• Πέμ, 12/03/2026 - 00:28
Πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες της εργατικής τάξης Ο ρόλος των επαναστατών μαρξιστών σε αυτές [του Κώστα Δικαίου]

Πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες της εργατικής τάξης

Ο ρόλος των επαναστατών μαρξιστών σε αυτές

 

Η αποτυχία να εξαπλωθεί η επανάσταση πέρα από την Ρωσία το 1917 και οι ήττες του εργατικού κινήματος το 1918- 1919 (επαναστάσεις σε Αυστρία, Γερμανία, Ουγγαρία, απεργιακές κινητοποιήσεις σε Ιταλία, Τσεχοσλοβακία κλπ.) έδειξαν ότι οι κομμουνιστές έπρεπε να ξεχωρίσουν από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, να πάψουν να αποτελούν απλά μια τάση στο εσωτερικό τους και να φτιάξουν τα δικά τους επαναστατικά κόμματα.

 

Στην συνέχεια όμως η επίθεση της μπουρζουαζίας έθεσε νέο στόχο την ενοποίηση της εργατικής τάξης για την αντιμετώπιση αυτής της επίθεσης και το κέρδισμα στην πολιτική τους και στην σοσιαλιστική επανάσταση των πρωτοπόρων αγωνιστών και προλετάριων (δεδομένου ότι μεγάλα τμήματα των εργαζομένων παρέμεναν προσκολλημένα στις ρεφορμιστικές οργανώσεις παρά τις όποιες αμφιβολίες τους για την πολιτική τους).

   Έτσι μεταξύ του 3ου και 4ου συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Ιούνιος 1921 – Νοέμβριος 1922) υιοθετείται η τακτική του Ενιαίου Μετώπου (ΕΜ) γιατί ήταν προφανές ότι δεν θα μπορούσαν τα ΚΚ να πάρουν με το μέρος τους τους εργαζομένους αν απλά κατάγγελλαν την ρεφορμιστική ηγεσία σαν προδότες.

 Παρόλα αυτά η τακτική του ΕΜ θα εγκαταλειφθεί από την σταλινοποιημένη 3η Διεθνή, η οποία- κατά την λεγόμενη Τρίτη και τελευταία Περίοδο του καπιταλισμού (έτσι είχε χαρακτηρίσει ο Στάλιν την περίοδο 1928 έως περίπου 1933 όπου το καπιταλιστικό σύστημα είχε βυθιστεί στην κρίση περιλαμβανομένου του Κραχ του 1929)- προς εξυπηρέτηση αυτής της λανθασμένης εκτίμησης, υποχρέωσε τα ΚΚ να ακολουθήσουν μια άκρως σεκταριστική, διασπαστική και τυχοδιωκτική πολιτική (διάσπαση συνδικάτων, δημιουργία των λεγόμενων «κόκκινων συνδικάτων», χαρακτηρισμοί και ύβρεις για την σοσιαλδημοκρατία  όπως «σοσιαλφασίστες», «κύριος εχθρός του κινήματος» κλπ.) Αυτή η τακτική είχε σαν αποτέλεσμα σημαντικότατες απώλειες σε μέλη και επιρροή για τα ΚΚ και σημαντική ευθύνη για την άνοδο του φασισμού.

Αντίθετα η τακτική του ΕΜ έλεγε ότι η συνεργασία με τους ρεφορμιστές μέσα στους αγώνες κάτω από ορισμένες συνθήκες και κατάλληλες πολιτικές και τακτικές θα μπορούσε να δείξει στους εργάτες ποιοι πραγματικά ήθελαν την ενότητα και ποιοι πάλευαν στην πράξη για τα άμεσα και ιστορικά συμφέροντά τους.

Η τακτική του ΕΜ -η οποία δεν μπορεί να εφαρμοστεί ενιαία και ομοιόμορφα για όλες τις χώρες και όλες τις ιστορικές και πολιτικές συνθήκες- εμπλουτίστηκε αργότερα από τον Τρότσκι και την 4η Διεθνή.

1.Η πολιτική των συμμαχιών 

Το ΕΜ δεν αποτελεί απλά μια πρόταση συνεργασίας προς τους ρεφορμιστές. Πρόκειται για ένα σχέδιο επίλυσης του προβλήματος των πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών της εργατικής τάξης με τα άλλα στρώματα των εργαζομένων   (αγρότες, υπάλληλοι, παλιά και νέα μικροαστικά στρώματα ) και εντάσσετε οργανικά στο στρατηγικό σχέδιο των επαναστατών μαρξιστών για την ενοποίηση της εργατικής τάξης και των σύμμαχων στρωμάτων κάτω από την ηγεσία της για την σοσιαλιστική επανάσταση.

Τα μικροαστικά στρώματα είναι με το ένα πόδι στο στρατόπεδο της μπουρζουαζίας με την οποία συνδέονται με μια κοινή κοινωνική θέση (ατομική ιδιοκτησία) και με το άλλο σαν κυριαρχούμενα και ακόμη εν μέρει εκμεταλλευόμενα και με ένα δυνητικά προλεταριακό μέλλον, στην εργατική τάξη που είναι η μόνη που μπορεί να εγγυηθεί μια προοδευτική και εθελοντική μετατροπή της κοινωνικής και οικονομικής τους θέσης χωρίς τον αγοραίο κανιβαλισμό του κεφαλαίου που τα χρησιμοποιεί για τις εκλογικές του μανούβρες και δεν διστάζει να τα εξολοθρεύσει κατά την διάρκεια  αναδιαρθρώσεων που επιχειρεί ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. Σε τέτοιες περιόδους δεν λείπει από αυτά τα στρώματα μια τάση γενικά αντικαπιταλιστική. Όμως αυτή υπάρχει με ένα αντιφατικό τρόπο. Η αντίσταση των μικροαστών ενάντια στην εκμετάλλευση από την αστική τάξη περιέχει μέσα της κατά βάση τον φόβο του κοινωνικού υποβιβασμού αυτών των ίδιων, η επίθεση ενάντια στην μεγάλη ιδιοκτησία σημαίνει κατά βάση προστασία την μικρής και η επίθεση ενάντια στα μονοπώλια και τον κοσμοπολιτισμό της μπουρζουαζίας δεν σημαίνει την κοινωνικοποίηση της παραγωγής και την υιοθέτηση του προλεταριακού διεθνισμού άλλα μάλλον την προσκόλληση στον προστατευτισμό και τα εθνικά ιδεώδη. Το ΚΚΕ είναι χαρακτηριστική περίπτωση υποταγής του ρεφορμιστικού προγράμματος στην τάση των μικροαστικών στρωμάτων προς την συντήρηση την οπισθοδρόμηση και την παράδοση.

