοφονική αντιμετώπιση τους από ΕΕ και κυβέρνηση. Κάτω η ρατσιστική συμφωνία ΕΕ-Τουρκιάς-Ελλάδας.
  • Πάλη για τη συντριβή των φασιστικών και ρατσιστικών συμμοριών, της Χρυσής Αυγής και των κρατικών και επιχειρηματικών στηριγμάτων της.
  • Δημοσιά, δωρεάν, ελεύθερη και καθολική για όλους και όλες, πρόσβαση σε παιδεία, υγεία, πρόνοια για όλους (ντόπιους, προσφυγές και μετανάστες).
  • Καθολική πρόσβαση όλων στο δημόσιο σύστημα υγείας-πρόνοιας με την εθνικοποίηση των ντόπιων φαρμακοβιομηχανιών για την απρόσκοπτη πρόσβαση κάθε πολίτη στο φάρμακο και την διασφάλιση της πρόσβασης στις νέες ιατρικές τεχνολογίες και τεχνητά μέσα  σε κάθε πολίτη με αναπηρία και χρόνιο νόσημα για την όσο το δυνατόν μέγιστη αυτονομία τους και ένταξή τους στην εργασία, στην εκπαίδευση, στον πολιτισμό. 
  • Σύγκρουση με την καταπίεση και το σεξισμό, ενάντια σε κάθε μορφή διάκρισης και βίας λόγω φύλου-σεξουαλικού προσανατολισμού ή αναπηρίας. Ενάντια στις προκαταλήψεις και τις ρατσιστικές διαιρέσεις.

 

4 Ο «στρατός της ρήξης». Για την αντεπίθεση των αγώνων, για την αναγέννηση των κινημάτων

 

4.1 Η ταξική αναμέτρηση στο επίκεντρο. Ενότητα για την ανατροπή και τη χειραφέτηση

Το πρώτο και μεγαλύτερο στοίχημα της εποχής είναι η ανασυγκρότηση και αντεπίθεση του κινήματος. Τα τελευταία χρόνια, παρά τις λίγες σημαντικές κινηματικές εξάρσεις, το γενικό επίπεδο της κοινωνικής σύγκρουσης είναι σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα από τη δεκαετία 2006- 2015 και ειδικά από την εξεγερτική τριετία 2010-2012. Σημάδια μιας νέας ανάτασης εμφανίζονται το τελευταίο διάστημα (αγώνες εκπαιδευτικών και φοιτητών, συμβασιούχων στους Δήμους, κινήσεις ενάντια σε απολύσεις κ.α) και είναι κρίσιμο να διευρυνθούν.

Η γενική ενδυνάμωση κάθε κινηματικής προσπάθειας είναι αναγκαίος όρος για μια συνολική αναμέτρηση με νικηφόρα προοπτική. Ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιδιώκουμε να στηρίξουμε και πρωταγωνιστήσουμε σε κάθε μικρή και μεγάλη μάχη και ταυτόχρονα να ενισχύσουμε τις τάσεις γενίκευσης του αγώνα, ενότητας με κάθε αγωνιζόμενο κομμάτι της κοινωνίας και διαμόρφωσης ενός συνολικότερου περιεχομένου αντικαπιταλιστικής στόχευσης. Η νίκη στη μεγάλη μάχη που έχουμε μπροστά μας απαιτεί τη μέγιστη δυνατή συσπείρωση δυνάμεων, τη συγκρότηση του «στρατού της ρήξης», ενός αναβαθμισμένου και ενοποιημένου κοινωνικού υποκειμένου ανατροπής και δημιουργίας.

Η βάση συγκρότησης αυτού του στρατοπέδου, είναι η ταξική αναμέτρηση και πάλη, ως πηγή της ιστορικής κίνησης της ιστορίας και κεντρικός πυρήνας της κρίσης και της προσπάθειας υπέρβασή της προς το όφελος της εργατικής τάξης και των σύμμαχων στρωμάτων. Η ταξική πάλη έχει ευρεία και ιστορική σημασία και καρδιά της είναι το ταξικό και αγωνιστικό συνδικαλιστικό κίνημα και ο οικονομικός αγώνας. Αλλά δεν περιορίζεται μόνον εκεί. Πλευρές της ταξικής αναμέτρησης αναδεικνύονται και σε κινήματα που δεν εδράζουν στο χώρο δουλειάς αλλά έχουν άμεση σχέση με την επιδίωξη του κεφαλαίου για διατήρηση και αύξηση της κερδοφορίας του γενικώς και ειδικότερα μέσα στην κρίση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί τέτοιοι αγώνες να βρεθούν στην πρώτη γραμμή της αναμέτρησης. Οι αγώνες για θέματα επιβίωσης όπως οι πλειστηριασμοί, οι δομές αλληλεγγύης και τα χαράτσια, οι αγώνες για την πόλη και το περιβάλλον, όπως στις Σκουριές και το Ελληνικό είναι τέτοιες περιπτώσεις. Ειδικά στην Ελλάδα, κέντρο της ταξικής πάλης έγιναν συχνά κεντρικά πολιτικά αιτήματα και αγώνες, όπως π.χ. στην περίπτωση του δημοψηφίσματος.

Η ταξική διάσταση διατρέχει κάθε αγώνα, αλλά δεν αποτελεί τη μόνη επί της οποίας συγκροτούνται σημαντικοί αγώνες. Εντός της κρίσης, μάλιστα, έχουν ενισχυθεί τόσο η ένταση των διάφορων επιπέδων διαιρέσεων (βάση του φύλου, της φυλής, του σεξουαλικού προσανατολισμού, αναπηρίας ή και άλλων διακρίσεων), όσο και η ισχύς των αγώνων των πολλαπλών υποκειμένων καταπίεσης και εκμετάλλευσης. Η ανάδειξη της διαπλοκής μεταξύ ταξικών αντιθέσεων και των άλλων πολλαπλών επιπέδων ανισότητας δεν πρέπει να αναιρεί την αυτοτελή σημασία διεκδικήσεων και αγώνων που εκδηλώνονται.

Το μεγάλο και δύσκολο στοίχημα είναι η συνεύρεση, ενοποίηση των επιμέρους κόσμων, υποκειμένων, κινημάτων, διεκδικήσεων και ελπίδων, σε ένα συνεκτικό και ταυτόχρονα συμπεριληπτικό κίνημα ανατροπής και χειραφέτησης. Δεν είναι απλός και εύκολος στόχος. Απαιτείται μια συνειδητή προσπάθεια διαμόρφωσης ενός «εμείς» του αγώνα και της ελπίδας που δε θα υποτάσσει κάθε ειδική πάλη σε μια εξισωτική γενική, αλλά ούτε θα αποθεώνει τον κατακερματισμό του επί μέρους αγώνα για ξεκομμένα δικαιώματα.

4.2 Μετωπική πολιτική πρώτα από όλα στο κίνημα

Η μετωπική πολιτική, για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ξεκινά πρώτα από όλα από το κίνημα, από τους αγώνες. Δεν είναι μετωπική πολιτική, μόνο οι συμφωνίες των πολιτικών οργανώσεων. Μετωπική πολιτική είναι η λογική της μέγιστης συγκέντρωσης δυνάμεων σε κάθε επίπεδο, για κάθε ζήτημα. Από την καθημερινή μάχη για την επιβίωση και την αξιοπρέπεια, μέχρι τον ορίζοντα της κομμουνιστικής κοινωνικής απελευθέρωσης, απαιτούνται πολλαπλές και διαρκώς μετασχηματιζόμενες «μετωπικές πολιτικές».

Βάση της λογικής μας, είναι το σύνθημα «Όλοι και όλες μαζί για την ανατροπή». Όσες περισσότερες δυνάμεις, πολιτικές και κοινωνικές, μπορούν να ενώνονται για να δίνουν μαζί κάθε αγώνα με ανατρεπτικό περιεχόμενο και προοπτική τόσο το καλύτερο. Οι αγωνιστές και αγωνίστριες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα είναι εκεί για να συμβάλλουν στην ενότητα, την αντοχή και το ανατρεπτικό περιεχόμενο των αγώνων. Για να δείξουν τους δρόμους που δε θα χωρίσουν το κίνημα, αλλά ούτε θα το κάνουν ακίνδυνο από άποψη περιεχομένου και μορφής.

Η ήττα των αγώνων των περασμένων χρόνων δείχνουν ότι απαιτείται ένας βαθύς μετασχηματισμός του κινήματος, για να μπορέσει να είναι νικηφόρο, για να ανατρέψει τη λογική της ανάθεσης, της γραφειοκρατίας και της υποταγής στα αστικά σχέδια. Και απαιτείται και από τις δυνάμεις της ανατρεπτικής αριστεράς, που δίνουν την ψυχή τους με αξιοθαύμαστο τρόπο στην καθημερινή πάλη, μια υπέρβαση του εαυτού τους ως προς την αποφασιστικότητα, τη μαχητικότητα στο δρόμο, την τόλμη στη δημιουργία μορφών του κινήματος που να ενισχύσουν την αγωνιστικότητα του κόσμου αλλά και να υποδεχτούν την αυθόρμητη δυναμική που συχνά γεννιέται. Να βρεθούν δίπλα στα πιο πληττόμενα στρώματα και να τα βοηθήσουν να πατήσουν στα πόδια τους.

Πρώτο ζητούμενο είναι, φυσικά, η παρέμβαση στο εργατικό κίνημα.

4.3 Εργατικό κίνημα

Οι αλλαγές που έχει φέρει η μνημονιακή πολιτική, έχουν επιφέρει σημαντικές αλλαγές και στο συνδικαλιστικό κίνημα. Ήδη το 2012 η συνδικαλιστική πυκνότητα ήταν στο 20% στον ιδιωτικό τομέα, με τους κλάδους με μεγαλύτερη συμμετοχή να είναι οι κλάδοι που είχαν ακόμη εργασιακή ασφάλεια, όπως οι ΔΕΚΟ και οι τράπεζες. Το ποσοστό των εργαζόμενων που συμμετέχουν ή είναι μέλη σωματείων έχει συρρικνωθεί περισσότερο τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας μιας σειράς παραγόντων, όπως:

- Τα τεράστια ποσοστά ανεργίας (μάλιστα το μεγαλύτερο μέρος αφορά και μακροχρόνια ανεργία)

- Η έλλειψη σωματείου στον χώρο εργασίας (ειδικά στις μικρές επιχειρήσεις).

