• Πέμ, 12/03/2026 - 00:37
Κείμενο συμβολής στην 6η Συνδιάσκεψη [του Μιχάλη Σκούρτη]

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την προσωπική μου θέση στον δρόμο για την 6η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Είναι γραμμένο περιγραφικά γιατί απευθύνεται και σε μη μυημένους ενδιαφερόμενους και ενδιαφερόμενες. Δεν πρόκειται για μια ολοκληρωμένη και λεπτομερή κριτική αλλά για μια επικεντρωμένη θέση στα σημεία που αφορούν την ουσιαστική φυσιογνωμία, τη στρατηγική οικοδόμησης, την προγραμματική απεύθυνση και τους κοινούς στόχους ιδεολογικούς και οργανωτικούς. Δεν είναι επίσης μια πανηγυρική καταγραφή για τις κατακτήσεις και μικρές ή μεγαλύτερες νίκες του αρχικού Μετώπου αλλά μια προσπάθεια εμβάθυνσης και πειθούς πάνω στα κρίσιμα ζητήματα με παραλυτική επίδραση στη ζωή, λειτουργεία και συνέχεια του. Τέλος, αποτελεί την πρόταση μου στην συνδιάσκεψη, είναι ανοιχτό, σε διορθώσεις ή μικρές συμβολές στον προσυνεδριακό διάλογο και ζητώ να δημοσιευτεί με τα υπόλοιπα κείμενα, να μπει στην κρίση των μελών και σε ψηφοφορία, να ψηφιστεί ή να καταψηφιστεί, ως έχει συνολικά. Όχι με τελολογικούς όρους αλλά με ουσιαστικούς. Η ύπαρξη κομματιών από κείμενα μου προ 10ετίας έχει να κάνει μόνο με την δική μου συνέπεια στα ζητήματα που καταπιάνονται. Ελπίζω, να φανεί χρήσιμο στην θετική σκέψη και πολιτική βούληση αυτοδέσμευσης των οργανωμένων και ανένταχτων συντρόφων και συντροφισσών εντός και εκτός ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

ΑΝΤΑΡΣΥΑ: Η «ιερή» αγελάδα της ιστορικής μας αναπαραγωγής, το πολιτικό μέτωπο της συνδικαλιστικής και εκλογικής μας καταγραφής ή ο αντικαπιταλιστικός-επαναστατικός πόλος σύνδεσης μελών, θέσεων, δράσεων και κοινωνίας;

Πως ξεκινήσαμε

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δημιουργήθηκε το 2009 στην άνοδο των κοινωνικών και εργατικών κινημάτων μετά από την πρώτη νεότερη περίοδο αναγέννησης τους, 2001-2007 και την μεγάλη φοιτητική-κοινωνική έκρηξη του Δεκέμβρη 2008 (είχε όντως εξεγερσιακά χαρακτηριστικά αλλά δεν μετουσιώθηκε σε εξέγερση), από τη συμφωνία πολιτικών οργανώσεων και ανένταχτων αγωνιστών και αγωνιστριών που ήδη ήταν ενεργοί και παρεμβατικοί όλη την προηγούμενη περίοδο αλλά και είχαν ήδη ανακτήσει έναν ικανοποιητικό βαθμό συγκρότησης και παρεμβάσεων από την προηγούμενη ανοδική πορεία των κοινωνικών κινημάτων της περιόδου 2001-2008.

Η συγκρότηση της ακολούθησε την αυθόρμητη εξεγερσιακή έκφραση μιας μαζικής μορφής προλεταριοποίηση και πραγματώθηκε από την πολιτική βούληση πρωτοπορειών, οργανωμένων στελεχών και πολιτικών καθηκόντων που μας έμπαιναν στην περίοδο.

Αυτή αποτελούσε μια ήδη καταγεγραμμένη πολιτική πρακτική του παγκόσμιου κινήματος και μια σωστή απόφαση σύμφωνα και με τους μεγάλους θεωρητικούς μας που είχαν επιχειρηματολογήσει επαρκώς για τη δημιουργία πολιτικών μετώπων κοινής δράσης και κινηματικής συμπόρευσης στη βάση της συγκυρίας.

Τι γνωρίζαμε

Ανασύραμε από τα θεωρητικά εργαλεία και την συμπηκνωμένη γνώση μας, σημειώσαμε, θίξαμε και υπογραμμίσαμε ότι:

1. Παρότι ιδρύσαμε την ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν είμαστε οι ιδιοκτήτες της, αλλά αυτή πρέπει να γίνει το μελλοντικό «χτήμα» όσων δεν έχουμε καταφέρει ακόμα να μπολιάσουμε με τις αντικαπιταλιστικές-επαναστατικές μας θέσεις και δράσεις. Η αναγκαιότητα ύπαρξης και οικοδόμησης συλλογικότερου οργανωτή δράσης, δεν πρέπει να συγχέεται και να μοιάζει, με τις ιστορικές αποτυχίες οικοδόμησης υπαρχόντων κακέκτυπων μορφωμάτων αυτοσκοπού ύπαρξης με ιδιοκτησιακή αντίληψη, περιχαράκωση και σεχταρισμό. Αυτό γιατί η εργατική τάξη με τις προδοσίες και ήττες που έχει υποστεί, μπορεί να χρειάζεται παραπάνω επιμόρφωση για να διακρίνει σωστά τις διαφορές δυσνόητων μαρξιστικών όρων, δεν μπορεί όμως να την ξεγελάσει κανείς με μορφώματα που δεν είναι εργαλεία που την συμπεριλαμβάνουν με κάθε δυνατό τρόπο και λειτουργούν για λογαριασμό της.