Αν και το πρόβλημα των συμμαχιών έχει μια ιδιαίτερη σημασία σε καθυστερημένες χώρες όπου τα μικροαστικά και καταπιεζόμενα στρώματα αποτελούν την μεγάλη πλειοψηφία δεν πρέπει να υποτιμάται  η συμμαχία με τα ενδιάμεσα στρώματα και στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Επίσης είναι δεδομένο ότι η προλεταριοποίηση των παλιών και νέων μικροαστικών στρωμάτων λόγω της κρίσης του καπιταλισμού απλοποιεί το πρόβλημα των συμμαχιών αφού η εργατική τάξη καθίσταται πλειοψηφική. Όμως η αντικειμενική προλεταριοποίηση ( κοινωνική , οικονομική) αυτών των στρωμάτων  δεν συνεπάγεται αυτόματα και την υποκειμενική προλεταριοποίησή τους (ιδεολογική, πολιτική κλπ.) η οποία καθυστερεί και επομένως το ζήτημα των συμμαχιών συνεχίζει να υφίσταται.

 

2.Η αποτυχία του Λαϊκού μετώπου

Η τακτική του Λαϊκού μετώπου υιοθετήθηκε στο 7ο Συνέδριο της σταλινικής πλέον 3ης  Διεθνούς το 1935 και αποτέλεσε υποτίθεται μια διόρθωση της προηγούμενης γραμμής της Τρίτης Περιόδου πραγματοποιώντας μια στροφή όπου τα ΚΚ αυτούς που αποκαλούσαν πριν «σοσιαλφασίστες» άρχισαν να τους αποκαλούν «πατριώτες», «δημοκράτες» και να επιζητούν συμμαχίες και μέτωπα μαζί τους αλλά και με τα δημοκρατικά κόμματα της αστικής τάξης κάθε χώρας, εγκαταλείποντας κάθε ανεξάρτητο πρόγραμμα της εργατικής τάξης και κάθε επαναστατική αναφορά.

  Η ενότητα που πραγματοποιούσε το Λαϊκό Μέτωπο ήταν μια ταξική συνεργασία από την μια μεριά και από την άλλη η πολιτική της βάση ήταν η αστική δημοκρατία που ολοφάνερα δεν είχε σχέση με τα ιστορικά συμφέροντα του προλεταριάτου. Αντί το προλεταριάτο να οικοδομήσει την δική του ενότητα και στην συνέχεια να κερδίσει τους συμμάχους του και τα διάφορα μικροαστικά στρώματα πάνω στο πρόγραμμά του, γίνεται στην πραγματικότητα σύμμαχος των επιδιώξεων της μικροαστικής και φιλελεύθερης αστικής τάξης. Με τα λαϊκά μέτωπα όχι μόνο έσπαγε η πολιτική ενότητα της εργατικής τάξης αλλά ακόμα και η κοινωνική της ενότητα, με αποτέλεσμα να έχουμε καταστρεπτικά αποτελέσματα για ολόκληρη την κοινωνία και συνήθως τον θρίαμβο της μικροαστικής σκόνης πάνω στην τελευταία, γεγονός που αποτελεί την βάση της ανάπτυξης της ακροδεξιάς. Αυτό τουλάχιστον διδάσκουν οι εμπειρίες της δεύτερης κινέζικης επανάστασης (1925-1927), της Ελλάδας (35-36 και 41-44), της Ισπανίας και της Γαλλίας (34-36), της Χιλής (73) και της Ινδονησίας μέχρι και τα πρόσφατα παραδείγματα της πληθυντικής αριστεράς στην Γαλλία, της κυβέρνηση Πρόντι  στην Ιταλία, το NUPES και το ΝΕΟ ΛΑΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ στην Γαλλία.

 Όμως μορφές λαϊκού μετώπου αποτελούν και οι εκκλήσεις στην «ενότητα της Αριστεράς» ή στο «Αντιμνημονιακό Μέτωπο» παλαιότερα (ΣΥΡΙΖΑ) και σήμερα στο αντιφασιστικό ή αντιακροδεξιό μέτωπο στο όνομα της «απόρριψης του σεχταρισμού», της «πλατιάς συσπείρωσης» ή απλά της υπεράσπισης των λαϊκών συμφερόντων που συνθλίβονται από την ακροδεξιά, συγκροτώντας ένα μέτωπο «δημοκρατικού καπιταλισμού- Αντιτραμπισμού».

  Ακόμα και οργανώσεις που βάζουν τον εαυτό τους στην αντικαπιταλιστική αριστερά (ΑΡΑΝ ΑΡΑΣ και σήμερα Αναμέτρηση, Μετάβαση) υιοθετούν την φράση Ενιαίο Μέτωπο συγχέοντας το περιεχόμενο της με την «ενότητα του κινήματος» ή την «ενότητα μέσα στους Αγώνες» ενώ στην ουσία σε τελική ανάλυση  προωθούν την  τακτική μιας κεντροαριστερής κυβέρνησης που θα περιλαμβάνει αστικές δυνάμεις (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ),  ρεφορμιστικές δυνάμεις ΚΚΕ , αλλά και κόμματα -οργανώσεις και προσωπικότητες που έχουν προκύψει από την διάλυση του  αντιμνημονιακού μετώπου (ΛΑΕ, ΜΕΡΑ 25, ΠΛΕΥΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, ) πράγμα που στην ουσία συνιστά μια μορφή λαϊκού μετώπου.

Αν και είναι σήμερα δύσκολο να χαρακτηρίσει κανείς το ΠΑΣΟΚ ή την μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ ως «σοσιαλδημοκρατία» (όπως έκαναν παλαιότερα οι οργανώσεις που προέρχονται από το βρετανικό SWP-Κόκκινο, ΔΕΑ, αλλά και το ΣΕΚ παρά την συμμετοχή του στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ-  για να δικαιολογήσουν την συνεργασία στα συνδικάτα, την ψήφο ή και την συμμετοχή σε αυτά τα κόμματα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ  ή ακόμα και τον «εισοδισμό» τους, βαφτίζοντας το ΠΑΣΟΚ εντελώς αυθαίρετα αστικό- εργατικό κόμμα, ενώ ήταν ο ένας από τους δυο βασικούς πυλώνες της αστικής πολιτικής στην Ελλάδα, βλέπε τις οργανώσεις από το ρεύμα της CWI Ξεκίνημα κλπ.) ωστόσο  εξακολουθεί να υπάρχει η αναφορά στην «εργατική και λαϊκή βάση» του ΠΑΣΟΚ ή του ΣΥΡΙΖΑ ή και των άλλων θραυσμάτων την ίδια στιγμή που στο προσκήνιο μπαίνει και η «ενότητα» με το ΚΚΕ. Ειδικά για το τελευταίο πρέπει να πούμε ότι δεκαετίες ρεφορμιστικής πολιτικής όχι μόνο έχουν υποσκάψει την επαναστατική κουλτούρα και τις επαναστατικές παραδόσεις αλλά έχουν εκπαιδεύσει και γενιές ολόκληρες σε ένα ρεφορμιστικό σχέδιο διαχείρισης του συστήματος τόσο για την ηγεσία όσο και για την βάση. Αν σε αυτά προστεθεί το σταμάτημα της της μεταβίβασης των παραδόσεων και το σοκ από την κατάρρευση του σταλινισμού και της ΕΣΣΔ, τότε γίνεται κατανοητό ότι ο τύπος του αγωνιστή του ΚΚΕ αλλάζει κάνοντας πιο δύσκολη την ενότητα πάνω σε μια επαναστατική βάση.

