• Παρ, 23/01/2026 - 09:46
6η Συνδιάσκεψη ΑΝΤΑΡΣΥΑ: να μην αφήσουμε την ευκαιρία να πάει χαμένη – δεν θα έχουμε πολλές. [του Μάνου Σκούφογλου]

6η Συνδιάσκεψη ΑΝΤΑΡΣΥΑ: να μην αφήσουμε την ευκαιρία να πάει χαμένη – δεν θα έχουμε πολλές.

Μάνος Σκούφογλου

μέλος ΚΣΕ ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ΚΕ ΟΚΔΕ-Σπάρτακος

 

Οι κατακτήσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Εδώ και καιρό, επαναλαμβάνεται σε αρκετούς κύκλους της αριστεράς η άποψη ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει αποτύχει και έχει κλείσει τον κύκλο της. Παρόλα αυτά, κανείς δεν φαίνεται να μπορεί να την υποκαταστήσει ως σημείο αναφοράς της ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής αριστεράς, με ένα περιορισμένο αλλά υπαρκτό αποτύπωμα στη μαζική συνείδηση.

Ο αφοριστικοί απολογισμοί της ΑΝΤΑΡΣΥΑ παραβλέπουν σημαντικά κεκτημένα του μετώπου.

Πρώτα απ’ όλα, ότι οι αγωνιστές και αγωνίστριες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ βρέθηκαν όλα αυτά τα χρόνια στην πρώτη γραμμή των περισσότερων αγώνων, έστω και πολλές φορές χωρίς συντονισμό. Θα πει κανείς ότι αυτό δα έλειπε για αγωνιστές της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Ωστόσο, οι σειρήνες της θεσμικής ενσωμάτωσης, ιδίως την εποχή της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ, δεν ήταν κάτι που άφησε ανεπηρέαστη την υπόλοιπη αριστερά. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το δυναμικό της αντιστάθηκαν σε αυτές τις σειρήνες καθολικά.

Δεύτερον, με επίπονο τρόπο και μέσα από την εμπειρία και τις εσωτερικές διαμάχες, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κατέκτησε σημαντικά επαναστατικά προγραμματικά στοιχεία, τα οποία τη διαφοροποιούν σαφώς από τη ρεφορμιστική αριστερά και δεν ήταν καθόλου αυτονόητα ούτε καν για συνιστώσες οργανώσεις της, πριν την ίδρυσή της:

  • Η σταθερή εναντίωση όχι μόνο απέναντι στην κοινοβουλευτική υπόσχεση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και εν γένει στη στρατηγική των αριστερών κυβερνήσεων εντός του καπιταλιστικού κράτους και των θεσμών του
  • Η υιοθέτηση της μεταβατικής λογικής, ως συνάρθρωση αιτημάτων που μπορούν να δημιουργήσουν άμεση γέφυρα ανάμεσα στους σημερινούς αγώνες των εργαζομένων και στη διεκδίκηση της εξουσίας (έστω και αν το μέτωπο δεν μπόρεσε να επεξεργαστεί ένα ολοκληρωμένο μεταβατικό πρόγραμμα)
  • Η αντίθεση στις περιφερειακές ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις του ελληνικού καπιταλισμού έναντι του αντίπαλου τουρκικού καπιταλισμού (12 μίλια, ΑΟΖ κλπ.) και η αμφισβήτηση των υποτιθέμενων εθνικών δικαίων, στα οποία υποκλίνονται όλα ανεξαιρέτως τα κοινοβουλευτικά κόμματα, της Αριστεράς περιλαμβανομένης
  • Η αναγνώριση του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού του λαού της σημερινής Βόρειας Δημοκρατίας της Μακεδονίας και η καταδίκη της ιμπεριαλιστικής επιβολής του ελληνικού κράτους στη γειτονική χώρα, όπως αυτή επικυρώθηκε στη Συμφωνία των Πρεσπών (έστω και εάν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπόρεσε να τοποθετηθεί ρητά υπέρ του συνταγματικού ονόματος Δημοκρατία της Μακεδονίας)
  • Η αναγνώριση εθνικών μειονοτήτων (τουρκικής, μακεδονικής), πράγμα που αποτελεί του απόλυτο ταμπού του ελληνικού πολιτικού συστήματος
  • Η σωστή τοποθέτηση αρχών στον πόλεμο της Ουκρανίας, αναγνωρίζοντας την πρωταρχικά ενδοϊμπεριαλιστική του φύση και αποφεύγοντας την υποστήριξη οποιουδήποτε από τα αντιμαχόμενα ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα
  • Η υιοθέτηση του συνθήματος για ανοιχτά σύνορα για όλους τους πρόσφυγες και μετανάστες
  • Η αναγνώριση της σημασίας κοινωνικών κινημάτων όπως το οικολογικό, το φεμινιστικό, το ΛΟΑΤΚΙΑ+, κάτι που δεν ήταν καθόλου ο κανόνας στο χώρο λίγα χρόνια πριν