- Η μη εγγραφή των εργαζομένων στα σωματείων των χώρων εργασίας τους (με συχνό αποκλεισμό όσων εργάζονται με ευέλικτες μορφές εργασίας)

- Η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων

- Η εργασιακή περιπλάνηση (που εντείνει, ιδιαίτερα για τη νέα γενιά, την αίσθηση της προσωρινότητας)

- Η αντεπίθεση των εργοδοτών τα τελευταία χρόνια (με συχνή εκδίωξη συνδικαλισμένων εργαζομένων, ακόμα και εκλεγμένων αγωνιστών στα σωματεία του ιδιωτικού τομέα)

Πλάι στην προσπάθεια αγωνιστικής αναζωογόνησης των διαδικασιών στα σωματεία όπου ήδη έχουμε παρέμβαση, είναι αναγκαίο να δοθεί έμφαση στην οργάνωση σωματείων σε δύσκολους χώρους, σε χώρους επισφάλειας, την οργάνωση σωματείων στις μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις όπου –με βάση τις αναδιαρθρώσεις της καπιταλιστικής παραγωγής- συγκεντρώνεται πλέον μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης, την προσπάθεια για αξιοποίηση κάθε μικρής και μεγάλης μάχης για τη μαζικοποίηση των συνδικάτων, την προσπάθεια ενοποίησης των εργαζόμενων σε κάθε χώρο δουλειάς ανεξαρτήτως εργασιακής σχέσης, την δημιουργία νέων πολιτικοσυνδικαλιστικών σχημάτων/ παρεμβάσεων αλλά και άλλων μορφών που υποβοηθούν τη δουλειά στο εργατικό κίνημα (πχ εργατικές λέσχες).

Επίσης, κεντρικό είναι το ζήτημα της ιεράρχησης της πάλης για ψωμί και δουλειά. Στη σημερινή συγκυρία, το ενοποιητικό στοιχείο που μπορεί να φέρει σε πρώτη γραμμή τους αγώνες, είτε πρόκειται για εργαζόμενους, ημιαπασχολούμενους ή ανέργους, είτε για μετανάστες ή ντόπιους, είναι η πάλη ενάντια στη φτώχεια, την ανεργία και τη μετανάστευση. Σε κάθε χώρο παρέμβασης αλλά και με κεντρικές καμπάνιες πρέπει να προωθηθούν αιτήματα όπως η αύξηση του επιδόματος ανεργίας και παροχή του στο σύνολο των πραγματικών ανέργων, η μείωση των ωρών εργασίας ώστε να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, η αύξηση των μισθών, η επαναφορά των ΣΣΕ και οι κοινωνικές παροχές (υγεία, παιδεία, ρεύμα, νερό, σπίτι) για τους ανέργους και τους φτωχούς. Τα αιτήματα αυτά για να επιβληθούν στην πράξη με σταθερό και καθολικό τρόπο προϋποθέτουν τη σύγκρουση με το «δημόσιο χρέος», την ΕΕ, το κεφάλαιο –εν ολίγοις απαιτούν όλα τα στοιχεία του αντικαπιταλιστικού προγράμματος. Αυτό προκύπτει μέσα από την πάλη για το ψωμί και τη δουλειά, όσο αυτή προχωράει, ενοποιεί επιμέρους αγώνες (λχ το εργατικό κίνημα με τον αγώνα ενάντια στους πλειστηριασμούς) και πολιτικοποιείται.

Σήμερα, κάτω από το βάρος των δυσμενών συσχετισμών, αυτό που προέχει είναι η επαναδιατυπώση μιας άλλης πρότασης στο εργατικό κίνημα, ικανή να απαντά στις άμεσες ανάγκες των εργαζομένων και ταυτόχρονα να συνδέεται και να γονιμοποιείται από το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα. Χρειάζεται ένας τολμηρός, ολοκληρωμένος ανασχεδιασμός, όπως πολλές φορές πραγματοποίησε το εργατικό κίνημα και οι πρωτοπορίες του στο παρελθόν σε καιρούς οπισθοχώρησης. Μια νέα εργατική- λαϊκή αντεπίθεση με κέντρο στο περιεχόμενό της, τον αγώνα για δουλειά – ψωμί – συνδικαλιστικά δικαιώματα. Αυτό το πολύμορφο, αλλά πολιτικά ενιαίο εργατικό μέτωπο αγώνα θα παλεύει όχι μόνο για την αποκατάσταση των χαμένων εισοδημάτων των εργαζόμενων αλλά θα διεκδικεί αποφασιστικά μείωση των όρων εργασίας, αυξήσεις στους μισθούς, ελεύθερη συνδικαλιστική δράση στους τόπους δουλειάς. Σταθερή επιδίωξη και προοπτική αυτής της επιθετικής άμυνας του Εργατικού Κινήματος αντικειμενικά θα είναι η υπέρβαση του συστήματος, η αντικαπιταλιστική διέξοδος.

Ιδιαίτερη θέση έχει η εκτίμηση για τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία του εργατικού κινήματος. Οι πλειοψηφίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, αλλά και πολλών δευτεροβάθμιων Ομοσπονδιών δεν θέλουν και δεν μπορούν να σχεδιάσουν ή να συντονίσουν αγώνες. Η ΓΣΕΕ, που εκπροσωπεί μόλις το 15% των εργαζόμενων του ιδιωτικού τομέα έχει μετατραπεί σε μια εργοδοτική ένωση, που συναντιέται με την Τρόικα και τους εκπροσώπους των εργοδοτών, αποτελεί «κοινωνικό εταίρο» αντί να οργανώνει την πάλη. Σε σειρά Εργατικών Κέντρων και Ομοσπονδιών η συνδικαλιστική γραφειοκρατία ασχολείται κυρίως με την αναπαραγωγή της με νοθείες, εργοδοτικές και κρατικές παρεμβάσεις, τεράστιες χρηματοδοτικές ενισχύσεις και επιχειρηματικές δραστηριότητες. Η στάση των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ σε σχέση με τον αντιαπεργιακό νόμο, καθώς και στο δημοψήφισμα ανέδειξε ανάγλυφα ότι οι πλειοψηφίες τους είναι ανοιχτά εργοδοτικές και κυβερνητικές. Εξίσου προδοτική αποδεικνύεται και η στάση πολλών Ομοσπονδιών στις δημόσιες επιχειρήσεις που ιδιωτικοποιούνται. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία φαίνεται έτοιμη να «παζαρέψει» τους όρους της ιδιωτικοποίησης (όπως έγινε για παράδειγμα στον ΟΣΕ), παρά να ξεδιπλώσει απεργιακό αγώνα για το σταμάτημά της.

Στο παραπάνω πλαίσιο, δεν αρκεί η λογική της πίεσης προς τις συνδικαλιστικές ηγεσίες για να προχωρήσουν σε απεργιακά βήματα, παρότι και αυτό αποτελεί κομμάτι του σχεδιασμού στο εργατικό κίνημα. Η πάλη όμως είναι για την οργάνωση των αγώνων από τα κάτω, από γενικές συνελεύσεις και απεργιακές επιτροπές, η οργάνωση της ταξικής αλληλεγγύης και ενός ευρύτερου κινήματος διεκδίκησης δημόσιων κοινωνικών αγαθών, που θα προσπερνά τις συνδικαλιστικές ηγεσίες στην πράξη και θα μπορεί να σχεδιάζει απεργιακά και αγωνιστικά βήματα πέρα και έξω από αυτές.

Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα το εργατικό κίνημα αναδεικνύουν σε ζήτημα πρώτης γραμμής το καθήκον της ανασυγκρότησης του, ως βασικής προϋπόθεσης για να ανέβει το επίπεδο συνείδησης, οργάνωσης και πάλης της εργατικής τάξης στο ύψος των σύγχρονων απαιτήσεων της ταξικής πάλης. Για Να πείθονται οι εργαζόμενοι για την αναγκαιότητα ενός άλλου δρόμου υπέρβασης της κρίσης, με κριτήριο τις ανάγκες του λαού, σε αντιπαράθεση με την ΕΕ, τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Σε αυτήν την κατεύθυνση πρέπει να δυναμώνει η παρέμβαση του μετώπου πάλης, που θα συνδυάζει την αποτελεσματική συνολική αντιπαράθεση στην επιθετική στρατηγική του κεφαλαίου, με το πρόγραμμα και στόχους για την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών των εργαζομένων και τη συσπείρωση και προετοιμασία δυνάμεων για μια άλλη πορεία ανατροπής, για ριζικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα αλλά και στο επίπεδο της εξουσίας.

Για την ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος για ένα μαζικό αγωνιστικό εργατικό μέτωπο ανατροπής

Οι εργαζόμενοι/ες και οι δυνάμεις του αγώνα και της διεκδίκησης, δε μπορούν να συνεχίσουν πολυδιασπασμένα και σε μοναχικούς δρόμους, με ξεχωριστά αιτήματα, συγκεντρώσεις και σχέδια. Απαιτείται κοινή δράση. Τώρα είναι ανάγκη περισσότερο από ποτέ να χτίσουμε ένα ανεξάρτητο, μαζικό, αγωνιστικό Εργατικό Μέτωπο Αναμέτρησης και Ανατροπής, που θα συγκρουστεί με την εργοδοσία στους χώρους δουλειάς, με την πολιτική του κεφαλαίου και τους κάθε χρώματος εκπροσώπους της. Που θα ξεκινάει από τους χώρους δουλειάς με επιτροπές αγώνα, ταξικά σωματεία, με στόχο έναν ενιαίο ταξικό συντονισμό στον οποίο οι εργαζόμενοι θα έχουν τον πρώτο λόγο. Που θα εκφράζει τα ταξικά συμφέροντα της εργατικής τάξης και θα παλέψει μέχρι τέλους για αυτά.