Ωστόσο είναι δυνατόν ένα νέο «αντιδεξιό»  ή «αντιφασιστικό» μέτωπο και κάποιες συμμαχίες με μικροαστικές προσωπικότητες και μικροαστικά μορφώματα να παγιδεύσουν ξανά, παρά την εμπειρία ΣΥΡΙΖΑ, σημαντικά τμήματα των εργαζομένων. Το αστικό πολιτικό σκηνικό χαρακτηρίζεται από κρίση εναλλακτικής πρότασης απέναντι στην φθορά της ΝΔ  και κατακερματισμού της αντιπολίτευσης παρά τις προσπάθειες αντιδραστικής ανασυγκρότησης του. Η αδυναμία της «δημοκρατικής - προοδευτικής» αντιπολίτευσης βασίζεται στην βαθιά κρίση του σοσιαλδημοκρατικού ρεύματος. Η δομική κρίση της σοσιαλδημοκρατίας οδηγεί το σύστημα σε αναζήτηση μελλοντικών κυβερνητικών λύσεων από τον Τσίπρα και τον Σαμαρά  μέχρι την ακραιφνή ακροδεξιά.

Ωστόσο δεν πρέπει να μένουμε στατικά προσκολλημένοι πάνω σε αυτήν την πραγματικότητα υποτιμώντας την έμφυτη αντικαπιταλιστική παρόρμηση της εργατικής τάξης σε συνθήκες παρατεταμένης κρίσης και αστάθειας του καπιταλιστικού συστήματος, παρατεταμένου κοινωνικού πολέμου, ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και πολέμων, που πυροδοτούν εκρήξεις όπως αυτές στο Μπαγκλαντές, στην Ινδονησία, το Νεπάλ, την Μαδαγασκάρη και το Περού ή αυτές που προμηνύονται  στην Γαλλία,  τις οποίες πρέπει να αξιοποιήσουν οι επαναστάτες μαρξιστές.

3.Η πολιτική των συμμαχιών στο εσωτερικό της εργατικής τάξης. Το Ενιαίο Μέτωπο.

Σήμερα το προλεταριάτο είναι η πιο πολυάριθμη τάξη στον κόσμο. Αυτό οφείλεται στην συρρίκνωση των μικροαστικών στρωμάτων και κυρίως των αγροτών. Στις ανεπτυγμένες χώρες οι μισθωτοί ξεπερνούν το 85-90%  και στη χώρα μας το ποσοστό αυτό είναι γύρω στο 70%.

Το κέρδισμα της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης στην επανάσταση είναι ο στρατηγικός στόχος που επιδιώκει το επαναστατικό κόμμα, το οποίο συγκεντρώνει στις γραμμές του ένα μικρό τμήμα αυτής της τάξης. Από αυτό προκύπτει μια κατάσταση προφανώς αντιφατική στη διαδικασία οικοδόμησης του επαναστατικού κόμματος: από την μια μεριά είναι υποχρεωμένο να οριοθετείτε αυστηρά από όλες τις άλλες τάσεις, να διαχωρίζεται από την πλατιά μάζα της εργατικής τάξης και να προφυλάσσεται από κάθε ρεφορμιστική επιρροή και από την άλλη να φροντίζει να συνδέεται με τις πλατιές εργατικές μάζες αν θέλει να τις πείσει πάνω στο πρόγραμμά του και να της κατευθύνει ώστε να καταλάβουν την εξουσία.

Αυτό το δύσκολο καθήκον για να επιτευχθεί απαιτείται η χρησιμοποίηση τακτικών μέσων. Πράγματι αν στο ατομικό επίπεδο η συνειδητοποίηση μπορεί μερικές φορές να γίνει μόνο με την προπαγάνδα (διάβασμα, συζήτηση, συγκεντρώσεις κλπ.) στο επίπεδο των πλατιών μαζών η ανύψωση του επιπέδου συνείδησης, το πέρασμα από μια συνείδηση εργατική -διεκδικητική σε μια πλήρως ανεπτυγμένη ταξική συνείδηση, πολιτική, επαναστατική, γίνεται μόνο στη βάση των εμπειριών, στην βάση του αγώνα και της οργάνωσης.

Η τακτική του ΕΜ αποτελεί διαλεκτική ενότητα με τους ρεφορμιστές μέσα στους αγώνες και αγώνας ενάντια στους ρεφορμιστές.

  Αλλά το ΕM είναι μόνο μια τακτική και η τακτική πρέπει να είναι πάντα υποταγμένη στην στρατηγική. Το ΕΜ πρέπει να είναι ένα μέτωπο ταξικής πάλης και όχι ένα μέτωπο ταξικής συνεργασίας. Κατά συνέπεια αυτό αποκλείει συνεργασίες με αστικές πολιτικές δυνάμεις αλλά και με ρεφορμιστικές δυνάμεις και εργατικές οργανώσεις πάνω σε ένα πρόγραμμα ταξικής συνεργασίας. Σε καμμιά περίπτωση δεν υπάρχει θέμα να υποτάξουμε κάθε προοπτική δράσης στο όνομα της ενότητας ακόμα και αν αυτή η ενότητα αφορά ένα αντιφασισμό ο οποίος χωρίς δράση είναι κενό γράμμα.

      Η συγκρότηση του ΕΜ γίνεται πάνω σε κοινωνική βάση , δηλαδή αποτελείται από κόμματα και οργανώσεις εργατικές (πολιτικές ή συνδικαλιστικές). Αυτή όμως η ενότητα που επιτυγχάνεται πάνω σε μια κοινωνική βάση  είναι ενότητα καθ’ εαυτή. Η επαναστατική πρακτική της τακτικής του ΕΜ, έχει στόχο να την μετατρέψει σε ενότητα δι’ εαυτή που είναι μια ενότητα σε ανώτερο επίπεδο , δηλαδή πάνω σε βάση πολιτική. Ενότητα πάνω σε βάση πολιτική σημαίνει πάνω στο πρόγραμμα υπεράσπισης των συμφερόντων του προλεταριάτου, δηλαδή ουσιαστικά στο πρόγραμμα του επαναστατικού κόμματος. Έτσι η τακτική του ΕΜ από την μια μεριά βοηθάει στην ανασυγκρότηση και την ταξική συνείδηση του προλεταριάτου και από την άλλη στην οικοδόμηση του επαναστατικού κόμματος.