  1. Επανεπιβαιώσαμε ως πάγια παραδοχή ότι τις πολιτικές απεργείες διαρκείας, τις εξεγέρσεις και πολύ περισσότερο τις κοινωνικές επαναστάσεις δεν τις κάνουν όσοι και όσες πιστεύουν ότι αυτές είναι απαραίτητες συνθήκες για την τελική απελευθέρωση της εργατικής τάξης και των λαικών στρωμάτων από τον δολοφονικό καπιταλισμό, αλλά οι ίδιοι οι καταπιεσμένοι και καταπιεσμένες μαζί με εμάς, που έχουμε πειστεί και προετοιμαστεί καλύτερα για αυτά.
  2. Δεχθήκαμε καλλόπιστα ότι η κάθε συνιστώσα θα φέρει μαζί της, εκτός από τις απόψεις της, την ποιότητα της εσωτερικής δημοκρατίας, της συντροφικότητας, της διαλεκτικής σχέσης πλειοψηφίας και μειοψηφίας, τον ορθολογικό πολιτισμό στη διαχείρηση πιθανότατων διαφωνιών και την αναγκαία παιδεία στους συχνούς απολογισμούς και αυτοκριτική που έχει καταφέρει να αποκτήσει κατά την προηγούμενη περίοδο πολιτικής “προετοιμασίας” της.
  3. Επιλέξαμε “πιασάρικο” όνομα, υπογράψαμε δημόσια ως συμμετέχοντες, χρησιμοποιήσαμε γραφεία, δημιουργήσαμε δυναμικό λογότυπο και πρωτοφανείς μεγάλες εργατικές και κοινωνικές προσδοκίες άρα είμασταν προετοιμασμένοι για τα δύσκολα και απαιτητικά χρόνια που είχαμε μπροστά μας όσο και για την ανάληψη των ευθυνών στις περιπτώσεις λαθών και αποτυχιών. Είναι επίσης διακριτό πως, για να κάνουμε όλα αυτά, δεν είχαμε στο μυαλό μας μόνο την δημιουργία ενός χαλαρού μετώπου κινηματικής συνεργασίας στην βάση της συγκηρίας και της τακτικής του ενιαίου εργατικού μετώπου μεταξύ μας. Πολύ απλά γιατί αυτό μπορούσαμε να το είχαμε καταφέρει πολύ πιο “αναίμακτα” για όλους με έναν κινηματικό συντονισμό διαρκείας.

Φυσιογνωμία και Στρατηγική

Ο αντικαπιταλιστικός-επαναστατικός Πόλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που προέκυψε τελικά, δεν είναι καθόλου ασύμβατος ή αταίριαστος με την ορθή και αναγκαία τακτική του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου που αξιοποίησαν επιτυχώς τα επαναστατικά ρεύματα στην ιστορική τους διαδρομή. Αντίθετα αποτελεί απαραίτητη συνθήκη, στο δρόμο, για την ωρίμανση και δημιουργία Επαναστατικού Κόμματος της εργατικής τάξης. Το χτυπάμε μαζί (Τάξη), βαδίζουμε χώρια (Πρόγραμμα) πρέπει να αξιοποιείται κάθε φορά που ο Πόλος αναζητά επιλέγει ή δέχεται προτάσεις κινηματικής συμπόρευσης με πρώην ρεφορμιστικά μορφώματα που σπάνε ή κεντρίστικα μορφώματα ή συλλογικότητες ανένταχτων αγωνιστών και αγωνιστριών χωρίς επιλεγμένη “κομματική” ταυτότητα. Σήμερα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει φτάσει σε ένα πολύ καλό επίπεδο κοινής ανάγνωσης της συγκηρίας, ένα ικανοποιητικό επίπεδο ιδεολογικής σύγκλησης αντικαπιταλιστικού-επαναστατικού Πόλου και ένα ικανοποιητικό επίπεδο συντροφικής συζήτησης και πολιτικής κατανόησης της διαλεκτικής σχέσης μειοψηφίας και πλειοψηφίας. Για να το καταφέρει αυτό πέρασαν 17 ολόκληρα χρόνια γεμάτα από δύσκολες συγκυρίες και αγώνες, λάθη, αποχωρήσεις, αποστρατεύσεις, διασπάσεις, παραλύσεις αλλά και δύσκολες μικρές ή μεγάλες επιτυχίες και σοβαρές εργατικές κατακτήσεις που δεν προυπήρχαν.

Για αυτή την πορεία δεν έχουμε το δικαίωμα να ρίξουμε τις ευθύνες των αποτυχιών και λαθών σε κάποιους “άλλους”, γιατί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ από πάντα είμασταν όλοι εμείς κάθε φορά αλλά, έχουμε το δικαίωμα να είμαστε ικανοποιημένοι για τις επιτυχίες και κατακτήσεις της.

Τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας μας σημαδεύτηκαν από την “αναγκαία” μονοδιάστατη λειτουργία ενός Πολιτικού Μετώπου με εκλογική εκπροσώπηση στη βάση της συγκηρίας. Η αναγκαία ιδεολογική, όμως, πάλη στο εσωτερικό μας και η κοινή δράση, που γινόταν με όρους και διαδικασίες Πόλου, κατέληξε σε συγκλίσεις που δεν προυπήρχαν, ξεκαθάρισαν τη πολιτική φυσιογνωμία μας από μορφώματα με τα οποία δεν είχαμε το ίδιο προγραμματικό επίπεδο, κοινούς πολιτικούς και οργανωτικούς στόχους αλλά ούτε και ίδιες αρχές για την ταξική συμπεριφορά είτε στην πολιτική στόχευση, την ιδεολογική αντιπαράθεση είτε στις κοινωνικές και συντροφικές συμπεριφορές.

Χάσαμε ωστόσο και οργανώσεις και ανένταχτους αγωνιστές και αγωνίστριες που αντιλήφθηκαν, κατά την άποψη τους, ότι χρησιμοποιούμε την εμμονή μας σε ένα χαλαρό Πολιτικό-Εκλογικό Μέτωπο για μικροοργανωτικά οφέλη. Άρα, κατ' αυτούς, δεν ήταν η εσωτερική ιδεολογική διαπάλη και η κοινή δράση στο επίκεντρο, που θα μας έβρισκε όλους με μικρές νίκες κάθε φορά, αλλά ο συσχετισμός των αριθμών που καλυπτόμενος πίσω από ένα χαλαρό ενιαίο μέτωπο δράσης θα είχε νικητές και χαμένους, συνεργαζόμενους ανεξάρτητα λειτουργούντες ή διακοσμητικούς αδιάφορους. Επίσης γιατί αντιλήφθηκαν ότι οι μεγαλύτερες ή και μικρότερες συνιστώσες λειτουργούσαν σαν να ήταν σίγουρες ότι κατέχουν ήδη το επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης και το μόνο που τους λείπει είναι ένα μεγαλύτερο μπλοκ κινητοποίησης ορατότητας και κάποιο τηλεοπτικό ή “πεζοδρομιακό” παράθυρο για να βγούν να καλέσουν τις μάζες να τους ακολουθήσουν. Επίσης το Μέτωπο τότε δεν ήταν καθόλου συντροφικό και χρήσιμο για ανένταχτους αγωνιστές και αγωνίστριες, που δεν ήθελαν να είναι οργανωμένοι σε κάποια οργάνωση αλλά ούτε είχαν τον χρόνο και την πολυτέλεια της φυσικής παρουσίας σε εξοντωτικές και ατέρμονες συζητήσεις επαγγελματικών στελεχών (Οργάνωση, Συνδικάτο, Σχολή, Εργασία, Ανταρσύα, Εκδήλωση κ.ά.) με “ισιωμένη” τη γραμμή από πριν ούτε και να γίνονται τελικά αντικείμενο τσιμπολογήματος. Επίσης δεν ήθελαν να τους καπελώνει καμιά εργατική ή όποια θεματική ομάδα, που ήθελε να λειτουργεί πάνω και έξω από τα όρια κάθε Τοπικής Οργάνωσης κ.ά. Μα αν ένας πόλος δεν επιδιώκει την ομαλή συσπείρωση και ενσωμάτωση ανένταχτων αγωνιστών και αγωνιστριών στην ελληνική πραγματικότητα όπου...

α. Οι ανένταχτοι είναι πολύ περισσότεροι από τους οργανωμένους και εκπροσωπούν ένα μεγάλο κομμάτι της συνειδητοποιημένης εργατικής τάξης σήμερα.

β. Οι περισσότεροι είναι διεγραμμένοι ή αποχωρήσαντες και βαθιά απογοητευμένοι από τον ρεφορμισμό, την σοσιαλδημοκρατία αλλά και την εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Άρα έχουν έναν μεγάλο βαθμό συσωρευμένης πολιτικής εμπειρίας και κατάρτισης, κυρίως με αρνητικό πρόσημο συναισθημάτων.

γ. έχουν στην τεράστια πλειοψηφία τους γίνει παθητικοί ψηφοφόροι ή και απέχουν αδιάφορα ακόμα και από το λιγότερο, που είναι μια ταξική καταγραφή στις αστικές εκλογές τότε... Δεν μπορώ να κατανοήσω σε ποιούς και ποιές απευθυνόμαστε και, από ποιούς και ποιές περιμένουμε να ανασκουμπωθούν πρώτοι, να τους κερδίσουμε σε προγραμματική και κινηματική δράση?

Η αγωνία επιβίωσης που μπορεί να νιώθουν οι ανένταχτοι και ανένταχτες σε ένα μέτωπο είναι ανάλογη με την αγωνία της κάθε οργάνωσης για το ότι προλάβουμε να τσιμπολογήσουμε. Αυτές οι δυο ψυχολογικές περισσότερο καταστάσεις ομαλοποιούνται σοβαρά και ορθολογίζονται πολιτικά σε έναν Πόλο μελών με αμοιβαίο σεβασμό, κοινή δράση και πρόκριση των κοινών στόχων.