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι απαραίτητο εργαλείο η δημιουργία ενός συντονισμού πρωτοβάθμιων σωματείων που θα είναι δημιούργημα των ίδιων των σωματείων, εργατικών συλλογικοτήτων και αγωνιστικών ομοσπονδιών στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της ταξικής αγωνιστικής ενότητας, της ταξικής ανεξαρτησίας του εργατικού κινήματος από το κράτος και την εργοδοσία, που θα οργανώνει  απεργιακά και άλλα κινηματικά βήματα, αποτελώντας ένα διακριτό σε σχεδιασμό, αιτήματα και δημοκρατική λειτουργία ανεξάρτητο ταξικό πόλο στο εργατικό κίνημα. Το συνδικαλιστικό δυναμικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα κινηθεί στην κατεύθυνση ενός τέτοιου συντονισμού σωματείων και συλλογικοτήτων, που θα ενοποιεί όλες τις δυνάμεις της μαχόμενης αριστεράς. Ταυτόχρονα θα συμβάλλει στη διαμόρφωση συντονισμών σωματείων και συλλογικοτήτων/αγωνιστών σε συγκεκριμένες αιχμές, πχ ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του νερού.

Η παρέμβαση στο εργατικό κίνημα το επόμενο διάστημα θα κινηθεί στις εξής κατευθύνσεις

Α) Οικοδόμηση των σωματείων: αναζωογόνηση και μαζικοποίηση των υπαρχόντων σωματείων ή ίδρυση νέων.

Β) Οικοδόμηση ενός δικτύου αγωνιστών της βάσης, που, 1. θα οργανώνει ενωτικά τους αγώνες και θα ασκεί πίεση προκειμένου να προχωρούν αγωνιστικές κινητοποιήσεις, 2. θα δημιουργεί τους όρους ώστε οι κινητοποιήσεις να βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο των ίδιων των εργαζομένων, 3. θα συγκροτεί και θα παλεύει σε κάθε χώρο ένα πρόγραμμα δράσης με ριζοσπαστικά αιτήματα και μορφές πάλης, ένα πρόγραμμα εργατικής αντίστασης και αντεπίθεσης. Η καρδιά ενός τέτοιου δικτύου είναι τα σχήματα, παρεμβάσεις και συσπειρώσεις που ήδη υπάρχουν ή θα δημιουργηθούν σε μια σειρά από χώρους δουλειάς, στα οποία τα δυναμικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ συμμετέχει, τα στηρίζει και στοχεύει στη διεύρυνσή τους με όλο το μαχόμενο δυναμικό των χώρων δουλειάς.

Γ) Τη συστηματική συμπαράσταση και ταξική αλληλεγγύη στους εργατικούς και κοινωνικούς αγώνες, με ενεργοποίηση των δικτύων σε εργατικούς χώρους, γειτονιές και σχολές, για πολιτικοποίηση και γενίκευση των ζητημάτων, με συμβολή στην ενότητα της τάξης. Η πάλη για τα κοινωνικά αγαθά, η συμπαράσταση σε διωκόμενους –απολυμένους αγωνιστές/τριες, η συμπαράσταση σε μια μεγάλη απεργία  ή σε εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης (όπως η ΒΙΟΜΕ), η πάλη ενάντια στους πλειστηριασμούς, η συμπαράσταση και δουλειά με μετανάστες και πρόσφυγες κ.α. Μια ειδική δουλειά είναι η άμεση ανταπόκριση σε περιπτώσεις εργοδοτικής αυθαιρεσίας (με πρόσφατο νικηφόρο παράδειγμα την απόλυση της εγκύου στη Vresnet) για την οποία μπορεί να διερευνηθεί η συγκρότηση μιας πρωτοβουλίας- παρατηρητηρίου εργοδοτικής αυθαιρεσίας και άμεσης παρέμβασης.  

Δ) Τη συγκρότηση του πιο πρωτοπόρου και ταξικού τμήματος σε μια πανελλαδική Ταξική Κίνηση. Που θα είναι ανεξάρτητη από την αστική πολιτική και τις παρατάξεις της στο εργατικό κίνημα, αλλά και από τις αριστερές εργατικές «παρατάξεις» που αναπαράγουν τη γραφειοκρατική, ιεραρχική αντίληψη «κόμμα – παράταξη – συνδικάτο» (ΠΑΜΕ, ΜΕΤΑ κ.α). Μια πραγματική αγωνιστική ταξική ενότητα «φυσικών προσώπων» εργατών και εργαζομένων, που θα συγκροτηθεί στη βάση ενός προγράμματος για τα εργατικά δικαιώματα της εποχής μας, στην κατεύθυνση της απόκρουσης και ανατροπής της επίθεσης, στην προοπτική της κοινωνικής απελευθέρωσης. Μια τέτοια Κίνηση θα παρεμβαίνει σε όλα τα όργανα και τις μορφές του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, θα είναι ο βασικός μοχλός για την ταξική ανασυγκρότηση και το μετασχηματισμό τους, σεβόμενη την αυτοτέλειά και το ρόλο τους στην οργάνωση του οικονομικού και πολιτικού αγώνα της τάξης. Θα συσπειρώνει εργάτες και εργάτριες από τις αριστερές και αντικαπιταλιστικές πολιτικές οργανώσεις και δυνάμεις, αλλά και ευρύτερα, πρωτοπόρους αγωνιστές, νέους, κόσμο της ριζοσπαστικής διανόησης κ.α. Η δημιουργία της θα δώσει δύναμη στα ταξικά και αγωνιστικά σωματεία και στο συντονισμό τους, θα βοηθήσει στην παρέμβαση των ταξικών αντικαπιταλιστικών δυνάμεων σε ομοσπονδίες και Εργατικά Κέντρα και στην πανελλαδική ενοποίησή τους. Θα συντονίσει την παρέμβασή τους στους αγώνες που ξεσπούν. Θα συμβάλει στον πολλαπλασιασμό, στην ενότητα και στον πολιτικό προσανατολισμό  των εργατικών συσπειρώσεων. Μια τέτοια Πανελλαδική Κίνηση θα δώσει νέα ώθηση στις πολιτικοσυνδικαλιστικές ταξικές συσπειρώσεις στα σωματεία και τους κλάδους, ειδικά στον ιδιωτικό τομέα, για να αποκτούν μαζικά χαρακτηριστικά, να κατακτούν την πλειοψηφία των εργατών, να ενοποιούνται μέσα από την  αναγκαία πολυμορφία τους.

Για όλα τα παραπάνω, συγκροτείται συνδικαλιστική γραμματεία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, για να σχεδιάζει κι να συντονίζει την ενιαία παρέμβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο εργατικό κίνημα. Στην ευθύνη της έχει την ετήσια πραγματοποίηση εργατικής συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και την ευθύνη για τη συγκρότηση και λειτουργία των κλαδικών επιτροπών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

4.4 Κίνημα της νέας γενιάς

Ο ρόλος της νέας γενιάς, ειδικά μέσα στην κρίση, είναι ακόμα πιο κρίσιμος. Σε περιόδους ραγδαίων αναδιατάξεων και μετασχηματισμών, σε εποχές που λειτουργούν ως σταυροδρόμια ιστορικής σημασίας, η νεολαία μπορεί να αποτελέσει τον κρίσιμο κριτή των εξελίξεων. Ειδικά στη σημερινή συνθήκη, η αντιδραστική αναδιαμόρφωση των σχέσεων εργασίας θα χαραχτεί πάνω στη νέα βάρδια τη εργατικής τάξης ή αυτή ακριβώς η νέα γενιά θα σημάνει ένα σινιάλο μιας νέας επαναστατικής ελπίδας.

Εκτός από το πειραματόζωο των αντεργατικών τομών, η νέα γενιά αποτέλεσε στο άμεσο παρελθόν και το ζωντανό εργαστήρι κινηματικής έκρηξης και συλλογικής πάλης. Από το κίνημα του 06-07 και την εξέγερση του Δεκέμβρη, τη συμμετοχή στις πλατείες, το συντριπτικά υπέρ του ΟΧΙ ποσοστό, το αντιφασιστικό κίνημα μετά τη δολοφονία Φύσσα μέχρι και πρόσφατες μάχες (π.χ. αδιόριστοι εκπαιδευτικοί, αγώνας για απελευθέρωση Ηριάννας και Τ. Θεοφίλου), η νέα γενιά χρωμάτισε με πρωταγωνιστικό τρόπο το κίνημα. Παρότι είναι αρκετά ασαφή τα ηλικιακά όρια, υπάρχει μια μεγαλύτερη σαφήνεια ως προς ένα άθροισμα κοινών αγωνιστικών εμπειριών και κοινοτήτων αντιλήψεων και αγώνα μεταξύ ενός πολυπληθούς αγωνιστικού κομματιού νέων ανθρώπων. Καθοριστικός παράγοντας στην προσπάθεια ανασυγκρότησης και ανώτερης ενοποίησης του κινήματος της νεολαίας θα είναι και η αυτοτελής συγκρότηση των πιο πρωτοπόρων τάσεων στη νέα γενιά. Χρειάζεται, λοιπόν, και στο επίπεδο της νεολαίας η προσπάθεια για μια ενοποίηση και ανάπτυξη των διαφορετικών υπαρκτών τάσεων και ρευμάτων της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής πάλης και αναζήτησης. Σήμερα αναδεικνύεται η ανάγκη μιας αγωνιστικής πολιτικής κίνησης με επίκεντρο της νέα γενιά.  

Η κίνηση αυτή δεν έρχεται να υποκαταστήσει υφιστάμενα μορφώματα που παρεμβαίνουν στα ζητήματα της ελαστικής εργασίας και ανεργίας, με νεολαιίστικο στίγμα. Αντιθέτως, οι προσπάθειες αυτές είναι πολύ σημαντικές. Πατάνε στην ανάγκη παρέμβασης σε ένα τεράστιο δυναμικό νέων – κυρίως-  ανθρώπων που βρίσκεται σε αυτό το μόνιμο φαύλο κύκλο μεταξύ ανεργίας- ελαστικής εργασίας- επιδόματος κ.α. Υπάρχει ένας πλούτος εμπειριών από προσπάθειες των τελευταίων ετών. Αυτή τη στιγμή, μοιάζει ιδιαίτερα ώριμη η δυνατότητα συμπόρευσης, ενοποίησης και κυρίως ενίσχυσης- μαζικοποίησης των νεολαιίστικων πρωτοβουλιών αυτών στην κατεύθυνση του κοινού αγώνα για τα δικαιώματα της νέας γενιάς στην εργασία και τη ζωή. Σημαντικές είναι και ειδικές καμπάνιες, πρωτοβουλίες που μπορούν να συγκροτούνται σε συνεργασία με εργατικά σχήματα και σωματεία.