Ο Μαντέλ έλεγε: Η «…διαφορά μεταξύ Λαϊκού και Ενιαίου Μετώπου δεν βρίσκεται στην συμμετοχή αστών ή μικροαστών πολιτικών ή και κομμάτων στους συνασπισμούς» (Έρνεστ Μαντέλ «Τρότσκι»). Μόνο οι σεχταριστές θεωρούν τη συμμετοχή αστών πολιτικών στην συμμαχία σαν αναπόφευκτο προοίμιο της ταξικής προδοσίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος. Αυτό που καθορίζει την διαφορά ΛΜ και ΕΜ είναι η συμμετοχή του επαναστατικού κόμματος, το πρόγραμμα του μετώπου και φυσικά η ελεύθερη ανάπτυξη της αντικαπιταλιστικής δράσης των μαζών. Με αυτή την έννοια η συγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελούσε μορφή ΕΜ γιατί στηρίχτηκε σε μια συνεργασία που στόχο είχε την εκλογική επικράτηση, με ένα απλά αντιμνημονιακό πρόγραμμα και κυρίως με μια παύση των κινητοποιήσεων εν αναμονή των εκλογών.

Επίσης το ΕΜ επιβάλλεται και η επιβολή του δεν είναι μόνο θέμα πολιτικής υπεροχής αλλά εξαρτάται κυρίως από τους συσχετισμούς δύναμης.

Υπάρχει η αντίληψη ότι το ΕΜ εφαρμόζεται σε περιόδους υποχώρησης και άμυνας του εργατικού κινήματος και ότι δεν ισχύει σε περιόδους ανόδου του κινήματος και του επαναστατικού κόμματος. Ωστόσο η τακτική του ΕΜ δεν εξαρτάται από τον χαρακτήρα της περιόδου αλλά από τον συσχετισμό δύναμης ρεφορμιστών- επαναστατών που είναι ένα από τα στοιχεία χαρακτηρισμού της περιόδου. Εξάλλου δεν υπάρχει μηχανική σχέση ανάμεσα σε μια επαναστατική άνοδο και την κατάκτηση της ηγεμονίας του προλεταριάτου από τους επαναστάτες αν και σε γενικές γραμμές η άνοδος του εργατικού κινήματος συνοδεύεται από ενίσχυση των επαναστατών.

  Αν το επαναστατικό κόμμα είναι το μοναδικό εργατικό κόμμα ή αν αποτελεί την πλειοψηφική δύναμη μέσα στους εργαζόμενους και το εργατικό κίνημα, τότε δεν τίθεται θέμα ΕΜ με τους ρεφορμιστές. Ενδεχόμενα τίθεται θέμα ενιαιομετωπικής πολιτικής με άλλες υπαρκτές επαναστατικές ή αντικαπιταλιστικές δυνάμεις. Το ΕΜ δεν είναι στρατηγικός στόχος, αν δεν υπάρχουν ρεφορμιστικές οργανώσεις είτε γιατί η ιστορία τις εξαφάνισε (και ισχύει αυτό στην Ευρώπη), είτε γιατί δεν τις δημιούργησε ποτέ (πχ ΗΠΑ) δεν χρειάζεται να αναστηθούν από το επαναστατικό κόμμα μόνο και μόνο για να γίνει συμμαχία μαζί τους. Πολύ περισσότερο δεν χρειάζεται να βαφτίζουν ρεφορμιστικά ή εργατικά διάφορα αστικά κόμματα προκειμένου να δικαιολογηθεί μια δήθεν ενιαιομετωπική τακτική μαζί τους, με το επιχείρημα της λαϊκής τους βάσης (λες και η δεξιά δεν έχει λαϊκή βάση). Αυτό ισχύει τόσο για το ΠΑΣΟΚ παλαιοτέρα (Εισοδισμός  Ξεκίνημα) όσο και για το ΣΚ στην Γαλλία σήμερα, το οποίο βαπτίζεται ρεφορμιστικό για να δικαιολογηθεί το ΝΕΟ ΛΑΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ ως Ενιαίο Μέτωπο. Η αναγόρευση του ΕΜ σε στρατηγικό στόχο -αντί για μια τακτική μόνο- χρησιμοποιήθηκε και από κάποιες   οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς για να δικαιολογηθεί η προσχώρησή τους στο ΣΥΡΙΖΑ. Η λογική του ΕΜ είναι ενότητα στην δράση και υπερφαλάγγιση των ρεφορμιστών τόσο από τους επαναστάτες όσο και από τις ίδιες τις μάζες που πριν επηρέαζαν οι ρεφορμιστές.  Για να γίνει αυτή η υπερφαλάγγιση  πρέπει να υπάρχουν τα μέσα είτε να επιβληθεί το ΕΜ χωρίς προγραμματικές υποχωρήσεις,  είτε να γίνει φανερό ότι οι ρεφορμιστικές ηγεσίες αρνούνται τον αγώνα και την ενότητα της εργατικής τάξης. Στις περιπτώσεις που ο συσχετισμός δύναμης ρεφορμιστών- επαναστατών είναι πολύ δυσμενής σε βάρος των επαναστατών, είτε για λόγους αριθμητικούς είτε για λόγους πολιτικούς, οι προτάσεις για ΕΜ δεν θα είχαν αποτέλεσμα δεδομένου ότι για να επιβάλεις το ΕΜ πέρα από το να το εξαγγέλλεις ρητορικά , πρέπει να έχεις και την δύναμη να το κανείς , πρέπει να σου το επιτρέπει ο οργανωτικός και πολιτικός συσχετισμός δύναμης. Όπως διαπίστωνε και η ΚΔ το 1922, η τακτική του ΕΜ δεν έχει καθολική ισχύ, δεν έχει εφαρμογή πέρα ενός κάποιου συσχετισμού δύναμης.

 Τέλος το ΕΜ είναι ένα μέτωπο από την βάση ως την κορυφή. Η γραφειοκρατική αντίληψη του ενιαίου μετώπου αντιλαμβάνεται τις συμμαχίες σαν συμμαχίες κορυφής, δηλαδή ηγεσία με ηγεσία. Το ΕΜ όμως θέλει να κατακτήσει τις μάζες στο πρόγραμμα των επαναστατών, άρα απευθύνεται κυρίως σε αυτές και στους αγώνες τους. Αλλά αν θέλουμε να δράσουμε με αυτές τις μάζες που είναι οργανωμένες και οι οποίες επομένως έχουν και αυτές ηγέτες , είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε με αυτούς τους ηγέτες αν οι μάζες το απαιτούν με στόχο να τις αποσπάσουμε από αυτούς.