Η συζήτηση για τις θέσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν υπήρξε εύκολη και χωρίς κόστος, περιλαμβανομένων επίμονων εσωτερικών αντιστάσεων, σημαντικών απωλειών και αποχωρήσεων. Ωστόσο, μπορεί να ειπωθεί ότι σε κάθε κομβικό σταυροδρόμι μέχρι σήμερα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ διάλεξε τελικά τον αριστερό δρόμο. Στην αποτίμηση και στην επιλογή πολιτικών οχημάτων, η στρατηγική και το πρόγραμμα δεν είναι λεπτομέρειες. Όσοι διακηρύσσουν την οριστική αποτυχία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και αναζητούν νέες πρωτοβουλίες χρειάζεται να δουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη. Μήπως ο λόγος της απομάκρυνσής τους από το εγχείρημα δεν ήταν κάποια αποτυχία του, αλλά ακριβώς οι προγραμματικές θέσεις που υιοθέτησε, με τις οποίες αυτοί δεν συμφωνούσαν; Ή μήπως, εάν εξαρχής ακολούθησαν άλλα εγχειρήματα, δρόμους και συμμαχίες, αναγκάστηκαν οι ίδιοι να ανεχθούν προγραμματικές θέσεις πολύ δεξιότερες, χωρίς εκείνη την εποχή να κηρύσσουν τα εγχειρήματά τους αποτυχημένα;

Σε γενικές γραμμές, για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τα αντικαπιταλιστικά προγραμματικά στοιχεία, που κάθε άλλο παρά πλειοψηφικά είναι στο κίνημα, λειτούργησαν ως στοιχεία εμπλουτισμού και ζύμωσης και όχι ως πρόσχημα τελεσιγραφικής απομόνωσης από τα κινήματα. Στο δημοψήφισμα του 2015, πχ, η ανοιχτή αντιπολίτευση στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και η δημόσια προειδοποίηση ότι αυτή θα φέρει νέο μνημόνιο δεν οδήγησαν σε στάση αποχής, αλλά σε ενεργητική και διακριτή καμπάνια υπέρ του ΟΧΙ. Στα Τέμπη, η πάνδημη κινητοποίηση στη βάση ενός γενικού αισθήματος δικαιοσύνης δεν αντιμετωπίστηκε καχύποπτα, αλλά με ενθουσιασμό και διάθεση καθολικής κινητοποίησης, παρότι, για άλλους λόγους, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπόρεσε να έχει τον ορατό ρόλο που θα όφειλε.

Τρίτον, παρά την απαράδεκτη παράλυση της εσωτερικής της ζωής και των τοπικών, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπόρεσε να κατακτήσει μια δημοκρατική διαδικασία εκλογής οργάνων, που βασίζεται στην αναλογική εκπροσώπηση τάσεων που λειτουργούν ελεύθερα. Αυτό είναι μια σημαντική κατάκτηση, που δεν είναι άσχετη με τη βελτίωση του εσωτερικού κλίματος: σήμερα, η συζήτηση γίνεται σαφώς λιγότερο πολεμικά και αγχωτικά από ό,τι τα πρώτα χρόνια, κατά τα οποία, ωστόσο, η ύπαρξη πολύ πιο ασυμφιλίωτων απόψεων κρυβόταν πίσω από ενιαία ψηφοδέλτια και παρασκηνιακές εσωτερικές σταυροδοσίες. Αυτό, βέβαια, δεν αλλάζει το σοβαρό έλλειμμα λογοδοσίας των οργάνων στη βάση, εφόσον δεν συνεδριάζουν οι τοπικές.

Τέλος, δεν είναι άνευ σημασίας η σχετική ομοιογένεια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ όσον αφορά την ανάγνωση της συγκυρίας σήμερα, η οποία αποτυπώνεται και στο σχέδιο θέσεων της επερχόμενης συνδιάσκεψης, παρότι το κείμενο είναι από αρκετές απόψεις ανεπαρκές, ιδίως σε θέματα απολογισμού.