Τα παραπάνω επιβεβαιώθηκαν, καθώς μετά από κάθε εκλογική αναμέτρηση δεν πήγαμε ποτέ οργανωμένα σαν μέτωπο να γνωρίσουμε από κοντά έναν-έναν και μία-μία όσους μας είχαν εμπιστευτεί τουλάχιστον με την ψήφο τους. Αν εμείς τότε, για παράδειγμα, ήμασταν 5.000, μέλη και συνεργαζόμενοι, δεν γνωρίσαμε ποτέ τους 20.000 επιπλέον που μας ψήφισαν στις εθνικές εκλογές και τους 35.000 επιπλέον, από εμάς τους ίδιους, των ευρωεκλογών. Από αυτούς τους ανθρώπους έπρεπε να είχαμε ζητήσει την συμμετοχή τους στο επίκεντρο του Πόλου μαζί με τους ανένταχτους και τους οργανωμένους, στον δρόμο, για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ των μελών και της αυτοοργάνωσης. Αποδείχθηκε ότι δεν θέλαμε κάτι τέτοιο και σήμερα είμαστε αντιμέτωποι, για πολλοστή φορά, με τις επιλογές μας και όχι με την “δαιμονοποίηση” της ελεύθερης επιλογής που μπορεί να έχει ο καθένας ή καθεμία οργάνωση, δηλαδή να συμμετέχει σε μια χαλαρή πολιτική μετωπική συνεργασία ή όχι, να αποχωρήσει ή να φύγει γιατί διαφωνεί. ΄Αρα το πρόβλημα δεν ήταν η έλλειψη συντονισμού αλλά η έλλειψη βούλησης οικοδόμησης Πόλου στη βάση της κοινής δράσης.

Κατά την γνώμη μου οι παραπάνω σύντροφοι και συντρόφισσες, μετά την αποχώρηση τους από την ΑΝΤΑΡΣΎΑ δεν έγιναν σε καμμία περίπτωση ρεφορμιστές είτε επέλεξαν να συνεργαστούν ενιαιομετωπικά με κάποιο κεντρίστικο κινηματικό μέτωπο είτε ακολούθησαν την πεπατημένη μοναχική πορεία, είτε παροπλίστηκαν για τα καλά. Τουλάχιστον ήταν έντιμοι απέναντι μας, είτε συμφωνεί κάποιος στρατηγικά μαζί τους είτε όχι, από την αρχή.

Εξάλλου δεν είναι σωστή η θεωρία και μάλλον, αυτιά θέλει να χαιδευει, που λέει ότι εφόσον υπάρχουν πολλές οργανώσεις υπάρχουν και αντίστοιχα ανάλογες ουσιαστικές πολιτικές διαφορές. Η άποψη μου ήταν πάντα, παρότι δεν δαιμονοποίησα ποτέ την ύπαρξη τους, πως στην Ελλάδα των δέκα εκατομυρίων δεν υπάρχουν 40 οργανώσεις, εκτός της αναρχίας, για να εκφράσουν τις πολιτικές διαφορές που τους χωρίζουν. Αλλά 40 θεμιτές αλλά λανθασμένες προσπάθειες θεραπείας με οργανωτική απάντηση στρατηγικής οικοδόμησης σε ένα πολιτικό προβλήμα με 3 ή 4 ουσιαστικές πολιτικές διαφορές.

Η αλήθεια είναι πως οι μόνες συνιστώσες που μας προκάλεσαν σοβαρά προβλήματα οπισθοχώρησης και παράλυσης ήταν αυτές που ήταν ασύμβατες πολιτικά με τον Πόλο και κυρίως δεν είχαν κοινούς πολιτικούς και οργανωτικούς στόχους με όλους εμάς, αλλά θέλαμε να τις επιβάλουμε ως τέτοιες στους εαυτούς μας για πολλά χρόνια.

Άρα το πρόβλημα κατά τη γνώμη μου ήταν και συνεχίζει να είναι αμιγώς Πολιτικό, που εμφανίζεται με οργανωτικούς όρους και, ποτέ δεν λύνεται με οργανωτικά μέτρα και αναποτελεσματικές οργανωτίστικες θεραπείες αλλά με βαθιά κατανόηση και γεναίες πολιτικές αποφάσεις.

Οι δημιουργικοί απολογισμοί, κρίση και δημιουργία, δεν ήταν ποτέ το δυνατό σημείο της αντικαπιταλιστικής – επαναστατικής αριστεράς, όπως οι ειλικρινείς απολογισμοί είναι άγνωστη έννοια για την ρεφορμιστική αριστερά και σοσιαλδημοκρατία. Με αυτή την έννοια μοιάζει με άσκηση προβολής με αμιγώς ψυχολογικούς όρους όταν ζητάμε, μεταξύ μας, πράγματα από τους άλλους που δεν έχουμε καταφέρει οι ίδιοι να κατακτήσουμε. Ο απαραίτητος απολογισμός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να γίνει ένα από τα βασικά όπλα της για την επανασυσπείρωση στην κοινή δράση χωρίς την επανάληψη των λαθών μας.