Πιο επικίνδυνη όμως είναι η αντίληψη  που τείνει να διαγράψει τις διαφορές του προγράμματος ανάμεσα σε οργανώσεις που ενώνονται σε μέτωπο και που αρνούνται στο όνομα της ενότητας κάθε πολιτική και οργανωτική αυτονομία (οι οργανώσεις που μπήκαν στο ΣΥΡΙΖΑ περιόρισαν την πολιτική και οργανωτική τους ανεξαρτησία). Ένας από τους βασικούς όρους για να μην είναι οπορτουνιστική μια συμμαχία είναι η διατήρηση της πολιτικής και οργανωτικής ανεξαρτησίας του επαναστατικού κόμματος στην βάση της λενινιστικής αρχής «βαδίζουμε χώρια, κτυπάμε μαζί». Όχι μόνο η ιστορική αλλά και η πρόσφατη πολιτική εμπειρία σε Ελλάδα Ευρώπη και Λατινική Αμερική έχει αποδείξει ότι η λεγόμενη «κατάργηση της διάκρισης μεταξύ επαναστατικής και διαχειριστικής / ρεφορμιστικής Αριστεράς» τελικά σημαίνει ακύρωση της επαναστατικής πολιτικής και έχει σοβαρές αρνητικές συνέπειες ευρύτερα για το εργατικό και λαϊκό κίνημα.

  Δεν φετιχοποιούμε την ενότητα γιατί έχουμε πλήρη συνείδηση ότι η οικοδόμηση μιας επαναστατικής οργάνωσης είναι σε μεγάλο βαθμό έργο διαχωρισμού ακόμα και διαίρεσης και μάλιστα πολλές φορές μεγάλα τμήματα των εργαζομένων το αντιλαμβάνονται και δυσανασχετούν. Αλλά πάνω από την ενότητα οι επαναστάτες βάζουν την ελευθερία προπαγάνδισης και δράσης για τον κομμουνιστικό σκοπό.

Το εκλογικό πεδίο για τους επαναστάτες είναι μονάχα προπαγανδιστικό και με αυτήν την έννοια δεν τίθεται θέμα ΕΜ μόνο για τις εκλογές χωρίς καμμιά συμφωνία για μακροπρόθεσμη δράση. Εξάλλου σε οποιαδήποτε στιγμή της ταξικής πάλης τα τμήματα του προγράμματος των επαναστατών που είναι κοινά με τους ρεφορμιστές ή άλλα εργατικά κόμματα και οργανώσεις (από τους σοσιαλδημοκράτες μέχρι τους αναρχικούς) μπορούν να γίνουν αντικείμενο κοινής δράσης.

  Αλλά υπάρχει και η σεκταριστική αντίληψη που επιμένει να αντιλαμβάνεται την ενότητα μόνο με την μορφή της ενότητας στην βάση. Αντίληψη που υποστηρίζεται πολλές φορές από μαοϊκές οργανώσεις (ΚΚΕμλ, ΜΛ-ΚΚΕ αν και η ΚΟΕ προτίμησε το λαϊκό μέτωπο με τον ΣΥΡΙΖΑ) και προέρχεται άμεσα από τις «θεωρητικές» δικαιολογήσεις της αριστερίστικης  πορείας της «τρίτης περιόδου» της σταλινοποιημένης ΚΔ, που στόχευε στο κέρδισα των μαζών που επηρεάζονταν από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα με μια πολιτική καθαρής ρητορικής καταγγελίας των ηγεσιών τους. Στοιχεία αυτής της σεχταριστικής πολιτικής εφαρμόζει και το ΚΚΕ σήμερα μαζί με τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό του.

4.Οι αντικειμενικοί στόχοι του Ενιαίου Μετώπου

Πρώτος στόχος είναι η απόρριψη του τελεσιγραφισμού, κάνοντας ένα αναγκαίο τακτικό συμβιβασμό. Στην πολιτική πρέπει να ξεκινάμε από αυτό που υπάρχει και όχι από αυτό που ευχόμαστε να γίνει ή θα γίνει κάποτε. Αυτό σημαίνει ότι η επιρροή των ρεφορμιστικών ηγεσιών στις μάζες δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με ένα μονόπλευρο τελεσίγραφο καταγγελίας των ηγεσιών που μπορεί να ερεθίζει και να προσβάλει τους εργάτες που ακολουθούν αυτές τις ηγεσίες,  άλλα από ένα καθορισμένο πρόγραμμα για κοινή δράση. Αυτός είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για να κατακτηθεί η πραγματική ηγεσία από το επαναστατικό κόμμα. Αν δείξεις στις μάζες το πρώτο βήμα για ένα κοινό αγώνα, θα απαιτήσουν από την οργάνωσή τους να ακολουθήσει αυτό το δρόμο. Αν η οργάνωσή τους επιμένει να μην το δέχεται, τότε μπορεί να φτάσουν ως την ρήξη με αυτήν.

Η επανάσταση δεν θα γίνει μαζί με τις ρεφορμιστικές ηγεσίες  τελικά αλλά εναντία τους.

Δεύτερος στόχος είναι η υιοθέτηση ενός συστήματος μεταβατικών διεκδικήσεων.

 Είναι ανάγκη οι επαναστάτες να βοηθήσουμε τις μάζες στην πορεία της καθημερινής πάλης να βρουν μια γέφυρα ανάμεσα στις σημερινές διεκδικήσεις και στο σοσιαλιστικό πρόγραμμα της επανάστασης. Η γέφυρα αυτή  θα περιλαμβάνει ένα σύστημα μεταβατικών διεκδικήσεων, που να ξεκινούν από τις σημερινές συνθήκες και από την σημερινή συνείδηση των πλατιών στρωμάτων της εργατικής τάξης και να οδηγούν αναπότρεπτα στο μοναδικό τελικό σκοπό: την κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραμερίζουμε ως άχρηστο το πρόγραμμα των «μίνιμουμ» διεκδικήσεων, στο βαθμό που αυτές τουλάχιστον έχουν διατηρήσει ένα μέρος από την ζωτική τους σημασία. Οι αντιρρήσεις που εγείρονται ενάντια στις μερικές (επιμέρους) διεκδικήσεις, καθώς και οι κατηγορίες ότι οι καμπάνιες πάνω σε τέτοιες διεκδικήσεις είναι ρεφορμιστικές, αντανακλούν την ανικανότητα κατανόησης των ουσιαστικών όρων της επαναστατικής δράσης. Στο «μίνιμουμ πρόγραμμα» των ρεφορμιστών και των κεντριστών, οι επαναστάτες αντιπαραβάλουν το μεταβατικό πρόγραμμα που έχει για σκοπό του την συστηματική κινητοποίηση των μαζών για την προλεταριακή επανάσταση.

Τρίτος στόχος είναι η συγκρότηση των κατάλληλων οργάνων μέσω των οποίων θα διεξαχθεί η δράση του ΕΜ.