 

Η δίκαιη κριτική

Όμως, η έντονη κριτική, όταν δεν είναι υποβολιμαία και κακοπροαίρετη, δεν είναι αβάσιμη. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει απογοητεύσει εκατοντάδες αγωνιστές και αγωνίστριες και αδυνατεί να προσελκύσει άλλους, οι οποίοι και οι οποίες εκτιμούν το δυναμικό και τις θέσεις της. Το γεγονός αυτό πρέπει να το δει κατάματα η επερχόμενη συνδιάσκεψη, για να το αλλάξει. Στην πραγματικότητα, αυτό ακριβώς είναι το θέμα της συνδιάσκεψης.

Η έλλειψη στοιχειώδους ενότητας στις παρεμβάσεις, η οποία πλέον συχνά δεν επιχειρείται ούτε συζητείται καν, δεν είναι κάτι που μπορεί να παραβλεφθεί. Η κατάρρευση της λειτουργίας των τοπικών, οι περισσότερες από τις οποίες συγκαλούνται απλώς πριν τις εκλογές ή τις συνδιασκέψεις, για να εκλέξουν αντιπροσώπους, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Η οργανωτική παράλυση ανεβαίνει σταδιακά προς τα πάνω, με το ΠΣΟ να συνεδριάζει ελάχιστα. Οι προτάσεις για αυτονόητα μέτρα συγκρότησης του μετώπου, όπως κεντρικά γραφεία, κοινό έντυπο, κοινό φεστιβάλ, έχουν μείνει για πάντα στο αρχείο.

Ακόμα πιο σοβαρή, όμως, είναι η αδυναμία λήψης ορατών πρωτοβουλιών στην ταξική πάλη. Χαρακτηριστικότερη υπήρξε η πρόσφατη περίπτωση των ιστορικών συγκεντρώσεων και απεργιών για τα Τέμπη. Παρά την ολόψυχη και καθολική συμμετοχή του δυναμικού της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην πρώτη γραμμή, με τα πανό του χώρου στο κέντρο των εξελίξεων, το ίδιο το μέτωπο δεν μπόρεσε να διοργανώσει ούτε μια συνέντευξη τύπου, πόσο μάλλον να δημιουργήσει μια συσπείρωση δυνάμεων γύρω από αιτήματα όπως η ανατροπή της κυβέρνησης και η απαλλοτρίωση και κρατικοποίηση των μεταφορών, για την πολιτικοποίηση του αγώνα, ή να προκαλέσει τοπικές λαϊκές συνελεύσεις ή επιτροπές, για την αυτοοργάνωση των κινητοποιούμενων μαζών.

Τι φταίει γι’ αυτή την κατάσταση; Προσπάθειες απολογισμού έχουν κατατεθεί ήδη, τουλάχιστον από τις δύο μεγαλύτερες οργανώσεις, ωστόσο, όσο και αν θίγουν πραγματικούς παράγοντες, δεν φαίνονται στο σύνολό τους πειστικές. Η αυτοκριτική συνίσταται συνήθως στο ότι φταίει η άλλη πλευρά. Ωστόσο, και μόνο το γεγονός ότι, μέχρι σήμερα, κανείς δεν θέλει να απαλλαγεί από τον άλλο δείχνει ότι οι εξηγήσεις αυτές δεν ικανοποιούν, κατά βάθος, ούτε τους συντάκτες τους.

 

Μεροληπτικοί απολογισμοί

Η αντιπροσωπεία του ΣΕΚ υποστηρίζει ότι για τις κακοδαιμονίες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ φταίει, νέτα σκέτα, η γραμμή της πλειοψηφίας. Με την αιτιολογία ότι η γραμμή της πλειοψηφίας είναι ριζικά λάθος, το ΣΕΚ αποποιείται οποιαδήποτε δέσμευση σε κοινή δράση ή συλλογικές αποφάσεις. Είναι αλήθεια ότι την κύρια ευθύνη της λειτουργίας ενός οποιουδήποτε πολιτικού φορέα την έχει η πλειοψηφία. Εάν, όμως, η γραμμή της πλειοψηφίας είναι τόσο θεμελιωδώς απαράδεκτη, που να μην επιτρέπει το συντονισμό της δράσης, μια κοινή πρωτοβουλία για τον πόλεμο στην Ουκρανία, κοινές πορείες και συγκεντρώσεις σε όλο και περισσότερες περιπτώσεις ή έστω τη συνεδρίαση μιας τοπικής επιτροπής, πώς είναι δυνατόν να επιτρέπει την κοινή κάθοδο στις εκλογές, η οποία ποτέ δεν αμφισβητήθηκε;