Άρα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να δικαιολογήσει δημόσια τις προηγούμενες επιλογές της, να αναλάβει τις ευθύνες της και να συζητήσει με όλους και όλες από την αρχή στη βάση δυο απλών αλλά κρίσιμων ζητημάτων. 1. Την ένταξη στον Πόλο για την οικοδόμηση αντικαπιταλιστικού-επαναστατικού προπλάσματος που μπορεί να πάρει χαρακτηριστικά κόμματος στο μέλλον ή 2. Την κινηματική συμπόρευση με όρους ενιαίου εργατικού μετώπου χωρίς εξαντλητικές δεσμεύσεις και κριτήρια ένταξης παρά μόνο την συγκηριακή πλατφόρμα συμφωνίας κάθε φορά ή σε πιό μονιμη βάση συντονισμού.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να αναβάλει τις προσπάθειες διμερών συζητήσεων με τις ηγεσίες άλλων οργανώσεων για την αθροιστική ενδυνάμωση του Πόλου και να προσπαθήσει να ξαναβάλει στο επίκεντρο της, τους χιλιάδες ανένταχτους αγωνιστές και αγωνίστριες, έναν-έναν και μία-μία με δουλειά μυρμηγκιού, κάθε ηλικίας και προφίλ που συμφωνούν είτε με την όποια πλειοψηφία της, είτε με όποια από τις μειοψηφίες της. Πρέπει οι αγωνιστές αυτοί να στρατολογούνται στην βάση των συνολικών απόψεων του Πόλου και να είναι ελεύθεροι να επιλέγουν θέσεις κάθε φορά ή και ειδικότερη οργανωτική ένταξη αν το επιθυμουν και τους το επιτρέπει η διαθεσιμότητα τους και η ελεύθερη επιλογή τους. Εννοείται πως με όσους και όσες συμπορεύονται μαζί μας ενιαιομετωπικά δεν σταματάμε ούτε τις συζητήσεις, ούτε και τις ρεαλιστικές προτάσεις αλλά δεν μπορούν να συμμετέχουν με αποφασιστικό τρόπο στις προγραμματικές και εσωτερικές διαδικασίες του Πόλου αλλά με συμβουλευτικό, αν θέλουν. Εννοείται επίσης ότι το ζήτημα της πλήρους ένταξης τους στον Πόλο θα είναι ανοιχτό από την αρχή και θα πραγματοποιείται όποτε κριθεί από κοινού εφικτό και χρήσιμο.

Σε κάθε περίπτωση, και για πολλά χρόνια, η σημερινή μειοψηφία κάνει λάθος να “μπερδεύει” τον Πόλο συνεργασίας με το ενιαίο εργατικό μέτωπο δράσης γιατί πρόκειται για δυό τελείως διαφορετικά πράγματα, αλλά και τόσο απαραίτητα το ένα για την λειτουργία και συνέχεια του άλλου. Το λάθος γίνεται πολύ μεγαλύτερο αν επιμένει ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ακόμα ένα χαλαρό μέτωπο όπου οι συνεργαζόμενες δυνάμεις χτυπούν μαζί ενιαιομετωπικά στη δράση αλλά βαδίζουν χώρια στο πρόγραμμα, την ίδια ώρα που μπορεί η κάθε συνιστώσα της να χρησιμοποιεί τη σημαία και τις κοινές κατακτήσεις του Πόλου κατά το δοκούν κάθε φορά και για κάθε ασύμβατο στόχο ή ακόμα και για διαφορετικά κατεβάσματα στις εκλογές. Για παράδειγμα, η “παράξενη” συνδικαλιστική συνεργασία στο Δήμο Κερατσινίου με κάποιον πρώην σοσιαλδημοκράτη, στο όνομα ενός διαστρεβλωμένου ενιαίου εργατικού μετώπου, όχι μόνο κατέληξε, με απόλυτη ευθύνη των εμπνευστών της, σε καραμπινάτο λαικό μέτωπο, αλλά χρησιμοποιήθηκε και με εκλογικούς όρους από αντίπαλα σχήματα με δημοσιευματα που περιέγραφαν ένα ψέμα που βασιζόταν όμως σε μιαν αλήθεια. Λίγες μέρες αργότερα, σε προεκλογική παρουσίαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στη Νίκαια, ένας καθόλα άξιος αγωνιστής διεθνιστής συνδικαλιστής, μας “θύμιζε”, σε εμάς και τους προσκεκλημένους μας, ότι είχαμε όλοι και όλες έναν κοινό “σωτήρα”, με όνομα και επώνυμο, που μας έσωσε από τις φασιστικές συμμορίες... 'Ηταν τόσο μεγάλο το πάθος του που δεν δικαιολογούσε την περίπτωση λάθους. Είναι όμως τόσο τραγικό λάθος να πιστεύεις ότι υπάρχει κάποιος “σωτήρας” που μπορεί να σε σώσει από ένα αντιδραστικό και εγκληματικό κίνημα που γιγαντώνεται πανεύκολα ανάμεσα στους γείτονες σου, ξανά και ξανά, αν δεν προσέξεις. Είναι ακόμα τραγικότερο το λάθος της ιδιοποίησης του αντιφασιστικού κινήματος αλλά και της υποβάθμισης μιας σοβαρότερης αλήθειας. Αν δεν υπήρχε κυρίως η Αναρχία, με πολύ καλό επίπεδο ενιαιομετωπικής συνείδησης και, μετά το ΣΕΚ, το Ξεκίνημα, ο Σπάρτακος κ.α. Τα πρώτα χρόνια της μαζικής φασιστικοποίησης κομματιών της ελληνικής κοινωνίας, οι φασίστες θα είχαν καταλάβει πολύ μεγαλύτερο ζωτικό χώρο από αυτόν που κατάφεραν να καταλάβουν, και θα είχαν εκτελέσει πολλούς περισότερους από όσους εκτέλεσαν. Γιατί κάποιες διεθνιστικές οργανώσεις, τότε, είχαν πάει εκλογικό περίπατο στην αναζήτηση του τρίτου δρόμου για τον σοσιαλισμό με τον ΣΥΡΙΖΑ και περί άλλων ετύρμβαζαν.