Το συνδικάτο είναι η στοιχειώδης μορφή ενιαίου μετώπου στην οικονομική πάλη. Τα συνδικάτα από την φύση τους και αν είναι πραγματικά δημοκρατικά, δημιουργούν την δυνατότητα συγκέντρωσης του συνόλου των εργαζομένων όποια και αν είναι η πολιτική ή η θρησκευτική τους άποψη, στον στοιχειώδη αγώνα ενάντια στην καθημερινή εκμετάλλευση του κεφαλαίου. Υπό αυτήν την έννοια είναι στοιχειώδη όργανα υπεράσπισης των αμέσων συμφερόντων της εργατικής τάξης. Όταν δεν υπάρχει συνδικαλιστική διαίρεση (όπως στην Ελλάδα σε αντίθεση με την Γαλλία πχ όπου το σκ είναι διασπασμένο) από φύση κάθε συνδικάτο είναι ο τόπος που πραγματοποιείται ένα ενιαίο μέτωπο ανάμεσα στους επαναστάτες, τους ρεφορμιστές και τις μάζες χωρίς κόμμα.

Βέβαια η γραφειοκρατικοποίση των συνδικάτων και η ολοένα μεγαλύτερη ενσωμάτωση των ηγεσιών τους στην πολιτική των νεοφιλελεύθερων αρχουσών τάξεων σε συνδυασμό με την διαρκώς μικρότερη συμμετοχή των εργαζομένων στα συνδικάτα σαν αποτέλεσμα τόσο της κρίσης (καταστροφή της δομής της εργατικής τάξης) όσο και της απέχθειας προς τις μανούβρες της ηγεσίας, δυσκολεύουν τον ρόλο των συνδικάτων σαν μορφές ενιαίου μετώπου. Γενικά πρέπει όμως να προσπαθούμε να διατηρούμε την ενιαιομετωπική μορφή που αντιπροσωπεύουν τα συνδικάτα στα μάτια των μαζών (συμμετοχή στις συγκεντρώσεις των συνδικάτων, προσπάθεια αλλαγής του συσχετισμού, δημιουργία συνδικάτων όπου δεν υπάρχουν και ειδικά στις νέες μορφές εργασίας κλπ) παράλληλα με την αμείλικτη καταγγελία της πολιτικής των ηγεσιών τους.   

 Ιδιαίτερα σε περιόδους κινητοποιήσεων η ενωτική προσδοκία εκφράζεται κυρίως με την επιθυμία της ανοργάνωτης πλειοψηφίας για αγώνες και ενότητα. Τότε πιο κατάλληλη μορφή αυτοοργάνωσης είναι οι επιτροπές συνδικαλισμένων και ασυνδικάλιστων εργατών  που πρέπει να δημιουργηθούν. Σε αυτές τις περιόδους που οι μάζες κινούνται πυρετωδώς ένα ΕΜ θα ήταν γραφειοκρατικό αν αρκούνταν να υπάρχει σαν συμφωνία κορυφής ανάμεσα σε οργανώσεις, όπως επίσης θα ήταν στενό πολιτικά και οργανωτικά μέσα στο περιορισμένο συνδικαλιστικό πλαίσιο. Ο Τρότσκι συμπληρώνει: «Η πάλη για τον εργατικό έλεγχο πάνω στην παραγωγή μπορεί και οφείλει να γίνει το σύνθημα του Ενιαίου Μετώπου».

Επομένως η δημιουργία επιτροπών αγώνα, ομάδων περιφρούρησης, απεργιακών ταμείων, η προετοιμασία για κατάληψη εργοστασίων, επιχειρήσεων, σχολείων, τραπεζών κλπ ακόμα και στην κατεύθυνση της αυτοδιεύθυνσης σε περίπτωση λοκ νταουν του κεφαλαίου, είναι μέρος της τακτικής του ΕΜ.

Αν η απεργία με προσωρινή κατάληψη των εργοστασίων, επιχειρήσεων κλπ βάζει το ερώτημα του ποιος είναι ο αφέντης στο εργοστάσιο - επιχείρηση - τόπος δουλειάς συγκυριακά, η  επιτροπή του δίνει οργανωμένη και συστηματική  έκφραση.

Επομένως οι επιτροπές γίνονται στοιχεία δυαδικής εξουσίας μέσα στο εργοστάσιο - τόπο δουλειάς-περιοχή. Παρόμοια μπορεί να φτιαχτούν επιτροπές ενάντια στον πόλεμο, για τον καθορισμό των τιμών, για τον ρατσισμό, ενάντια στους πλειστηριασμούς και τις εξώσεις , ενάντια στο φασισμό, για την υπεράσπιση του περιβάλλοντος, για την ποιότητα ζωής και την αντικαπιταλιστική αποκέντρωση σε δήμους και περιφέρειας και όλα τα άλλα νέα κέντρα που θα εμφανίσει το κίνημα φανερώνοντας ότι ταξική πάλη ξεπέρασε τα όρια των παραδοσιακών οργανώσεων του προλεταριάτου.

Πως όμως είναι δυνατόν οι διαφορετικές διεκδικήσεις και μορφές πάλης να ενοποιηθούν με αρμονικό και ισότιμο τρόπο; Η ιστορία έχει δώσει την απάντηση των Σοβιέτ. Αν η επιτροπή δημιουργεί μια δυαδική εξουσία τοπικά, τα σοβιέτ εγκαινιάζουν μια περίοδο δυαδικής εξουσίας μέσα στην χώρα. Το Σοβιέτ (εργατικό συμβούλιο) είναι επομένως η ανώτερη μορφή του ενιαίου μετώπου μέσα στις συνθήκες όπου το προλεταριάτο μπαίνει στην εποχή της πάλης για την εξουσία.

Τέλος  σκοπός του ΕΜ δεν μπορεί παρά  να είναι μια κυβέρνηση του Ενιαίου Μετώπου. Μια τέτοια κυβέρνηση είναι δυνατή μόνο αν βγει μέσα από την πάλη των ίδιων των μαζών, εάν στηριχτεί πάνω σε εργατικά όργανα κατάλληλα για τον αγώνα και δημιουργημένα από τα πλατιά στρώματα των καταπιεσμένων εργατικών μαζών και όχι από μια κοινοβουλευτική διαδικασία (αν και η ΚΔ δεν απέκλειε και ένα τέτοιο ενδεχόμενο).

   Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι το ΕΜ απλά καταγγέλλει τον κοινοβουλευτικό αγώνα αλλά ότι χρησιμοποιεί το κοινοβούλιο για να ξεσκεπάσει τον ρόλο του στην αστική δημοκρατία. Ο εκλογικός αγώνας για τους επαναστάτες είναι πάντοτε υποταγμένος στην αναγκαιότητα της  άμεσης δράσης, αξιοποιώντας τις δυνατότητες του βαθμού έντασης της ταξικής πάλης την δοσμένη στιγμή. Αντίθετα οι ρεφορμιστές χρησιμοποιούν τις δυνατότητες μαζικής πολιτικής προπαγάνδας που προσφέρονται στις περιόδους των εκλογών λόγω της έντονης πολιτικής δραστηριότητας των μαζών, όχι για να οργανώσουν τις μάζες αλλά για να τις «εκπροσωπήσουν» στο κοινοβούλιο. Αυτή είναι η πάγια τακτική του ΚΚΕ αλλά και όλων των εκλογικών κατεβασμάτων που έχουν σαν στόχο απλά μια εκλογική καταγραφή που υποτίθεται ότι θα ανοίξει δρόμους για την προσέγγιση των μαζών χωρίς όμως μια συμφωνία πάνω στο πρόγραμμα και την πράξη. Δεν μας ενδιαφέρει μια βελτίωση των εκλογικών αποτελεσμάτων όταν αυτό αποτελεί μια συγκόλληση οργανώσεων χωρίς κοινό πρόγραμμα και χωρίς συμφωνία για κοινή δράση (τέτοια στοιχεία είχε το κατέβασμα στις Δημοτικές εκλογές στην Αθήνα, για αυτό και παρά τις όποιες θετικές πλευρές -συνάθροιση δυνάμεων και καλό εκλογικό αποτέλεσμα- δεν αποτέλεσε κανένα πόλο στους επερχόμενους αγώνες).

5.Η πολιτική των συμμαχιών ανάμεσα σε  αντικαπιταλιστικά μορφώματα και εργατικές -επαναστατικές οργανώσεις.

 Σήμερα η αριθμητική  δύναμη των ρεφορμιστών αλλά και η πολιτική τους επιρροή στις μάζες και ιδιαίτερα στην εργατική τάξη έχει αδυνατίσει. Αυτό έχει επιφέρει αλλαγές και στο συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στους ρεφορμιστές και τους επαναστάτες  με τους τελευταίους να έχουν δυνητικά  αυξημένες πιθανότητες να κερδίσουν σε κάποιες περιπτώσεις την πολιτική ηγεμονία πάνω σε ένα πλειοψηφικό μέρος της πλατιάς πρωτοπορίας που αποτελείτε από κομμάτια που έχουν σπάσει από τους ρεφορμιστές ή που δεν έχουν περάσει καθόλου από ρεφορμιστικές οργανώσεις, πράγμα μάλλον παγιωμένο πλέον. Αυτή η εξέλιξη έχει γίνει αρκετές φορές στην σύγχρονη ιστορία του εργατικού κινήματος και στην χώρα μας (Πολυτεχνείο 73, 25 Μάη 1976, Δεκέμβρης 2008, και μερικά στο κίνημα των πλατειών ).

Παρά την αλλαγή του συσχετισμού όμως  αυτός δεν είναι ακόμα τέτοιος ώστε να μπορεί να επιβληθεί στις παραδοσιακές ρεφορμιστικές οργανώσεις μια πολιτική ενιαίου μετώπου. Σε συνδυασμό μάλιστα με την αδύναμη ανασύνθεση και ανασυγκρότηση του κινήματος, την προβληματική λειτουργία των συνδικάτων, την πολυδιάσπαση στις γραμμές της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, τα πισωγυρίσματα στην συνείδηση από την αναπόφευκτη αποτυχία της  πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και την αδυναμία καθοριστικής παρέμβασης της επαναστατικής αριστεράς (με ένα μεταβατικό πρόγραμμα που θα ενέπνεε τις μάζες στη δράση) σε εκείνο το προτσές ασταθούς κίνησης του ελληνικού αστισμού και σχετικά υψηλής συνείδησης των μαζών,   η εφαρμογή μιας τακτικής  ΕΜ δυσκολεύει παραπάνω.

Ωστόσο οι εξελίξεις στην ταξική πάλη, οι εξεγέρσεις, ο πόλεμος των ιμπεριαλιστών, η αστάθεια της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας και η επιδείνωση της κρίσης ειδικά στην Ευρώπη πιθανά να δημιουργήσουν συνθήκες ανόδου του κινήματος και της συνείδησης των εργατικών μαζών, ξαφνικές και με μεγάλη ένταση, οι οποίες σε συνδυασμό με την κρίση των ρεφορμιστικών κομμάτων να δημιουργήσουν προϋποθέσεις ανάπτυξης των επαναστατών χωρίς να χρειαστεί να αποτελέσει το ΕΜ ένα «υποχρεωτικό» στάδιο. Βέβαια η τακτική του ΕΜ παραμένει επίκαιρη τόσο λόγω της πολυδιάσπασης των επαναστατών - δηλαδή της ανάγκης ενός ενιαίου μετώπου μεταξύ τους –όσο  και λόγω της πιθανότητας εμφάνισης ρεφορμιστικών μορφωμάτων αυθόρμητα από την τάξη ή της ισχυροποίησης υπαρχόντων ρεφορμιστικών κομμάτων κάτω από συνθήκες όξυνσης της ταξικής πάλης και αδυναμίας των επαναστατών να την εκμεταλλευτούν. Ενώ έχουν υπάρξει κινήματα αντι-ακροδεξιά, φεμινιστικά, οικολογικά, αντιπολεμικά αντι-νεοφιλελεύθερα που έχουν ανατρέψει ακόμα και κυβερνήσεις (λατινική Αμερική, Μπαγκλαντές, Νεπάλ) δεν έχουν μπορέσει πουθενά να πάρουν αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα λόγω της αδύναμης επίδρασης της επαναστατικής αριστεράς. Αυτή η τάση τείνει να αναγεννά αντίστοιχα ρεφορμιστικά πολιτικά ρεύματα. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η αριστερή διάσπαση του βρετανικού εργατικού κόμματος από Κόρμπιν-Σουλτάνα με την δημιουργία ενός νέου αριστερού κόμματος.  Η εξέλιξη αυτή δείχνει θετικές διεργασίες που γίνονται αλλά ταυτόχρονα εγκυμονούν τον κίνδυνο επανάληψης του παρελθόντος σε δυσμενέστερη μορφή. Πάντως τα ριζοσπαστικοποιημένα κομμάτια δεν καλύπτονται εύκολα πολιτικά και στέκονται κριτικά απέναντι σε όλα τα πολιτικά ρεύματα, ενώ ένα μέρος ταλαντεύεται μεταξύ της ρεφορμιστικής και επαναστατικής τάσης. Να γιατί σε κάθε περίπτωση  θα πρέπει πάντα να προσπαθούμε για την συγκρότηση ενός αντικαπιταλιστικού πόλου που θα κάνει διακριτή την υπεροχή των επαναστατών στα μάτια των εργαζόμενων μαζών και της νεολαίας προγραμματικά και πρακτικά.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έπαιξε ένα τέτοιο ρόλο τα τελευταία χρόνια  χωρίς να μπορέσει να τον ολοκληρώσει στην κρίσιμη φάση του «κινήματος των πλατειών» ενώ αντίθετα είχε διαρροές στην κατεύθυνση οπορτουνιστικών εκλογικών συμμαχιών ( ΑΡΑΣ κλπ) με τα ρεφορμιστικά ρεύματα. Και αυτές οι πρακτικές δεν σταματούν να θέτουν προβλήματα στην ενότητα  και την πολιτική -ιδεολογική και πρακτική εξέλιξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ακόμα και σήμερα. Δεδομένου ότι το ΣΕΚ ακολουθεί μια επαμφοτερίζουσα στάση που χαρακτηρίζεται από μια μορφή ακολουθητισμού στα συνδικάτα, συγκολλήσεις τύπου ΣΤΟΥΝΤΙΟ  και επικλήσεις στην υποτιθέμενη εργατική βάση μορφωμάτων όπως η ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ.