Το να χρεωθούν τα όρια της παρέμβασης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στον σεκταρισμό της πλειοψηφίας παραείναι βολικό. Εάν, πχ, η αντιπροσωπεία του ΣΕΚ επέτρεπε στον εαυτό της να παραδεχτεί ότι, στην πραγματικότητα, στις 10 Οκτώβρη δεν μπόρεσε να οργανωθεί μια πραγματική απεργία για την Παλαιστίνη, παρά τις καλές προθέσεις, θα έπρεπε επίσης να αναγνωρίσει ότι γι’ αυτό δεν φταίει ο σεκταρισμός της πλειοψηφίας. Στην πραγματικότητα, η ίδια η ιδέα ότι θα μπορούσε να οργανωθεί γενική απεργία μόνο μέσα από μια χούφτα σωματεία που ελέγχει ο χώρος μας παραείναι σεκταριστική ακόμα και για τον πιο σεκταριστή της πλειοψηφίας.

Παρομοίως, το ότι το μεγαλεπήβολο σχέδιο της πρωτοβουλίας του Στούντιο, που η πτέρυγα του ΣΕΚ πρότεινε εμμονικά στην προηγούμενη συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κατέρρευσε αμέσως, δεν οφείλεται στον σεκταρισμό της πλειοψηφίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά στην παναριστερή στρατηγική στην οποία λογοδοτούσε το όλο εγχείρημα, την οποία οι εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ υποστηρικτές του θεωρούσαν, εντελώς λανθασμένα, διαπραγματεύσιμη.

Αλλά και από την πλευρά του μεγαλύτερου τμήματος της πλειοψηφίας, και ιδίως της ΚΑ, τα όρια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ χρεώνονται, αντιστρόφως, στην ύπαρξη μιας μειοψηφίας που κάνει του κεφαλιού της. Είναι όντως αποθαρρυντικό να μην υπάρχει η παραμικρή δέσμευση στις αποφάσεις του μετώπου και, πράγματι, υπήρξαν τοποθετήσεις που έφεραν σε σοβαρή αμηχανία τα περισσότερα μέλη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (πχ η υποστήριξη «αντιδεξιών» υποψηφίων στο β’ γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών ή η ανοχή της ΑΡΑΣ και η διαιώνιση της συνύπαρξης μαζί της στα ΕΑΑΚ και σε άλλα σχήματα). Οι τοποθετήσεις αυτές θα πρέπει ασφαλώς να συζητηθούν στη συνδιάσκεψη. Ωστόσο, δεν εξηγούν από μόνες τους το πρόβλημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ – άλλωστε σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πήρε σαφή θέση, χωρίς να επιχειρηθεί κάποιος συμβιβασμός με τη μειοψηφία.

Ας είμαστε ειλικρινείς: δεν ήταν η ύπαρξη κάποιας μειοψηφίας που μας εμπόδισε να οργανώσουμε, πχ, συνέντευξη τύπου ή κάποια άλλη κεντρική πολιτική παρέμβαση την περίοδο του κινηματικού αναβρασμού των Τεμπών. Ούτε το βέτο της μειοψηφίας μπορεί να εξηγήσει την παράλυση των τοπικών, διότι εάν ήθελε η πλειοψηφία, μπορούσε να τις συγκαλέσει, ανεξαρτήτως του αν η μειοψηφία θα επέλεγε να συμμετάσχει ή όχι σε αυτές.