Τα ΕΑΑΚ, που πολύς λόγος γίνεται, δεν είναι ένας κινηματικός αλλά ένας πολιτικός φορέας με συγκεκριμένη πολιτική τοποθέτηση. Άρα σύμφωνα με τα παραπάνω θα μπορούσε θεωρητικά η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να έχει μια ενιαιομετωπική δράση μαζί τους, με κοινές δεσμεύσεις, αλλά όχι μια οργανική συμμετοχή τους στον Πόλο στο όνομα μιας διαστρεβλωμένης αφήγησης του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου. Ωστόσο τα ΕΑΑΚ, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι πλέον η κατάλληλη περίπτωση για κάποια συνεργασία.

Ωστόσο, αυτή η διαμορφωμένη πραγματικότητα, μοιάζει, να βολεύει τις συνιστώσες της, που οικοδομούνται αναλογικά με τσιμπολογήματα, μέχρι σήμερα, πιστεύοντας πως με αυτό τον τρόπο μια μέρα θα γιγαντωθούν και θα δημιουργήσουν το επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης με τον αριθμητικό πολαπλασιασμό τους. Στην πραγματικότητα όλοι είναι “προετοιμασμένοι” και λειτουργούν στην βάση της αγωνίας-ανασφάλειας ότι μια μέρα κάποια μεγάλη συνιστώσα του πόλου, θα νιώσει έτοιμη και θα αποχωρήσει παίρνοντας μαζί της και την παρακαταθήκη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Έτσι όλοι ακολουθούν, μέχρι σήμερα, την πεπατημένη του δρόμου που μαζί χάραξαν για να μην “χαρίσουν” αμαχητί την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε κάποιον μοναχικό “νικητή” του πόλου.

Από την άλλη, πιστεύω, πως η σημερινή πλειοψηφία έχει οικοδομηθεί περισσότερο από κάθε άλλη συνιστώσα του Πόλου, επειδή φυσικά μπορεί και μπράβο της, και προσπαθεί να διασφαλίσει μια αόριστη ενότητα από “θέση ισχύος”, ξεχνώντας ότι η ενότητα στη δράση εξασφαλίζεται μόνο με ξεκάθαρες αυτοδεσμεύσεις, αποφάσεις και γραμμές πάλης και όχι με “παιχνίδι αναμονής” και άγονους τακτικισμούς που “επιβάλλουν” οι επιλογές των μειοψηφιών. Εξάλλου σε υγιή πολιτικά σχέδια δεν μπορεί να υπάρχουν μόνιμες πλειοψηφίες και μειοψηφίες.

 

Πριν από δέκα ακριβώς χρόνια 2016 πίστευα και έγραφα:

"ΑΝΤΑΡΣΥΑ: Ο εθισμός στο “εφικτό” και το άπιαστο ιδεατό.