Φυσικά, η επιδίωξη είναι η ενότητα και όχι ο ηλικιακός διαχωρισμός των εργαζομένων. Το εργατικό κίνημα θα αναγεννηθεί και μέσα από την ανανέωσή με το πέρασμα στην πρώτη γραμμή της νέας γενιάς που εντάσσεται στην παραγωγή. Αυτό σημαίνει ότι και στα υφιστάμενα σωματεία και συνδικάτα απαιτείται ειδική δουλειά για να γραφτούν οι νέοι και οι νέες, για να συμμετάσχουν στους αγώνες και τα σχήματα κ.α. Η θετική εμπειρία που υπάρχει από την νεολαιίστικου στίγματος εργατική παρέμβαση σε μεγάλους κλάδους είναι σημαντική.

Το φοιτητικό και σπουδαστικό κίνημα έχει αποτελέσει πολλές φορές στο παρελθόν των πρωτεργάτη μεγάλων κοινωνικών αναμετρήσεων. Σήμερα διανύουν μια παρατεταμένη κρίση, το κίνημα αλλά και οι διαδικασίες το φοιτητικού συνδικαλισμού, απόρροια της γενικής κοινωνικής κατάστασης. Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μια σπασμωδική κινητικότητα σε φοιτητικούς συλλόγους πανελλαδικά, που έχει ως σημείο εκκίνησης, τις υλικές ανάγκες επιβίωσης και την εργασιακή προοπτική. Οι στόχοι πάλης του φοιτητικού κινήματος πρέπει να προσαρμοστούν πάνω σε αυτά τα δύο ζητήματα, τη δημόσια δωρεάν παιδεία και την εργασιακή προοπτική. Απαιτείται ευελιξία στη διαμόρφωση προγραμμάτων γύρω από αυτά, στην ιεράρχηση τους ανά κλάδο και σχολή αλλά και στη στοχευμένη σύνδεση τους με την αναγκαία πολιτική προοπτική. Σε αυτή τη κατεύθυνση η συγκρότηση με πανελλαδικά κριτήρια μιας σύγχρονης χάρτας αναγκών αποτελεί αναγκαιότητα. Θα περιλαμβάνει τις ανάγκες που προκύπτουν γύρω από τη δημόσια και δωρεάν παιδεία (σίτιση, στέγαση, συγγράμματα, μεταφορές), την εργασιακή και επαγγελματική προοπτική (μόνιμη και σταθερή δουλειά, αφαίρεση επάρκειας, αλλαγές στο ΤΕΕ) καθώς και την καθημερινή πάλη απέναντι στην εντατικοποίηση των σπουδών και τον καθηγητικό ρεβανσισμό (μαζικά κοψίματα, εμβόλιμη εξεταστική). Προϋπόθεση για κάθε κινηματική ανάταση, είναι η ανασυγκρότηση των συλλόγων και των διαδικασιών τους, η δημιουργία ενός νέου δεσμού των φοιτητών με το μαζικό κίνημα. Θα χρειαστούν πολλοί πειραματισμοί και υπερβάσεις του καθιερωμένου προτύπου φοιτητικού συνδικαλισμού και του τρόπου που πραγματοποιούνται οι γενικές συνελεύσεις και λαμβάνονται αποφάσεις.

Το πιο επιτυχημένο εγχείρημα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στη χώρα, η ΕΑΑΚ, παρότι παραμένει η σημαντικότερη δύναμη μάχης βρίσκεται σε μια βαθιά κρίση και αναμετριέται με ένα πολιτικό τέλμα. Πρώτο μέλημά, είναι η δημιουργία ενός μπλοκ πολιτικής και δημοκρατικής πλειοψηφίας εντός της ΕΑΑΚ με τη βούληση για την αναγκαία υπέρβαση σε όλα τα επίπεδα και στόχο την αναγκαία εκκίνηση ενός πολιτικού διαλόγου σε επίπεδο βάσης με όλες τις μαχόμενες δυνάμεις του φοιτητικού κινήματος, που να αποτυπώνεται και σε κοινές κινηματικές πρακτικές. Μια διαδικασία η οποία στο βαθμό που θα προχωράει ανοιχτά, με τα μάτια στραμμένα στο κίνημα, θα μπορεί με κριτήριο την πολιτική αποτελεσματικότητα και τη μεγαλύτερη συγκέντρωση δυνάμεων, να ξεπερνάει τόσο αγκυλώσεις όσο και λογικές απλών «συγκολλήσεων» πολιτικών πλαισίων. Οι πρωτοπόρες πολιτικές δυνάμεις που μπορούν να συμβάλλουν σε ένα τέτοιο σχέδιο υπάρχουν, όμως είναι κατακερματισμένες και βρίσκονται σε σύγχυση. Είναι η ΕΑΑΚ και οι οργανώσεις της, οι συνεργαζόμενες δυνάμεις της ΕΑΑΚ, η ΑΡΕΝ και το ΑΡΔΙΝ, μικρότερες μαχόμενες τάσεις και ανεξάρτητα αγωνιστικά μορφώματα. Αυτή την περίοδο, η ουσία της μετωπικής πολιτικής είναι η κοινή κατεύθυνση τους στην ανασυγκρότηση των συλλόγων. Αυτό περνάει μέσα από την κοινή συνεργασία τους σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής των συλλόγων (συνελεύσεις, εκλογές, εκδηλώσεις κλπ).

4.5 Η παρέμβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε κρίσιμα κοινωνικά και πολιτικά μέτωπα

4.5.1 Αντιπολεμικό – αντιιμπεριαλιστικό κίνημα

Εκτιμώντας ότι ο πόλεμος αποτελεί τη βασική τάση του συστήματος στη νέα περίοδο που εντασσόμαστε, απαιτείται άμεσα να παρθούν κινηματικές και πολιτικές πρωτοβουλίες, αντίστοιχες της σοβαρότητας του ζητήματος. Στη διαμόρφωση του αναγκαίου προγράμματος λαμβάνουμε υπόψη την ειδική θέση του ελληνικού καπιταλισμού, ο οποίος αποτελεί, ταυτόχρονα, έναν αδύναμο και υποβαθμισμένο κοινωνικό σχηματισμό που, όμως, συμμετέχει στο πιο επιθετικό ιμπεριαλιστικό μπλοκ του πλανήτη (ΗΠΑ-ΕΕ-ΝΑΤΟ) και επιδιώκει να ενισχύσει το ρόλο του, οικονομικά και γεωπολιτικά, στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Στην κατεύθυνση της ήττας των αστικών σχεδιασμών, χρειάζεται να υπερβούμε μία σειρά παθογένειες και να συγκρουστούμε με πολιτικές γραμμές που αδυνατίζουν την ανάπτυξη ενός μαζικού αντιπολεμικού κινήματος. Αναφερόμαστε

α) σε πολιτικές γραμμές που ενσωματώνουν πλευρές της κυρίαρχης αφήγησης είτε του δυτικού ιμπεριαλισμού γενικά –σχετικά, πχ, με την ανάγκη ανατροπής των «δικτατόρων» όπου γης- είτε του ελληνικού καπιταλισμού ειδικότερα — σε σχέση με το «αθώο» ελληνικό κράτος που απειλείται από την τουρκική επιθετικότητα

β) σε πολιτικές γραμμές που υποτιμούν τη σημασία της τάσης του συστήματος προς τον πόλεμο και περιορίζονται σε μία κριτική στην εθνικιστική προπαγάνδα, χωρίς συμβολή στην ανάπτυξη κινήματος

γ) σε ιδιοκτησιακές λογικές που καθηλώνουν το αντιπολεμικό κίνημα στα πλαίσια της μίας ή της άλλης, κομματικά οριοθετημένης πρωτοβουλίας και, εν τέλει, συμβάλλουν στον κατακερματισμό

Από την άλλη, ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ερχόμαστε σε αντιπαράθεση με αυτές τις λογικές στη βάση της ανάλυσης μας αλλά με στόχο να μετασχηματίσουμε δυνάμεις και να ενώσουμε σε νέα προοπτική. Δεν μας νοιάζει να κατοχυρωθούμε, στη συνείδηση μας, ως η μόνη συνεπής, διεθνιστική και αντιπολεμική δύναμη. Παρεμβαίνουμε μετωπικά για να κερδίσουμε δυνάμεις σε ένα από τα πιο κρίσιμα ζήτημα της περιόδου. Προτείνουμε τη συγκρότηση ενός μαζικού και ενωτικού αντιπολεμικού συντονισμού που θα επιδιώξει να συγκεντρώσει τα πλειοψηφικά κομμάτια της εργατικής τάξης και της νεολαίας που δεν παρασύρονται από τις σειρήνες του πολέμου, οργανωμένα τμήματα του μαζικού κινήματος (σωματεία, σύλλογοι, ομοσπονδίες), τις επι μέρους πρωτοπορίες του κινήματος (σχήματα, συνδικαλιστές) και το μεγαλύτερος μέρος των δυνάμεων της Αριστεράς και της αντιιμπεριαλιστικής Αναρχίας. Στόχος ενός τέτοιου συντονισμού  είναι η ανάπτυξη πολιτικού λόγου και δράσης που θα συγκρούεται με την κυρίαρχη προπαγάνδα και θα αποτρέπει στην πράξη τις πολεμικές προετοιμασίες.

Ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ προτείνουμε ως βάση ενός τέτοιου συντονισμού το παρακάτω πρόγραμμα, το οποίο θα επεξεργαζόμαστε διαρκώς στην πορεία, με συνθετικό-ενωτικό πνεύμα.

Α) Αγώνας για ειρήνη και συναδέλφωση των λαών της Ανατολικής Μεσογείου

Β) Διεθνιστική πάλη για ανακοπή της πολεμικής προετοιμασίας. Να σταματήσει η κούρσα των εξοπλισμών – ανάπτυξη της ελεύθερης συνδικαλιστικής δράσης μέσα στο στρατό.