Από την άλλη, η αποτυχία επιλογών που δεν δικαιώνονται από την ίδια την πραγματικότητα, σε αυτή τη φάση, θα ήταν υπερβολικά βολικό να χρεωθεί σε κάποια μειοψηφία που τις υποσκάπτει. Το ΣΕΚ, πχ, πράγματι συχνά δεν τηρεί την απαραίτητη κριτική απόσταση από τις γραφειοκρατικές ηγεσίες των συνδικαλιστικών ομοσπονδιών. Ο παράγοντας αυτός, όμως, δεν αρκεί για να εξηγήσει ότι η πολιτική του ανεξάρτητου κέντρου αγώνα δεν αποφέρει καρπούς, αφού, στην πραγματικότητα, στις παρούσες συνθήκες, η αύξηση της επιρροής της αντικαπιταλιστικής αριστεράς περνάει περισσότερο από την ενίσχυσή της στα υφιστάμενα, υπό γραφειοκρατική ηγεσία, συνδικάτα και ομοσπονδίες παρά από την ίδρυση ή κατάληψη ανεξάρτητων σωματείων, που θα μπορούσαν να φτιάξουν έναν αυτόνομο δικό τους συντονισμό ή ομοσπονδία με κάποιο βάρος.

Τέλος, η πειστικότητα του απολογισμού της πλειοψηφίας υποσκάπτεται από την άρνησή της να παραδεχτεί ότι, προγραμματικά, αποδέχτηκε θέσεις και προτάσεις μικρότερων οργανώσεων ή τάσεων, με τις οποίες, πριν και κατά τα πρώτα χρόνια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, διαφωνούσε επίμονα (ανοιχτά σύνορα, μακεδονικό, ΛΟΑΤΚΙΑ+ κ.ά). Αντίθετα με τα προβλήματα, τις κατακτήσεις αυτές δεν τις πιστώνει σε καμία μειοψηφία.

Υπάρχει, ακόμα, η άποψη ότι για τα δεινά της ΑΝΤΑΡΣΥΑ φταίει η ύπαρξη των επιμέρους οργανώσεων, τα μαγαζάκια. Η οργή ενός τμήματος του ανένταχτου δυναμικού για τους οργανωτικούς διαγκωνισμούς είναι δικαιολογημένη, η εξήγηση αυτή, όμως, είναι απλοϊκή. Εάν έμεινε όρθιος ο χώρος, ιδίως τα χρόνια της κινηματική λειψυδρίας, αυτό αντικειμενικά οφείλεται στη λειτουργία των οργανώσεων. Η ύπαρξη διαφορετικών πολιτικών οργανώσεων στο εργατικό κίνημα αντανακλά την ύπαρξη πραγματικών διαφωνιών, που δεν είναι πάντα χρήσιμο ούτε εφικτό να αφήνονται κατά μέρος σε μια λογική ελάχιστου κοινού παρανομαστή. Σε αρκετές περιπτώσεις, δε, η κριτική στην ύπαρξη των οργανώσεων μάλλον υποκρύπτει πολιτική διαφωνία με τις συγκεκριμένες θέσεις τους. Διδακτικό είναι ότι οι ανένταχτοι εκπρόσωποι της παλιότερες τάσης «Μετάβαση», η οποία διεκδίκησε την κληρονομιά της «ΑΝΤΑΡΣΥΑ των μελών», δεν έμειναν καθόλου ανένταχτοι, αλλά κατέληξαν ακριβώς σε οργανώσεις, εκτός ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δείχνοντας ότι στην πραγματικότητα αυτό που τους ενοχλούσε ήταν η πολιτική κατεύθυνση και όχι ο ζυγός των οργανώσεων γενικά.

 

Προς έναν ουσιαστικό απολογισμό

Αυτό, ωστόσο, δεν αλλάζει το γεγονός ότι τη βασική ευθύνη για το πρόγραμμα και τη λειτουργία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ την έχουν οι οργανώσεις, κι επομένως στις δικές τους επιλογές θα πρέπει κυρίως να αναζητηθούν, εκτός από τις κατακτήσεις, και τα όρια του εγχειρήματος. Στον πυρήνα των φαινομένων παράλυσης υπάρχει μια λογική, την οποία μοιράζονται οι δύο μεγαλύτερες οργανώσεις, παρά τις σημαντικές μεταξύ τους διαφορές. Συγκεκριμένα, δεν φαίνεται να έχει γίνει κατανοητό σε τι συνίσταται το πολιτικό κεφάλαιο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αν μας επιτρέπεται να δανειζόμαστε όρους από την καπιταλιστική οικονομία. Οι μεγαλύτερες οργανώσεις φαντάζονται ότι μπορούν να κάνουν το άλμα πάνω από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ή να τη χρησιμοποιήσουν σαν εκλογικό κουκούλι. Έτσι, ανέχονται την απογοητευτική κατάσταση παράλυσης, όπως η προνύμφη ανέχεται το κουκούλι, που είναι μεν εξ ορισμού αηδιαστικό και ασφυκτικό, αλλά όμως μπορεί να κυοφορεί πεταλούδες.