   Χρειάζεται ένας απολογισμός της αδιέξοδης τακτικής διαρκούς κατάθεσης πολιτικών προτάσεων σε ευρύτερες δυνάμεις, που έχουν άλλα στρατηγικά σχέδια (πρόσφατο παράδειγμα η ομάδα 5+1 Αναμέτρηση, μετάβαση, ΑΠΟ, ΔΕΑ, ΚΕΜΑ, Ξεκίνημα). Πολύ χρόνος και φθορά σε τακτικισμούς τέτοιου είδους την ίδια στιγμή που η ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέτυχε να παρουσιαστεί σαν διακριτός πόλος στα πρόσφατα κινήματα (Τέμπη, αντιπολεμικό, Παλαιστίνη).

  Επίσης ο τρόπος συγκρότησης και η μη λειτουργία των τοπικών και κλαδικών επιτροπών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δείχνει μια μορφή συνεργασίας «από τα πάνω» που δεν επιτρέπει την πραγματικά πλατιά και δημοκρατική συζήτηση για την επιλογή των μετώπων δράσης, την υλοποίηση τους και τον έλεγχο των οργάνων.

Από την άλλη μεριά η ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ (Πρώην ΝΑΡ) αν και αναφέρεται στο ΕΜ ή στην ενιαιομετωπική τακτική ουσιαστικά το κάνει μόνο σε μια ειδική μορφή του δηλαδή στο Ενιαίο Μέτωπο των δυνάμεων της ριζοσπαστικής ή αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Όμως στην πράξη ουσιαστικά υποβαθμίζει τις δυνατότητες του ΕΜ αφού το περιορίζει στην ενότητα των αντικαπιταλιστών παραγνωρίζοντας μια συνολικότερη ανασύνθεση ανασυγκρότηση του κινήματος και άρα περιορίζοντας τις προοπτικές των επαναστατών (η τακτική της στα συνδικάτα αποτελεί μια εμμονή σε μια ανεξάρτητη γραμμή και μορφή συγκρότησης των μαχόμενων ταξικών δυνάμεων πέρα από τον υποταγμένο συνδικαλισμό και την συνδικαλιστική γραφειοκρατία, που αν και σωστό σαν γενική τάση, ωστόσο έχει μορφή τελεσιγραφισμού και εσκεμμένα ξεχωρίζει την δράση και την απεύθυνση  από ένα ευρύτερο δυναμικό –πχ ξεχωριστές συγκεντρώσεις και πορείες, επενδύοντας σε συντονισμούς και κέντρα αγώνα που δεν έχουν πραγματική μαζική υπόσταση- αγνοώντας το κομμάτι των εργατών που δεν έχει σπάσει από τις συνδικαλιστικές  ηγεσίες, μιμούμενη σε τελική ανάλυση το σεχταρισμό του ΠΑΜΕ.) Αυτό συμβαίνει γιατί στην ουσία επιχειρεί μια  αυτονόμηση του αντικαπιταλιστικού μετώπου το οποίο αντιμετωπίζει σαν μεγαλύτερης σημασίας σε σχέση με το ζήτημα της εργατικής (προλεταριακής) ενότητας η οποία αναμφίβολα είναι σημαντικότερη, αφού αποτελεί τον στρατηγικό στόχο των επαναστατών και συνδέεται διαλεκτικά και αμφίδρομα με το αντικαπιταλιστικό μέτωπο.

Οι  δυνατότητες για την συγκρότηση ενός αντικαπιταλιστικού πόλου όμως  είναι μεγαλύτερες από ποτέ.

Πρέπει να κάνουμε ξεκάθαρο ταυτόχρονα  ότι όσο είμαστε ενάντια στον κατακερματισμό τόσο είμαστε και ενάντια σε πλατιές συμμαχίες πάνω σε μίνιμουμ προγράμματα χωρίς πολιτική αξιοπιστία και προοπτική.

  Χρειάζεται επομένως μια τομή στο επίπεδο του προγράμματος, των μορφών δράσης και της συγκρότησης και δημοκρατικής λειτουργείας μιας οργάνωσης  του αντικαπιταλιστικού δυναμικού για να μπορεί να αποτελεί πόλο έλξης της πλατιάς πρωτοπορίας, μαζί με μια πολιτική συμμαχιών που θα στοχεύει στην συσπείρωση  κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων και ρευμάτων για την ανανέωση της επικαιρότητας του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού σαν απάντηση στην σαπίλα του καπιταλισμού. Δεν φαίνεται να υπάρχουν όμως διαθεσιμότητες για ένα τέτοιο πόλο και δεν δημιουργούνται με εκκλήσεις για συνεργασία. Χρειάζεται να δημιουργηθούν ή και να επιβληθούν στην πράξη από γεγονότα και πρωτοβουλίες μέσα στην ταξική πάλη (πχ επιτροπές για τα Τέμπη, αντιπολεμικές κλπ). Αυτά πρέπει να γίνουν αντικείμενο συζήτησης στην 6η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Για τους επαναστάτες σήμερα το ΕΜ εξακολουθεί να αποτελεί μια τακτική ενοποίησης των οργανωμένων τμημάτων της εργατικής τάξης αλλά κυρίως είναι ένα μέσο για την οικοδόμηση του κόμματος. Αλλά ισχύει και το αντίθετο δηλαδή η οικοδόμηση του κόμματος είναι μια βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της τακτικής του ΕΜ.

Με στοιχεία από:

  1. Που βαδίζει η Γαλλία; Τρότσκι, Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη
  2. Και Τώρα; Τρότσκι, Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη
  3. Γερμανία: Ο φασισμός και το εργατικό κίνημα. Τρότσκι, Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη
  4. 3η Διεθνής: Τα τέσσερα πρώτα συνέδρια. Εργατική πάλη
  5. Η πολιτική των συμμαχιών. Η τακτική του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου. Σωφρόνης Παπαδόπουλος, Εργατική Πάλη.

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΔΙΚΑΙΟΣ

ΜΕΛΟΣ ΠΣΟ ΑΝΤΑΡΣΥΑ