Γ) Έξοδος από το ΝΑΤΟ, κλείσιμο των βάσεων και απεμπλοκή του ελληνικού στρατού από όλους τους νατοϊκούς σχεδιασμούς. Ανάπτυξη ειρηνικών- αγωνιστικών σχέσεων με τους λαούς που υφίστανται νατοϊκή κατοχή ή βιώνουν οποιαδήποτε ανάμειξη του δυτικού ιμπεριαλισμού στο εσωτερικό των χωρών τους. Καμία ιμπεριαλιστική επαναχάραξη των συνόρων.

Δ) Απεμπλοκή της Ελλάδας από τον άξονα με Κύπρο-Ισραήλ. Καταδίκη του κράτους-τρομοκράτη και ολόπλευρη στήριξη του Παλαιστινιακού αγώνα.

Ε) Καμία συμμετοχή σε ενδεχόμενο Ευρωστρατό – διεθνιστικός αγώνας για αποτροπή της δημιουργίας του.

 

 

 

4.5.2 Δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες – αντιφασιστικός αγώνας

Η όξυνση της αυταρχικής στροφής του αστικού κράτους τείνει να παγιωθεί και διαμορφώνεται ένα νομικό-πολιτικό οπλοστάσιο των από πάνω ενάντια στο μαζικό κίνημα και τους αγωνιστές. Την ίδια στιγμή, η έξαρση του εθνικισμού –που εκπορεύεται από τα μεγάλα αστικά κόμματα- καλλιεργεί το έδαφος για την επιθετική ανασυγκρότηση φασιστικών ομάδων και της Χρυσής Αυγής. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στηρίζει έμπρακτα όλους τους αγώνες που στρέφονται ενάντια στον κρατικό αυταρχισμό και τη φασιστική απειλή, από τις συνελεύσεις για την Ηριάννα, τον Περικλή και τον Τάσο Θεοφίλου, το κίνημα και το κίνημα υπεράσπισης των δικαιωμάτων στους πολιτικούς κρατούμενους μέχρι την υπεράσπιση αγωνιστών από μηνύσεις και το πολύμορφο μαχητικό αντιφασιστικό κίνημα που έχει περιορίσει τη δράση της ΧΑ στις πιο λαϊκές γειτονιές της Αθήνας. Η πάλη ενάντια στο φασισμό και η μαχητική αντιπαράθεση με τις ναζιστικές συμμορίες, αποτελεί μια από τις πιο κεντρικές πλευρές του κινήματος στην Ελλάδα.

Χρειάζεται να τεθούν τα αιτήματα αυτών των αγώνων μέσα στους μαζικούς χώρους των εργαζομένων και της νεολαίας και να συνδεθούν με τις δράσεις των κοινωνικών φορέων. Είναι προϋπόθεση για την ύπαρξη και δράση του μαζικού κινήματος το να υπερασπιστεί τους αγωνιστές και τις πιο ριζοσπαστικές πρακτικές που αναπτύσσονται και φέρνουν αποτελέσματα. Αναγκαία πλευρά αυτής της διαδικασίας είναι η υπέρβαση του κατακερματισμού, καταρχάς των ίδιων των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με στόχο όσο γίνεται πλατύτερες συσπειρώσεις .

Επιπλέον, υπάρχει ανάγκη μία συνένωση των πιο πρωτοπόρων τμημάτων από όλα τα επιμέρους κινήματα σε μία μετωπική κίνηση για τα δημοκρατικά δικαιώματα και την αντιφασιστική πάλη. Μία τέτοια κίνηση δεν θα υποκαταστήσει τους αγώνες αλλά θα συμβάλλει σε αυτούς ποικιλότροπα: από την παροχή δικαστικής υποστήριξης, την οργανωτική ενίσχυση και σχέδιο απέναντι στην κρατική καταστολή και τα τάγματα εφόδου μέχρι πολιτικές επεξεργασίες για την προώθηση της αστικής επίθεσης.  Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ  θα συμβάλλει με τον πιο ολοκληρωμένο τρόπο σε μία τέτοια κίνηση με τις θέσεις της, τη στήριξη της και τα μέλη της που έχουν αναπτύξει σημαντική δράση σε αυτά τα πεδία.

4.5.3 Δικαίωμα στην πόλη και το περιβάλλον

Ο αγώνας για το δικαίωμα στην πόλη, όπως και αναμετρήσεις με επίκεντρο την περιβαλλοντική δικαιοσύνη, αποτελούν καθοριστικές πλευρές της συνολικής αναμέτρησης στην Ελλάδα και διεθνώς. Ειδικά στα χρόνια της κρίσης, όλο και περισσότερο το κεφάλαιο επιστρέφει στη γαιοπρόσοδο και στην υφαρπαγή γης και φυσικών πόρων για την διατήρηση της κερδοφορίας του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι αγώνες με αυτό το επίκεντρο γίνονται όλο και πιο συχνοί, ισχυροί, μαζικοί και άμεσα συνδεδεμένοι με την ταξική αναμέτρηση. Άλλωστε, η μνημονιακή πολιτική έχει βασικό πυλώνα της, το ξεπούλημα της δημόσιας γης, περιουσίας και πόρων. Επίσης, τα προγράμματα λιτότητας συνδέονται άρρηκτα με τη μείωση της προστασίας και την όξυνση και την χωρικών και περιβαλλοντικών ανισοτήτων. Οι πρόσφατες πλημμύρες στη Μάνδρα ανέδειξαν την πραγματικότητα της βαθιάς ταξικότητας των περιβαλλοντικών καταστροφών, καθώς οι φτωχότερες περιοχές της Δυτικής Αττικής είναι και αυτές που συγκεντρώνουν το σύνολο της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ιεραρχεί ιδιαίτερα ψηλά τους αγώνες για την υπεράσπιση του φυσικού περιβάλλοντος και της ζωής (με πιο εμβληματικό τα τελευταία χρόνια αυτόν στις Σκουριές) και συμμετέχει με ακόμα μεγαλύτερη αποφασιστικότητα.  

Εξίσου σημαντικοί είναι οι αγώνες στην πόλη και τις γειτονιές. Ειδικά στην Αττική, οι γειτονιές της Αθήνας γίνονται το πεδίο που ξεδιπλώνονται τα σχέδια των νέων ολιγαρχών σε άμεση σύνδεση με τη μνημονιακή πολιτική προσέλκυσης επενδύσεων. Η τεράστια έκταση του Ελληνικού, το γήπεδο στη Νέα Φιλαδέλφεια, τα νέα σχέδια για το ΟΑΚΑ, είναι μερικά μόνο παραδείγματα. Επίσης, στις γειτονιές είναι που αποτυπώνονται με τους πιο έντονους τρόπους πολλές κεντρικές πλευρές της κοινωνικής αναμέτρησης. Η μάχη για τους πλειστηριασμούς, η κοινωνική καταστροφή από τις διαρκείς περικοπές, η διάλυση των δημοτικών υπηρεσιών και η επέκταση του μοντέλου των συμβασιούχων στους Δήμους, είναι μερικές από αυτές. Για τους λόγους αυτούς, η μάχη στις γειτονιές και τους Δήμους βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Η σημερινή κατάσταση του κινήματος είναι προβληματική. Με εξαίρεση κάποιες περιοχές που διατηρείται ένα ευρύτερο αγωνιστικό δυναμικό και στηρίζει το κίνημα και τα αριστερά-αντικαπιταλιστικά σχήματα, κατά βάση επικρατεί υποχώρηση και αποσυγκρότηση.  Το επόμενο διάστημα επιδιώκουμε να έρθουμε σε επαφή με κάθε αγωνιστική πρωτοβουλία για να υπάρξει αναθέρμανση του κινήματος στις γειτονιές μέσα από πλατιές πρωτοβουλίες αγώνα όπου θα πρωτοστατήσουν τα μέλη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και οι δημοτικές κινήσεις που στηρίζει. Επιπλέον, στη βάση ευρύτερων ριζοσπαστικών ανακατατάξεων μέσα στη μαχόμενη αριστερά, αναδεικνύεται η δυνατότητα για ευρύτερες μετωπικές- κινηματικές συσπειρώσεις σε πολλούς σημαντικούς Δήμους, πόλεις και περιφέρειες. Με αυτό το πρίσμα θα εκκινήσει και η συζήτηση για τις προσεχείς αυτοδιοικητικές εκλογές.

4.5.4 Μεταναστευτικό – προσφυγικό

Η τραγωδία στο Αγαθονήσι μας υπενθύμισε βίαια ότι η προσφυγική κρίση δεν έχει τελειώσει και ότι η Ευρώπη-φρούριο και η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας βρίσκονται στη θέση τους, οδηγώντας στην απώλεια εκατοντάδων ζωών κάθε χρόνο. Την ίδια στιγμή, το ελληνικό κράτος, υπό τις οδηγίες και τη χρηματοδότηση της ΕΕ, έχει παγιώσει τις πιο βάρβαρες συνθήκες ζωής για πρόσφυγες και μετανάστες μέσα στα κέντρα κράτησης. Ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ, χρειάζεται να ανταποκριθούμε στη νέα κατάσταση που έχει διαμορφωθεί και στα αντίστοιχα σύνθετα καθήκοντα. Από τη μία, χρειάζεται κατεξοχήν πολιτικός αγώνας ενάντια στη Συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας, σε όλες τις Συνθήκες της ΕΕ που σκοτώνουν τους μετανάστες στα σύνορα ή τους εγκλωβίζουν σε ορισμένες χώρες. Ο αγώνας αυτός συνδυάζεται με τον αντιπολεμικό αγώνα για ειρήνη στη Μέση Ανατολή και την Αφρική, για ήττα των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων που γεννάνε τα κύματα ξεριζωμένων.