Είναι απόλυτα θεμιτό να επιδιώκει ο καθένας την επικράτηση των προγραμματικών του απόψεων στην εσωτερική πάλη των ιδεών, αλλά όχι αγνοώντας το μεγαλύτερο κεκτημένο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ: ότι για πρώτη φορά παρείχε έναν πανελλαδικής εμβέλειας και αξιόλογης αναγνώρισης ενιαίο φορέα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Αυτό συνέβη κατά τα πρώτα χρόνια της κρίσης, για συγκεκριμένους λόγους. Οι πολιτικές εκπροσωπήσεις δημιουργούνται σε ορισμένες συνθήκες, και όχι όποτε το θελήσουμε εμείς. Το ίδιο, βεβαίως, οφείλουν να κατανοήσουν και δυνάμεις που επιλέγουν τον μοναχικό δρόμο μέχρι να προκύψει ένα καλύτερο ή/και ευρύτερο αντικαπιταλιστικό μέτωπο, ή κατευθείαν το επαναστατικό κόμμα, ακόμα και εάν η κριτική τους στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει βάση.

Ένα δεύτερο κοινό στοιχείο στον πυρήνα της λογικής των δύο μεγαλύτερων οργανώσεων, το οποίο μάλιστα μοιράζονται με τις οργανώσεις που αποχώρησαν στο παρελθόν, αφορά την αντίληψη για τις πολιτικές συμμαχίες. Με διαφορετικές παραλλαγές, και παρότι στις συγκεκριμένες επιλογές σχεδόν πάντα μέχρι σήμερα έχουν διαφωνήσει, οι δύο οργανώσεις παραμένουν προσκολλημένες στην ελπίδα ενός θαύματος διαμέσου αλγεβρικών συνδυασμών πολιτικών δυνάμεων. Αυτό είναι το υπόβαθρο των διαδοχικών προτάσεων συμπόρευσης που μονοπώλησαν για χρόνια την εσωτερική συζήτηση (ΜΑΑ, Σχέδιο Β, ΛαΕ, ΛαΕ 2, Στούντιο, πλατιά ψηφοδέλτια σε μεγάλους δήμους). Παρότι, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη με τις δυνάμεις που αποχώρησαν, η μεθοδολογία αυτή δεν οδήγησε τις δύο μεγαλύτερες οργανώσεις στην εγκατάλειψη του σχεδίου της ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής αριστερά, επιζεί η φαντασίωση ότι, με τις σωστές διατυπώσεις και χειρισμούς, θα προσελκύσουμε σε ένα κοινό μέτωπο ρεύματα που έχουν στρατηγικές διαφορές με τον πυρήνα των απόψεων της ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής αριστεράς, ρεύματα ριζοσπαστικά ρεφορμιστικά, κεντρίστικα ή ενδιάμεσα.

Σήμερα, δεν έχουμε κάποια τέτοια πρόταση. Δεν υπάρχουν, άλλωστε, και οι υποψήφιοι: η πρωτοβουλία του Στούντιο διαλύθηκε, το ΜέΡα25 βρίσκεται προγραμματικά και φυσιογνωμικά πολύ μακριά, η ΛΑΕ διέρχεται οριστική διαλυτική κρίση, η Πρωτοβουλία των 5+1 εχει δημιουργηθεί ρητά ακριβώς ενάντια στη λογική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η επίμονη φαντασίωση, ωστόσο, παραμένει, είτε στις διαδοχικές «πολιτικές προτάσεις» προς ενδιάμεσες οργανώσεις, είτε στη λογική της συνεννόησης με γραφειοκρατικές ηγεσίες «για να πάρουμε τον κόσμο του ρεφορμισμού».