Φυσιογνωμία: επιλογή και αυτοδέσμευση

Η τριπολική φυσιογνωμία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο οργανωτικό (πότε πολιτικό μέτωπο, πότε πόλος αντικαπιταλιστικής-επαναστατικής ανασύνθεσης για εκλογική κατανάλωση και πότε κόμμα κατά το δοκούν) όχι μόνο δεν της χαρίζει καμιά ευελιξία και είναι αυτοκαταστροφική αλλά αποδείχνει και τους ανίσχυρους δεσμούς των κοινών στόχων (ανατροπή και εξουσία από ποιούς/ες και για ποιούς/ες) ή την ανυπαρξία τους. Αν δεν έχουμε πειστεί εμείς μεταξύ μας δεν πρόκειται να πείσουμε κανέναν. Και καλώς ή κακώς η κυρίαρχη πραγματική συγκολλητική ουσία σε οποιαδήποτε σχέση, για όσο διαρκέσει, είναι μόνον οι κοινοί στόχοι. Όλα τα υπόλοιπα (μέθοδες – τακτικές) είναι άκρως σχετικά και κατά βάση χωρίζουν και σπάνια ενώνουν. Μέσα σε αυτή την τριπολικότητα απλά θα συσσωρεύονται πολλαπλασιαστικά μέχρι διάλυσης ότι χειρότερο κουβαλάει στις αποσκευές της η κομμουνιστική και διεθνιστική αριστερά και όχι ότι καλύτερο. Προσωποπαγής και μόνιμες ηγεσίες, φράξιες χωρίς αρχές, οργανωτικός συγκεντρωτισμός και φετιχισμός, παρέες, κοπτάτσια, ιδιοκτησιακή αντίληψη, ορολαγνεία, έκδοση πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων κ.ά. Αυτά μπορούν όχι μόνο να παραλύσουν την ενότητα στη δράση, τους αγώνες μας, την αποτελεσματικότητα μας, τις “ανώτερες” ιδέες μας, τη συντροφικότητα, τα όνειρα μας αλλά να τελικά να τα διασύρουν. Χωρίς την αναγκαία υπέρβαση στις συνήθειες, στο φόβο και στον εγωκεντρισμό σε λίγο καιρό (και κάθε καιρό) απλά θα μιλάμε μόνο για ένα ακόμα εκλογικό τρικ που μάταια θα προσπαθεί να αποτελέσει το εκλογικό αντίδοτο στον ρεφορμισμό και την σοσιαλδημοκρατία. Και όποιος υποτίμησε την υπαρκτή σωρρευμένη εμπειρία, το ένστικτο, τη διορατικότητα και το φιλότιμο αυτής της κοινωνίας με όλα τα στραβά της δεν είναι μόνο ότι έχασε… αλλά μάλλον αναφέρεται σε ένα εικονικό ακροατήριο το οποίο μάλιστα καταφέρνει και να το παραπλανά… ή έτσι θέλει να νομίζει! Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να λειτουργήσει μόνο σαν πόλος αντικαπιταλιστικής-επαναστατικής ανασύνθεσης για τις συνιστώσες της και για όσους / ες συμφωνούν με τις βασικές αλλά “ξεκάθαρες” γραμμές του μεταβατικού προγράμματος της. Ειδικό βάρος πρέπει να δοθεί στη συνιστώσα των ανένταχτων που πρέπει να μπει στο επίκεντρο της ζωής και δράσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και να της επιτραπεί να λειτουργεί ισότιμα και δημοκρατικά γιατί αποτελεί το μέλλον και την ελπίδα κάθε προσπάθειας ανασύνθεσης. Όσο οι ανένταχτοι θα αποτελούν το αδρανές οικοδομικό υλικό της οικοδόμησης μικρομάγαζων που μικρομεγαλίζουν, τόσο θα συνεχίζεται ο αέναος κύκλος της δι-α-νόησης από αδράνεια. Ενώ οι συνιστώσες της δεν θα πρέπει να αυτοδιαλυθούν, επιβάλλεται πια να απελευθερώσουν την δυναμική τους μέσα και έξω από αυτή και να συγκροτηθούν σε πλατφόρμες συγκεκριμένων πολιτικών απόψεων οι οποίες έτσι κι αλλιώς αναμετρούνται μέσα σε οποιοδήποτε υπάρχον πεδίο (οργάνωση, μέτωπο, συσπείρωση-όταν αναμετρούνται) χωρίς όμως να καταφέρνουν να γονιμοποιήσουν αντικαπιταλιστικά – επαναστατικά παραπέρα ιδέες και δράση με μαζικό τρόπο ώστε να επιφέρουν πλήγματα στο υπάρχον καταπιεστικό σύστημα, με αποτέλεσμα να καταπνίγονται ή να εκτονώνονται μέσα στα ίδια πεδία αναφοράς τους εις βάρος τελικά της όποιας ανασύνθεσης και ανατροπής και τελικά εις βάρος του ίδιου του εαυτού τους. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός με σύνθεση και συντροφικότητα μπορεί τελικά να διευθύνει αποτελεσματικά ένα τέτοιο εγχείρημα και να συμπυκνώνει την δράση μέσα στην ίδια την κοινωνία (η οποία μέχρι σήμερα εξαθλιώνεται χωρίς να προλεταριοποιείται και με δική μας ευθύνη) που πρέπει να γίνει ο μοναδικός πραγματικός σύμμαχος και εταίρος σε αυτή την υπόθεση.”

Το μόνο που θα άλλαζα σήμερα είναι την λέξη ανασύνθεση με τη λεξη ανασυγκρότηση.

Μεταβατικό Πρόγραμμα

Πριν από δέκα ακριβώς χρόνια 2016 πίστευα και έγραφα

“Πρόγραμμα: Στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν “χωράνε” όλοι

Παρότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν είναι κόμμα (και απέχει πολύ από το να γίνει) η συγκρότηση της δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στην ΕΚΟΥΣΙΑ συνεύρεση μελών και συνιστωσών στη βάση ΚΟΙΝΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ. Από την άλλη πρέπει να είναι ευπρόσδεκτος /η όποιος /α θέλει και μπορεί να συμβάλλει στην παραπέρα ριζοσπαστικοποίηση και εξειδίκευση του δεύτερου ενοποιητικού στοιχείου (Πρόγραμμα) και όχι όποιος / α θέλει να το ξεχειλώσει οδηγώντας μας προς τα πίσω. Είναι αναγκαία η άμεση εξειδίκευση του μεταβατικού προγράμματος πολύ περισσότερο κοντά στα όρια της μεταβατικότητας από τα όρια της δημιουργικής ασάφειας. π.χ. Εμείς δεν φτάνει να ξεδιπλώνουμε τα ενναλακτικά σενάρια διανομής και αξιοποίησης του νερού ή ενέργειας αλλά να προτείνουμε αναδιανεμητικό νερό ή ενέργεια με συγκεκριμένα “ισοδύναμα” και είμαστε ανοιχτοί στους άμεσα ενδιαφερόμενους /ες να το αλλάξουν προς το καλύτερο για λογαριασμό όλων. Εμείς πρέπει να προτείνουμε κατάργηση της καπιταλιστικής γαιοπροσόδου, με αγροτική – εργατική εξουσία, στη γη, το νερό, το γενετικό υλικό, τον τιμάριθμο και ανασυγκρότηση του αγροτοσυνδικαλιστικού κινήματος κ.ά. για την παραγωγή αγαθών υψηλής ποιότητας και θρεπτικής αξίας και όχι να σχολιάζουμε δημοσιογραφικά το ξεκαθάρισμα του μητρώου των αγροτών της ΠΑ.ΣΥ. του ΚΚΕ. Αν το πρόγραμμα μας δεν γίνει το εργαλείο κοινής δράσης και στράτευσης θα καταντήσει το μοναδικό “διαπιστευτήριο” μιας ελιτίστικης “εναλλακτικής” ψήφου.”  