Από την άλλη, απαιτείται ανάπτυξη κοινωνικού κινήματος για να ενταχθούν οι πρόσφυγες και οι μετανάστες στις πόλεις, να ζήσουν μαζί με τους ντόπιους. Σε αυτό το πλαίσιο, συνδυάζουμε την πάλη για κατάργηση όλων των κέντρων κράτησης με τον αγώνα για να στηριχθούν οικονομικά οι πρόσφυγες και οι μετανάστες και να ζήσουν όπου θέλουν. Κομμάτι αυτής της πάλης αποτελεί η δημιουργία νέων καταλήψεων στέγης και η στήριξη των υπαρχόντων που φιλοξενούν τους πρόσφυγες και αναπτύσσουν αγωνιστικούς δεσμούς ντόπιων-μεταναστών.

4.5.5 Γυναικείο – ΛΟΑΤΚΙ+

Η άνοδος των αγώνων του φεμινιστικού και ΛΟΑΤΚΙ+ κινήματος δείχνουν τη δυναμική που αναπτύσσεται ενάντια σε όλες τις μορφές έμφυλης καταπίεσης, οι οποίες διαπλέκονται όλο και πιο στενά με την οικονομική κρίση και τις ταξικές ανισότητες και, ταυτόχρονα, έχουν μία σχετική αυτοτέλεια από αυτές.. Μέσα από μία πολύμορφη συγκρότηση, τα κινήματα αυτά ανέδειξαν την έμφυλη βία και την πατριαρχική καταπίεση, συγκρούστηκαν με τις πολιτικές του αποκλεισμού και συνδέθηκαν με το εργατικό κίνημα σε περιπτώσεις όπως οι απολύσεις εγκύων. Μεγάλο μέρος της Αριστεράς είτε υποτιμά αυτά τα κινήματα είτε στρέφεται ανοιχτά εναντίον τους. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν βλέπει φοβικά αυτά τα κινήματα και στέκεται αντίθετη με αντιλήψεις εντός της Αριστεράς και της Αναρχίας που τα επικρίνουν για τον κατακερματισμό του μαζικού κινήματος, ούτε υποτάσσεται στις αστικές φιλελεύθερες λογικές εντός των κινημάτων αυτών.  Αντιθέτως, για εμάς η άνοδος αυτών των κινημάτων αποτελεί αναγκαία πλευρά της συγκρότησης ενός μαζικού κοινωνικού μπλοκ της ανατροπής υπό την ηγεμονία της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων τμημάτων εντός της. Η πάλη για τα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, η σύγκρουση με την πατριαρχία σε όλες τις μορφές της, θεσμικές και μη, αποτελούν αναγκαίες συνθήκες για την ενότητα του μαζικού κινήματος.  Στηρίζουμε όλους τους αγώνες που ξεσπάνε, ενισχύουμε τις αντίστοιχες ομάδες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά και συμμετέχουμε σε ευρύτερες κοινωνικο-πολιτικές συσπειρώσεις που έχουν μετωπικό χαρακτήρα και ριζοσπαστική πρακτική και λόγο.

4.5.6 Για το Κίνημα των ανθρώπων με αναπηρία και χρόνιες παθήσεις. 

Η οικονομική κρίση, ο συνεχής φόβος της φτώχειας και της ανεργίας σε συνδυασμό με περιβαλλοντικούς και διατροφικούς παράγοντες, αυξάνουν με ταχύτατους ρυθμούς το ποσοστό των αναπήρων και χρονίως πασχόντων που προέρχονται κυρίως από τον κόσμο της εργασίας. Στην εποχή των ραγδαίων ιατροτεχνολογικών εξελίξεων και των θεραπευτικών μεθόδων, ανάπηροι και χρόνια πάσχοντες, εντάσσονται στο ενεργό εργατικό δυναμικό αποτελώντας έτσι ένα σημαντικό τμήμα του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού που αποσιωπείται σκοπίμως από τις κυβερνήσεις. Παρόλα αυτά ο  κόσμος της αναπηρίας, σωματικής, πνευματικής, ψυχικής, έρχεται αντιμέτωπος με τη φτώχεια και την εξαθλίωση που επιβάλλουν οι πολιτικές μείωσης των κονδυλίων για την υγεία –πρόνοια. Οι διεθνείς συμβάσεις για τα δικαιώματα των ανθρώπων με αναπηρία, ενσωματώνονται στα εθνικά δίκαια αλλά μένουν ανεφάρμοστες μπροστά στις επιταγές για εξοντωτικές οικονομικές πολιτικές. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στέκεται δίπλα σε όλα τα κινήματα των ανθρώπων με αναπηρία που έχουν γεννηθεί εδώ και δεκαετίες και χαρακτηρίζονται για την πολυμορφία τους και την ποικιλότητα των αναγκών τους. Το αναπηρικό κίνημα έχει θέσει τις βάσεις για την κοινωνική, δικαιωματική προσέγγιση της αναπηρίας μακριά από στείρες ιατροκεντρικές λογικές. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ καλείται να δώσει τον ταξικό βηματισμό στους αγώνες των αναπήρων που έχουν μπει στο στόχαστρο των νέων ακροδεξιών θεωριών που σε τίποτα δεν υπολείπονται τις σκοταδιστικές θεωρίες και τις πρακτικές των ναζιστικών ταγμάτων και του Μέγκελε.

Έχουμε χρέος να ανοίξουμε τον ορίζοντα για την κοινωνική πολιτισμική πρόοδο, για το χτίσιμο μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας μακριά από ρατσιστικές αντιλήψεις, στερεότυπα και προκαταλήψεις που αφορούν και στην αναπηρία. Αγωνιζόμαστε, από τώρα χωρίς να εναποθέτουμε μια τέτοια συζήτηση  στο μέλλον:

  • Για την ένταξη των αναπήρων και χρονίως σωματικά ψυχικά πασχόντων στον κόσμο της εργασίας και την ένταξη τους στα ταξικά εργατικά σωματεία. Για τη διασφάλιση κάθε εργαζόμενου με αναπηρία ή χρόνια πάθηση  στη θέση εργασίας του και την αποτροπή λογικών κοινωνικού αυτοματισμού στο οποίο οδηγούνται οι εργαζόμενοι βλέποντας τους συναδέλφους τους με αναπηρία ως εχθρούς.
  • Για την προώθηση των αιτημάτων τους για ισότιμη ένταξη τους στην εκπαίδευση –μόρφωση , εργασία , υγεία και πολιτισμό.
  • Το άνοιγμα της συζήτησης στην Αριστερά, για την άρση σκοταδιστικών αντιλήψεων, στερεοτύπων, προκαταλήψεων που κυριαρχούν ακόμα.

 

5 Για την ανασυγκρότηση και υπέρβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

 

5.1 Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι κατάκτηση 

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτέλεσε το πιο ελπιδοφόρο εγχείρημα της αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής Αριστεράς. Με τον ενωτικό και μετωπικό χαρακτήρα της, με το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμά της, συνδέθηκε με ευρύτερες μάζες εργαζόμενων και διανόησης, συγκίνησε ειδικά τη νεολαία, έδωσε ριζοσπαστικές απαντήσεις στη δομική καπιταλιστική κρίση και νέα πνοή στην επαγγελία μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής. Συνέβαλε στους εργατικούς αγώνες, επηρέασε την «άλλη Αριστερά», μετατράπηκε η ίδια σε ένα υπαρκτό και αναγνωρίσιμο πολιτικό ρεύμα.

Το ιδρυτικό Σπόρτινγκ της ελπίδας το οποίο ήταν η πρώτη επί της ουσίας κατοχύρωση της ύπαρξης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ήταν πρωτοφανές για τα δεδομένα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Μετά από δεκαετίες αγώνων, ήταν η πιο επιτυχημένη φορά που ο πολιτικός «χώρος» της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς σήκωσε με επιτυχημένο τρόπο το γάντι της πολιτικής συγκρότησης με ζωντανές μαζικές τοπικές και κλαδικές επιτροπές βάσης και πανελλαδική εμβέλεια. Ήταν αδιαμφισβήτητα η πιο σημαντική στιγμή για ένα ολόκληρο πολιτικό ρεύμα.

Η δημιουργία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρότι δεν μπορεί να αντιγραφεί, μπορεί σα μεθοδολογία να μας διδάξει σήμερα. Η συγκρότησή της απέδειξε στην πράξη πως με βάση έναν αντικαπιταλιστικό ανατρεπτικό λόγο και πρόγραμμα, οι σοβαρές διαφωνίες (όπως πχ για το εργατικό κίνημα) γίνεται να μην  αποτέλεσαν λόγο μη συγκρότησής της, αλλά το αντίθετο. Η συνολική πολιτική κατοχύρωση του αντικαπιταλιστικού λόγου και πρακτικής έδωσε πνοή στους αγώνες, συνένωσε το πρωτοπόρο ριζοσπαστικό δυναμικό των κοινωνικών χώρων και δημιούργησε πανελλαδική πολιτική επιρροή, σεβασμό στην διαφορετική άποψη και “αυτοπεποίθηση” στο χώρο. Το αν οι πολιτικές συμφωνίες και διαφωνίες λειτουργούν δημιουργικά ή περιχαρακώνουν έχει να κάνει με το πολιτικό σχέδιο που υπηρετείται.

Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, υπάρχει μια ουσιαστική άρνηση προχωρήματος και θαρραλέου βαθέματος του πολιτικού σχεδίου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της συγκροτητικής της λογικής, ως ενός πόλου όλων των αντικαπιταλιστικών, ανατρεπτικών, αγωνιστικών ρευμάτων και αγωνιστών. Αυτή συνέβαλλε στη σημερινή δύσκολη συνθήκη.

5.2 Η κρίσιμη καμπή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Μέσα στην ταραχώδη περίοδο της λαϊκής αντιμνημονιακής πάλης στην Ελλάδα και την όξυνση της αντεργατικής επίθεσης, τα πολιτικά ρεύματα αναδιαρθρώθηκαν. Το ΠΑΣΟΚ γκρεμίστηκε, η ΝΔ συρρικνώθηκε, ο ΣΥΡΙΖΑ εκτοξεύτηκε και μεταλλάχτηκε, η φασιστική ΧΑ κατοχυρώθηκε, το ΚΚΕ παρέμεινε στάσιμο. Εκατομμύρια άνθρωποι, κυρίως από τα λαϊκά στρώματα, έφυγαν από τον δικομματισμό, κυρίως από το ΠΑΣΟΚ αρχικά, ενώ χιλιάδες αγωνιστές και συλλογικότητας αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ στη συνέχεια, ακόμα και από τη ΛΑΕ αργότερα. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρά τις διακηρύξεις, δε συνδέθηκε με αυτή τη σεισμική κίνηση.