Εξάλλου, παρότι κεντρικά απορρίφθηκαν, σε επιμέρους, αλλά μεγάλης σημασίας, πεδία η λογική των πλατιών συμμαχιών εφαρμόστηκε, παρά την απόφαση της 5ης Συνδιάσκεψης και χωρίς έκτοτε να γίνει ένα απολογισμός. Η πλέον χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Δήμου της Αθήνας, με τη συνεργασία τριών σχημάτων και ευρύτερων ανένταχτων δυνάμεων, και επικεφαλής μέλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Το εκλογικό αποτέλεσμα της ευρύτερης συμμαχίας, ήταν, βεβαίως, αξιόλογο, παρότι δεν υπήρξε κάποιο θαύμα, αλλά το άθροισμα ήδη υφιστάμενων πολιτικών επιρροών, με δεδομένη την εθελούσια απουσία ενός ψηφοδελτίου του ΜέΡΑ25 και της ΛΑΕ και τη στήριξή τους στο ευρύ ψηφοδέλτιο. Όμως, την επαύριο ήδη των εκλογών, η συνεργασία των σχημάτων εξαϋλώθηκε στις αντιφάσεις της, χωρίς να υπάρχει κανένα σώμα στο οποίο να λογοδοτεί. Το να κρίνουμε το παράδειγμα πετυχημένο είναι σοβαρή εκλογικίστικη αλλοίωση των κριτηρίων μας.

Ο ίδιος εκλογικισμός είναι ο μόνος παράγοντας που μπορεί να εξηγήσει την ιδεοληψία της συνεχιζόμενης υποστήριξης των πλήρως μεταλλαγμένων ΕΑΑΚ από το ΣΕΚ, ακόμα και μετά την εγκληματική τραμπούκικη επίθεση της ΑΡΑΣ στο Πολυτεχνείο. Στο όνομα του αντισεκταρισμού, συντρόφισσες και σύντροφοι που δεν έχουν καμία σχέση με τις πρακτικές της ΑΡΑΣ ρισκάρουν να μοιραστούν την τύχη της, δηλαδή τη δίκαιη περιθωριοποίηση από το σύνολο του κινήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι τα, πλήρως ελεγχόμενα από την ΑΡΑΣ, ΕΑΑΚ, δεν είχαν καμία συμβολή στις πρόσφατες κομβικές κινητοποιήσεις ενάντια στις διώξεις και τα πειθαρχικά κατά φοιτητών – πώς θα μπορούσαν άλλωστε, αφού δεν τολμούσαν καν να πατήσουν στις σχολές; Ποια κινηματική λογική μπορεί να έχει σήμερα η υποστήριξη ενός τέτοιου μετώπου στα πανεπιστήμια;

Θα πρέπει να προστεθεί ότι η ιδέα πως κάποια στιγμή, με το σωστό χειρισμό (είτε προς τα μεγάλα κόμματα του ρεφορμισμού, είτε προς τις ενδιάμεσες οργανώσεις), θα γίνει το άλμα, προκαλεί, στον αντίποδα, την περιχαράκωση των δύο μεγαλύτερων οργανώσεων εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εφόσον περιμένουμε το Μεσσία της υπέρβασης, δεν έχει τόση σημασία να κάνουμε μέχρι τότε κάτι για το μέτωπο. Με αυτή την προσδοκία, θα αρκούσε η οχύρωση στην οργάνωση (ή κόμμα!) του καθενός, και η διατήρηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σαν αργούν κεφάλαιο που θα εκταμιευθεί στη μελλοντική αυτή υπέρβαση.

Όμως, μετά από τόσα χρόνια κρίσης του καπιταλισμού, αλλά και του εργατικού κινήματος, σε ένα πλαίσιο αποσάθρωσης του πολιτικού συστήματος και ρευστοποίησης των συνειδήσεων, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το υλικό για ένα ευρύτερο αντικαπιταλιστικό πόλο ΔΕΝ υπάρχει έτοιμο. Το δυναμικό ενός μελλοντικού μαζικότερου αντικαπιταλιστικού και επαναστατικού πόλου, σήμερα, στην πλειοψηφία του, ΔΕΝ είναι προσδεδεμένο σε άλλες ηγεσίες, τουλάχιστον όχι οργανικά και σταθερά, ώστε να απεγκλωβιστεί είτε με διεμβολιστικές προτάσεις συνεργασίας, είτε με καταγγελίες, ανάλογα με τη μεθοδολογική προτίμηση του καθενός. Οι συνθήκες και το υπόστρωμα για έναν μαζικό αντικαπιταλιστικό πόλο υπάρχουν, αλλά τα μέλη του δεν θα τα κληρονομήσουμε έτοιμα από άλλους πολιτικούς χώρους.