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ χρειάζεται να ξεκαθαρίσει παλιότερες και νέες προγραματικές αντινομίες και να εκπονήσει έναν στιβαρό σκελετό μεταβατικού προγράμματος πάνω στις βασικές αρχές-θέσεις της και τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Ακόμα και αν πρέπει να “σπάσει αυγά” με τις προκαταλήψεις και ονειρώξεις συντεχνιών και κομματιών της κοινωνίας. Αυτό πρέπει να είναι δουλειά της επιτροπής προγράμματος που θα αναλάβει μετά την συνδιάσκεψη. Ωστόσο, όποιος ή όποια νομίζει ότι κατέχει ήδη το μεταβατικό πρόγραμμα, καλύτερα να το ξανασκεφτεί, γιατί αν ένας εργάτης ή αγρότης την ώρα που μιλάει για αυτό, ακούσει από πίσω του ότι “εμείς το έχουμε το πρόγραμμα...” εύλογα θα αναρωτηθεί επίσης φωναχτά. Αφού εσείς έχετε το κόμμα έχετε και το πρόγραμμα εμένα τι με θέλετε?

Δεσμεύομαι να γράψω μια συμβολή μου για το ενιαίο, από πάντα, “αγροτικό, διατροφικό, οικολογικό” παγκόσμιο ζήτημα, θέλοντας να συμβάλλω με χρήσιμο τρόπο στις υπάρχουσες θέσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για τους Αγρότες.

Επίλογος

Πριν από δέκα ακριβώς χρόνια 2016 πίστευα, έγραφα και αλλάζω μόνον μία λέξη επισημαίνοντας ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει μια ευκαιρία.

"Κλείνοντας για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ πιστεύω πως α. Ένας μεγάλος κύκλος έκλεισε και είναι στο χέρι όλων η δημιουργία της αρχής του επόμενου πιο δημοκρατικού, δημιουργικού, υπερβατικού και αποτελεσματικού κύκλου δράσης με σαφέστερους προσανατολισμούς, οργάνωση και απευθύνσεις. Τα κύτταρα της λειτουργείας της θα πρέπει να είναι αποκλειστικά οι τοπικές οργανώσεις μέσα στις οποίες πρέπει να συνυπάρχουν (εργατικά, γυναικείο, θεματικά κ.ά.)

β. Μια πιθανή διάλυση ή μακρόχρονη παράλυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ όπως και μια σφετεριστική πρακτική από την πλευρά της όποιας πλειοψηφίας ή μια αναγκαστική -έστω και οργανωμένη- αποχώρηση από την πλευρά της μειοψηφίας θα επιφέρει πολύ ισχυρό πλήγμα είτε σε ότι απομείνει -όχι μόνο μέτωπο αλλά και συνιστώσες του- είτε σε ότι “νέο” γεννηθεί. Τραγικοί αποδέκτες θα είμαστε όλοι/ες μας. Από μια τέτοια ΑΝΤΑΡΣΥΑ το μόνο που μπορούμε να “εξάγουμε” στο Διεθνές Κίνημα είναι τα παραδείγματα προς αποφυγή για να μην το οπισθοχωρήσουν. Από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ με την οποία ζήσαμε και πολύ καλές στιγμές και μάλλον ονειρευτήκαμε καλύτερες θα εξαχθούν από μόνα τους τα καλύτερα συμπεράσματα και θα βρουν και πολλούς μιμητές στο μέλλον της. Αυτό μπορεί να είναι πια ή ανάμνηση ή ζητούμενο. Η πρωτοβουλία μπορεί να παίξει έναν πολύ εποικοδομητικό ρόλο για την μετάβαση στην επόμενη φάση της ανασύνθεσης (ανασυγκρότησης) και της ιστορικής απάντησης που οφείλουν να πετύχουν το εργατικό και τα κοινωνικά κινήματα στον ελληνικό και ευρωπαϊκό καπιταλισμό όπως και στον ρεφορμισμό και πρέπει να την ενισχύσουμε πολιτικά και αγωνιστικά μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Τέλος τα παραπάνω δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση το “ιδεατό” ούτε αποτελούν “ανώτερες ιδέες” και κάτι “νέο”, αλλά από τον εθισμό του “εφικτού” (ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ και διάφοροι…) προτιμώ την διαρκή προσπάθεια σύνδεσης των ανώτερων ιδεών με την συλλογική προσπάθεια της υλοποίησης τους. Γιατί αυτό είναι τελικά το ιδεατό που υπηρετούμε.”

 

Καλή κι εποικοδομητική 6η συνδιάσκεψη

Μιχάλης Σκούρτης