Το δημοψήφισμα του 2015 ήταν ένα κρίσιμο σταυροδρόμι σε αυτή την πορεία. Οι πολιτικές επιλογές που επικράτησαν, αν και φλέρταραν με τη δυνατότητα να συμβάλλουν καθοριστικά στη συσπείρωση του μπλοκ της ρήξης απέτυχαν να αναμετρηθούν ουσιαστικά με τη φιλοδοξία αυτή. Η στάση μετά το δημοψήφισμα του 2015, την στιγμή κλονισμού της αστικής πολιτικής κυριαρχίας στη χώρα, ήταν σημείο τομής ως προς τη δυνατότητα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να αποτελέσει βασικό μοχλό μετασχηματισμών στην αριστερά και το κίνημα.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορούσε και έπρεπε να επιδιώξει την ηγεμονία μιας ανατρεπτικής αριστερής γραμμής σε ένα νέο μαζικό πολιτικό και κοινωνικό μπλοκ της ρήξης και όχι να αισθάνεται δικαιωμένη από τις αρνητικές, για όλη την αριστερά, εξελίξεις. Μπορεί κάποιες τολμηρές αποφάσεις σε κάποιες κρίσιμες στιγμές να μην αρκούσαν για να αλλάξουν πλήρως τον ρου της ιστορίας, ωστόσο, ίσως, μπορούσαν να αποτρέψουν το μέγεθος της πολιτικής ήττας και στασιμότητας που βρισκόμαστε σήμερα και να συμβάλλουν στην αναμέτρηση με άλλους δρόμους και μεθοδολογίες.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αυτή τη στιγμή, βρίσκεται περισσότερο από ποτέ πίσω. Πίσω από τις ανάγκες μιας ενωτικής δράσης στο δρόμο. Πίσω από τις ανάγκες ενός συντροφικού πολιτισμού της γόνιμης συζήτησης. Πίσω από τις ανάγκες μιας  μετωπικής ανασυγκρότησης του κινήματος. Πίσω από τις ανάγκες μιας σύγχρονης πολιτικής συμμαχιών και μιας νέας συσπείρωσης ανατρεπτικών, αντικαπιταλιστικών και αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Οι τοπικές επιτροπές υπολειτουργούν και το όλο εγχείρημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ βρίσκεται σε οριακό σημείο κυρίως εσωτερικά.

5.3 Από το αδιέξοδο στην επανεκκίνηση

Παρά τις αδυναμίες αυτές, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ παραμένει σήμερα το πιο σημαντικό πολιτικό εγχείρημα της ανατρεπτικής Αριστεράς. Συγκεντρώνει στις τάξεις της το πιο πρωτοπόρο δυναμικό αγωνιστών, αγωνιστριών και πολιτικών δυνάμεων, που πρωταγωνιστούν στους αγώνες και στη θεωρητική- πολιτική αναζήτηση για τον σύγχρονο επαναστατικό- κομμουνιστικό δρόμο. Τέλος, παρά την εμφανή δυσκολία που έχει να προσελκύσει νέες δυνάμεις και – κυρίως- αγωνιστές, δεν έχει φθαρεί συνολικά στα μάτια των αγωνιζόμενων κομματιών της κοινωνίας. Έχει κατοχυρώσει μια θέση τόσο για την αγωνιστική της στάση, όσο και για τους χιλιάδες πρωτοπόρους αγωνιστές και αγωνίστριες που συσπειρώνει ακόμα και σήμερα. Όμως βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, καθώς είναι η στιγμή που απαιτείται από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ να αναλάβει τις αναγκαίες πρωτοβουλίες που τις αντιστοιχούν.

Σήμερα, λόγω άμεσων και ιστορικών αναγκών επιτάσσεται η υπέρβασή, «προς τα πάνω και ενωτικά», της σημερινής κατάστασης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά και όλων των οργανώσεων και μετώπων της μαχόμενης αριστεράς. Επιτάσσουν τη θετική αναγέννηση και τον προωθητικό μετασχηματισμό των σχημάτων και των συλλογικοτήτων μας σε μια πορεία που θα συνδιαμορφώσουμε αναμεταξύ μας αλλά και με συντρόφους και ρεύματα που έχουν κοινούς προβληματισμούς και αγωνίες, που μας συνδέουν κοινοί αγώνες. Για τη συνάντηση με το μεγάλο, διάσπαρτο εργατικό και νεολαιίστικο δυναμικό των μαχόμενων δυνάμεων, μέσα στους  κοινωνικούς και πολιτικούς, εγχώριους και διεθνείς κλονισμούς που είναι μπροστά μας. Για να μπουν οι βάσεις για το μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο των ανατρεπτικών αριστερών δυνάμεων που θα βάλει στη ζωή και θα διεκδικήσει την υλοποίηση του μεταβατικού προγράμματος ανατροπής.

Η ανασυγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δε μπορεί να γίνει μόνο με την οργανωτική ανασυγκρότησή της, ωστόσο είναι τεράστιας σημασίας μια ραγδαία αλλαγή προς τη δημοκρατικότερη λειτουργία του μετώπου. Που να βάζει στο κέντρο τις τοπικές και κλαδικές επιτροπές κάνοντας τες πραγματικές συλλογικότητες αγώνα, συντροφικής συζήτησης και αντιπαράθεσης, εργαστήρια αποφασιστικής πολιτικής για τη γειτονιά, το χώρο δουλειάς και όχι πεδία επικύρωσης των πολιτικών γραμμών των οργανώσεων ή απλής διεξαγωγής εκδηλώσεων και προεκλογικών καμπανιών.

Όμως, ακόμα και αυτά τα αναγκαία βήματα να γίνουν, αν δεν ανατραπούν το όρια και οι ανεπάρκειες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, θα παραμείνει στάσιμη και πίσω από την αναγκαιότητα της περιόδου. Μόνο με μία γραμμή πολιτικής ανασυγκρότησης με στόχο τη διεύρυνση και υπέρβαση μπορεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να αναζωογονηθεί και να αποτελέσει πολιτικό νεύρο μιας νέας ανατρεπτικής μαζικής, πολυτασικής Αριστεράς. Μιας Αριστεράς που δε θα αρκείται στο να αποτελεί την πιο συνεπή, αντικαπιταλιστική δύναμη στα άκρα του πολιτικού φάσματος, αλλά που θα επιδιώκει να αλλάξει τη ροή των γεγονότων, να μπει σφήνα στα αστικά σχέδια, την καταστροφή του λαού και τις επαναλαμβανόμενες συντριβές των διαχειριστικών αριστερών πολιτικών. Σήμερα, μετά από 10 χρόνια μνημονίων, και με δεδομένη την άρνηση του μεγαλύτερου κόμματος της Αριστεράς στην Ελλάδα, του ΚΚΕ, να πάρει τις αναγκαίες πρωτοβουλίες, είναι υπόθεση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να τολμήσει να βάλει μπροστά την ανάγκη συγκρότηση ενός αριστερού, ανατρεπτικού, αντίπαλου δέους στην αστική, μνημονιακή πολιτική. Αυτό είναι το ιστορικό καθήκον της εποχής, και δε μπορούμε άλλο να κλείνουμε τα μάτια απέναντί του. Αναγνωρίζοντας το συσχετισμό και τις αδυναμίες μας, υπάρχουν σήμερα οι προϋποθέσεις για μια νέα τομή και ποιότητα στην Αριστερά που παράχθηκε από την πείρα των διαρκών αλλά ακόμα ηττημένων αγώνων. Ο κόσμος του κινήματος, της Αριστεράς, των νέων μαζικών ρευμάτων της αντιιμπεριαλιστικής αναρχίας, οι αγωνιστές των μετωπικών σχημάτων, έχουν καταλάβει ότι χρειάζεται κάτι πολύ πιο σοβαρό και μαζικό για την αναμέτρηση που έχουμε μπροστά μας. Οι αγώνες και οι συλλογικότητες οδηγούνται  ντε φάκτο στην υιοθέτηση των βασικότερων πλευρών του μεταβατικού προγράμματος, από την ίδια την εμπειρία των κινήσεων του αστικού στρατοπέδου και της ΕΕ. Είναι η στιγμή αυτή η ανάγκη να γίνει πολιτική γραμμή.

5.4 H μετωπική πολιτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο πολιτικό επίπεδο

Η μετωπική πολιτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι καταρχήν μια πολιτική λογική, μέγιστης συσπείρωσης δυνάμεων στη βάση ενός αναγκαίου σε κάθε ιστορική φάση προγράμματος πάλης. Σε κάθε επίπεδο, σε κάθε πιθανή αναμέτρηση, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιδιώκει να συγκροτηθούν μορφές πολιτικής ενότητας με τα αγωνιζόμενα κομμάτια της κοινωνίας και με όσες περισσότερες οργανωμένες δυνάμεις είναι εφικτό. Σε αυτό το πλαίσιο, η μετωπική πολιτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ξεκινά πρώτα και κύρια από το επίπεδο του μαζικού κινήματος, έτσι όπως περιγράφηκε παραπάνω. Αν όμως η βάση της μετωπικής πολιτικής είναι η συγκροτημένη κοινή δράση στο κίνημα, απαιτείται και η έκφρασή της στο πολιτικό επίπεδο, που και αυτό με τη σειρά του δεν είναι κάτι μονοσήμαντο αλλά μια συνολική διαδικασία διαρκών προσπαθειών και πρωτοβουλιών με τελικό στόχο τη διαμόρφωση του πολιτικού μετώπου των μαχόμενων αριστερών δυνάμεων για την αναμέτρηση και την ανατροπή, όπως την περιγράψαμε. 