 

Για έναν ανανεωμένο, επαναστατικό προσανατολισμό

Ένας ειλικρινής απολογισμός και μια σωστή κατανόηση των δυνάμεων και των αδυναμιών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ιστορικά και σήμερα, στην 6η Συνδιάσκεψη, θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στο κίνημα και στην υπόθεση της συγκρότησης του μαζικού αντικαπιταλιστικού και επαναστατικού πόλου, χωρίς τον οποίο η συνεχιζόμενη κρίση δεν μπορεί να επιλυθεί προς όφελος των εργαζομένων και καταπιεσμένων.

Ποτέ δεν είναι αργά για οργανωτικά μέτρα συγκρότησης. Οφείλουμε να επαναφέρουμε και πάλι την πρόταση για ίδρυση κεντρικών γραφείων, έκδοση κοινού εντύπου και διοργάνωση κοινού φεστιβάλ.

Για να προσελκύσουμε το υλικό, για να δημιουργήσουμε τη δυναμική ενός μαζικού αντικαπιταλιστικού πόλου, στην προοπτική ενός μαζικού επαναστατικού κόμματος, πρέπει να πάρουμε πρωτοβουλίες στην ταξική πάλη, οι οποίες θα συσπειρώσουν στην πράξη. Ο απομονωτισμός σε ξεκομμένες κινητοποιήσεις ή κέντρα αγώνα δεν βοηθάει, όπως δεν βοηθάει και η αποφυγή της σύγκρουσης με γραφειοκρατικές ηγεσίες. Χρειάζονται διακριτές προτάσεις και παραδειγματικές δράσεις, με δυναμική ενιαιομετωπικής συσπείρωσης.

Πρωταγωνιστώντας ταυτόχρονα στα μαζικά κινήματα, χρειάζεται να μιλάμε στρατηγικά. Χρειάζεται να μιλήσουμε για το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα, που είναι μεταβατικό μόνο στο βαθμό που είναι πρόγραμμα για την εξουσία. Τη συζήτηση αυτή δεν χρειάζεται να την εισάγουμε εμείς, θα την κάνει επίκαιρη ο νέος γύρος της κρίσης.  Όσο περιορισμένες και αν είναι σήμερα οι δυνάμεις μας, να πάρουμε τον εαυτό μας στα σοβαρά, για να μας πάρουν στα σοβαρά και οι άλλοι.

Χρειάζεται στο κέντρο του αντικαπιταλιστικού προγράμματος και προτάγματος να βάλουμε την αυτοοργάνωση, στην οποία η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μέχρι σήμερα δεν είχε αρκετή εμπιστοσύνη. Να θέσουμε στο κέντρο της πρότασής μας εμπειρίες όπως οι λαϊκές συνελεύσεις, τα συντονιστικά, οι επιτροπές. Χωρίς πρόταση αυτοοργάνωσης, δεν υπάρχει πρόταση για την εργατική εξουσία, και κάθε συζήτηση για την εξουσία αντικειμενικά εκφυλίζεται σε μια συζήτηση για το ποια κοινοβουλευτική κυβέρνηση. Αυτό έλειψε από την πρότασή μας την περίοδο όπου ετίθετο αντικειμενικά, αλλά σε σημαντικό βαθμό και υποκειμενικά μέσα στο κίνημα, το θέμα της εξουσίας, με αποκορύφωμα την περίοδο 2011-2012.

Να είμαστε έτοιμοι, την επόμενη φορά που θα κινηθεί η μάζα των καταπιεσμένων, να προτείνουμε μορφές αυτοοργάνωσης, όπως θα μπορούσαν να είναι οι τοπικές επιτροπές ή συνελεύσεις για τα Τέμπη, αν παίρναμε έγκαιρα την πρωτοβουλία γι’ αυτές. Εκεί θα έχουμε το χρόνο και τον τρόπο να προσελκύσουμε αγωνιστές, να αλλάξουμε τους συσχετισμούς στο κίνημα. Αυτό θα συσπειρώσει και το χώρο μας, και όχι η περιοδικά επαναλαμβανόμενη τελετουργική ευχή να ξαναλειτουργήσουν οι τοπικές, χωρίς καμία πρακτική πρωτοβουλία γι’ αυτό.

Ας αρχίσουμε από το δικό μας χώρο: με έναν γύρο ανανεωμένων αντικαπιταλιστικών συνελεύσεων, μετά τη συνδιάσκεψη, με φρέσκια τη δυναμική του διαλόγου, της κριτικής και του απολογισμού που είναι απαραίτητο να γίνουν.