Πρόκειται για έναν στόχο που αφορά μια ολόκληρη ιστορική περίοδο. Στην κατεύθυνση αυτή, σήμερα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ προτείνει μια πολιτική Αριστερή Συμμαχία Ανατροπής με περιεχόμενο στη βάση του μεταβατικού προγράμματος,. Αυτός ο στόχος δεν υποτιμά τη σημερινή κατάσταση, δεν παραγνωρίζει τους συσχετισμούς, παίρνει υπόψη τις προγραμματικές ανεπάρκειες και διαχειριστικές πολιτικές των άλλων δυνάμεων της Αριστεράς, την προβληματική στάση σε σημαντικές στιγμές όπως την απόσταση, δυσπιστία ακόμη και εχθρότητα του ΚΚΕ σε κομβικούς αγώνες του πρόσφατου παρελθόντος (Δεκέμβρης, πλατείες, δημοψήφισμα κ.α.), τη στάση της ΛΑΕ ή κομματιών της στα εθνικιστικά συλλαλητήρια, την πρακτική σε διάφορα ζητήματα πολλών ομάδων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου. Όμως βασίζεται στο μέλλον, στην ανάγκη διαμόρφωσης των αναγκαίων προϋποθέσεων για οποιαδήποτε προοπτική ανατροπής, σε αντίθεση με μια στατική αναμέτρηση με το παρόν που κατοχυρώνει κάποιους χώρους, αλλά δεν αλλάζει την κατάσταση.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ προτείνει σε ΚΚΕ, ΛΑΕ, αντιεξουσιαστικό χώρο, πολιτικές συμφωνίες τακτικού χαρακτήρα για επιμέρους κοινωνικά - πολιτικά μέτωπα, (αντιιμπεριαλιστική-αντιπολεμική πρωτοβουλία, μνημονιακά μέτρα, δημοκρατικές ελευθερίες, κ.α.) και πολιτικές συμφωνίες συνολικού χαρακτήρα.

Με τον όρο πολιτική συμφωνία (ή πολιτική συμφωνία τακτικού χαρακτήρα) ονομάζουμε τις επιμέρους συμμαχίες που συνάπτονται για την επίτευξη ενός ταχτικού, άμεσου, κοινού σκοπού με άλλες δυνάμεις. Με σταθερή επιδίωξη τη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών που θα βοηθούν τις μάζες να κατακτήσουν το αντικαπιταλιατικό-αντιιμπεριαλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα και να συνειδητοποιήσουν, μέσα από την πάλη τους, την αναγκαιότητα και τη δυνατότητα της ανατροπής. Ο ίδιος ο όρος «συμφωνία» εμπεριέχει εξ ορισμού τη διατήρηση της πλήρους αυτοτέλειας ως προς τις αρχές και την οργάνωση του κάθε κόμματος ή ρεύματος χωριστά. Οι ασάφειες, και οι γενικότητες στο πρόγραμμα της πολιτικής συμφωνίας οδηγούν αναπόφευκτα σε ασυνέπειες και ταλαντεύσεις στην πρακτική δράση. Επομένως η σαφήνεια όσον αφορά όχι μόνο την κατεύθυνση και τα μέσα δράσης, αλλά και τις διαφορετικές αποχρώσεις που υπάρχουν μεταξύ των οργανώσεων, αποτελούν τους όρους που  μπορούν να εξασφαλίσουν την επιτυχία της πολιτικής συμφωνίας για την επίτευξη του κοινού άμεσου σκοπού. Δεν υπήρξαν και δεν θα υπάρξουν ποτέ ρεφορμιστικές αριστερές δυνάμεις που στα γεμάτα συγχύσεις προγράμματά τους, να μη διατυπώνουν διεκδικήσεις που έρχονται σε διαμετρική αντίθεση με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και να μη συσκοτίζουν τη συνείδησή της. Το συμπέρασμα που βγαίνει απ’ αυτό είναι ότι η αποκάλυψη για τις ανεπάρκειες και συγχύσεις τους, αποτελεί καίριας σημασίας καθήκον για τις αντικαπιταλιστικές δυνάμεις. Και όχι ότι είναι απαράδεκτες και απαγορευτικές οι προσωρινές συμφωνίες μαζί τους.

Οι πολιτικές συμφωνίες γίνονται ανοιχτά και δημόσια στη βάση της ισοτιμίας. Μπορεί να αφορούν μόνο το επίπεδο του μαζικού κινήματος, ή μόνο το καθ’ αυτό πολιτικό επίπεδο, ή και τα δυο. Έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Η διάρκειά τους εξαρτάται ανάλογα με την περίπτωση και τις ανάγκες της ταξικής πάλης και δεν μπορεί να προκαθοριστεί σε όλες τις περιπτώσεις. Ολοκληρώνεται με την επίτευξη του κοινού σκοπού.

Οι πολιτικές συμφωνίες τακτικού χαρακτήρα και η συνεκτική κοινή δράση στο μαζικό κίνημα ενάντια στον ταξικό αντίπαλο, θα δημιουργήσουν τους όρους για την αναγκαία συναγωνιστική σχέση, τις σχέσεις αμοιβαίου σεβασμού και αξιοπιστίας, για μία διαδικασία μόνιμου πολιτικού συντονισμού. Είναι κρίσιμη αυτή η πλευρά, καθώς όλο και μεγαλώνει η αστική λογική της ανάθεσης προς τις ηγεσίες από τον αγωνιζόμενο κόσμο. Μια πραγματικά νέα ανατρεπτική Αριστερά θα έρθει από την ίδια την ανάγκη των νέων και παλιότερων γενιών των αγώνων να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο ξεπερνώντας τις πρακτικές για συναντήσεις κορυφής μακριά από τη βάση τους και αέναες στατικές αντιπαραθέσεις κειμένων.

Με βάση όλα τα παραπάνω, είναι επιτακτικό να δράσουμε καταλυτικά με τη λήψη πολιτικών πρωτοβουλιών για έναρξη διαλόγου συγκεκριμένα με τις δυνάμεις που αποδέχονται τις βασικές και κρίσιμες πλευρές του μεταβατικού προγράμματος και όχι φοβικά. Η απάντηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε όλες τις περισσότερο ή λιγότερο ειλικρινείς συζητήσεις για ενότητα, πρέπει να είναι μια ειλικρινής εκ νέου τοποθέτηση, ενωτική, ανατρεπτική και επί της ουσίας που να απευθύνεται πρώτα και κύρια στους εργαζόμενους και τη νεολαία και να καλεί το σύνολο των δυνάμεων της Αριστεράς στο να αναλάβουν τις ευθύνες που τους αναλογούν.

5.4.1 Ισότιμη συσπείρωση των δυνάμεων στρατηγικής στόχευσης

Αναγκαίο και αυτοτελές βήμα προώθησης αυτής της πολιτικής λογικής είναι η ειδική και επιτακτική πρόταση συσπείρωσης, κοινής πάλης και ενότητας προς τις αντικαπιταλιστικές- αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις επαναστατικής και κομμουνιστικής αναφοράς. Συγκεκριμένα σε: ΑΡΑΝ, ΑΡΚ, Δίκτυο, Δικτύωση, ΕΕΚ, Εργατικό Αγώνα, Ένωση Δικαίων, ΟΚΔΕ, ΟΝΡΑ, Ξεκίνημα, Παρέμβαση, Σύλλογο Κορδάτο, άλλες ομάδες και αγωνιστές που αποσπάστηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ ή και τη ΛΑΕ αλλά δεν εντάχθηκαν κάπου και κυρίως ανένταχτους αγωνιστές/στριες της Αριστεράς, ενώ με νέο τρόπο οφείλουν να διερευνηθούν νέες προοπτικές συμπόρευσης με κομμάτια του αντιεξουσιαστικού χώρου. Κάτι τέτοιο δημιουργεί μια θετική, δημιουργική, μαζική υπέρβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προς έναν αντικαπιταλιστικό, αντιιμπεριαλιστικό, εργατικό και λαϊκό πολιτικό πόλο συσπείρωσης της ανατρεπτικής αριστεράς. Πρώτο βήμα μπορεί να είναι ή πρόταση για μια ισότιμη «Συσπείρωση Διαλόγου και Μάχης». Δεν είναι σωστή μια στάσιμη αναπαραγωγή δεδομένων αντιθέσεων (συσπείρωση τροτσκιστικών, «διεθνιστικών», «πατριωτικών» ή μαοϊκών δυνάμεων κ.α.), αλλά η θετική υπέρβασή τους, που είναι εφικτή όπως έχει δείξει και η 8ετής εμπειρία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

5.5 H εκλογική τακτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Στις πολιτικές συμφωνίες τακτικού χαρακτήρα περιλαμβάνονται και οι εκλογικές συμφωνίες, ανάλογα με την περίσταση και το χαρακτήρα των εκλογών. Υποτάσσονται στην πάλη για την ενίσχυση και προώθηση του μαζικού εξωκοινοβουλευτικού αγώνα. Οι εκλογικές συμμαχίες δεν είναι κατ ανάγκην «εφ’ όλης της ύλης» (τακτικής και στρατηγικής). Πρέπει να επιδιώκονται και μπορούν να επιτυγχάνονται κάτω από συγκεκριμένους όρους περιεχομένου και ισοτιμίας. Μια προώθηση της λογικής του μετώπου της ανατροπής θα μπορούσε να καθορίσει και την εκλογική τακτική. Σε ενδεχόμενη απότομη εκλογική αναμέτρηση, να υπάρξει πρόταση συσπείρωσης και συμμαχίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Σήμερα, οι εκλογικές συμφωνίες οφείλουν:

α) να βασίζονται στο αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα, με τα στοιχεία ρήξης με την ΕΕ, το κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό.

β) να έχουν δοκιμαστεί έστω στην πράξη, μέσα στο εργατικό, λαϊκό κίνημα, με δεσμούς αμοιβαίας εμπιστοσύνης

γ) να προσαρμόζονται ανάλογα με τις εξελίξεις στην πολιτική συγκυρία (π.χ. πολεμικά γεγονότα, κρίσεις κ.α.)

δ) να βασίζονται στην ισοτιμία και την πλήρη αυτοτέλεια καθενός. Σε κάθε περίπτωση οι εκλεγμένοι βουλευτές μας κρατούν την ιδεολογική-πολιτική και οργανωτική τους ανεξαρτησία από τις συνεργαζόμενες δυνάμεις.

Η εκλογική τακτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στα επόμενα εκλογικά γεγονότα θα αποφασιστεί με βάση τις παραπάνω αρχές.