- Παρ, 20/03/2026 - 20:06
|
Αντικαπιταλιστικό Μέτωπο και πρόγραμμα, με ανατρεπτική κοινή δράση ή μίνιμουμ Μέτωπο και πρόγραμμα; [του Μπάμπη Συριόπουλου]
Αντικαπιταλιστικό Μέτωπο και πρόγραμμα, με ανατρεπτική κοινή δράση ή μίνιμουμ Μέτωπο και πρόγραμμα;
Μπροστά στην 6η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε αυτή τη συγκυρία αποκάλυψης του καταστροφικού και δολοφονικού χαρακτήρα του σύγχρονου καπιταλισμού στην πολεμική εποχή του, ανοίγει για μια ακόμα φορά η συζήτηση για την ενότητα σε διάφορα επίπεδα, του μαζικού κινήματος, της αριστερής αντικαπιταλιστικής πτέρυγας, καθώς και της κοινής δράσης σε θεματικές πολιτικές πρωτοβουλίες. Μία τέτοια συζήτηση είναι όχι μόνο αναπόφευκτη αλλά και αναγκαία εφόσον σε κάθε φάση της ταξικής πάλης -οικονομικής και πολιτικής- αντιστοιχεί και μια επαναστατική τακτική ενότητας και συμμαχιών. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα της ενότητας και των συμμαχιών δεν είναι κάτι απλό και αυτονόητο, αν και αφορά την τακτική, είναι πλευρά της συνολικής στρατηγικής φυσιογνωμίας μιας πολιτικής οργάνωσης. Η ιστορία έχει δείξει ότι για την αριστερά και το κομμουνιστικό κίνημα σε διάφορες εκδοχές και περιόδους οι μεγάλες στροφές συμβιβασμού με την αστική πολιτική και ρεφορμιστικής αναδίπλωσης έχουν πραγματοποιηθεί με πρόσχημα και στο όνομα της ενότητας, των συμμαχιών και των μετώπων, λαϊκών, αντιφασιστικών, εθνικοαπελευθερωτικών, αντιδικτατορικών, αντινεοφιλελεύθερων, αντιμνημονιακών, αντιδεξιών κτλ. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι κάθε μέτωπο σε οποιαδήποτε συγκυρία και με οποιοδήποτε περιεχόμενο συνιστά αλλοίωση ή και κατάργηση του επαναστατικού χαρακτήρα μια πολιτικής οργάνωσης ή μετώπου. Οι Θέσεις του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προτάσσουν «μια τομή στο αντικαπιταλιστικό πολιτικό μέτωπο» συνεχίζοντας: «Τόσο σε επίπεδο προγραμματικού λόγου, όσο και στο επίπεδο της δημοκρατικής συγκρότησης, της λειτουργίας με ουσιαστικό ρόλο κάθε μέλους, κατάκτησης κοινού σχεδιασμού και αποφυγής αντιπαραθετικών σχεδίων». Το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης που προτείνεται «έρχεται σε ρήξη με τις κεντρικές επιλογές του συστήματος και συγκεντρώνει δυνάμεις για την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας. Ένα πρόγραμμα αγώνα που μπορεί να υλοποιηθεί στο σύνολό του, όχι από κάποια «αριστερή κυβέρνηση», αλλά από την εξουσία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της». Η άμεση πολιτική πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ όπως διαμορφώθηκε από το ΠΣΟ είναι επίσης σαφής για μια πολιτική και κοινωνική απάντηση σε «ρήξη με την αστική πολιτική»: «Η αντεπίθεση και συσπείρωση δυνάμεων για την υπεράσπιση των εργατικών συμφερόντων σε ρήξη με τις κεντρικές επιλογές της αστικής πολιτικής. Κάθε αριστερή πολιτική δύναμη πρέπει να ιεραρχεί την ανεξάρτητη εργατική πολιτική και να μην στοιχίζεται πίσω από ξένες σημαίες. Λογικές “δημοκρατικού, ή λαϊκού μετώπου”, “προοδευτικής εναλλακτικής λύσης” στο πλαίσιο του συστήματος και της αντεργατικής πολιτικής κεφαλαίου, ΝΑΤΟ, ΕΕ, είναι καταδικασμένες σε αποτυχία». Όλη η λογική των Θέσεων, του αντικαπιταλιστικού προγράμματος πάλης και της πολιτικής πρότασης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ διαπερνάται από την ενότητα των κοινωνικά αναγκαίων αιτημάτων για τη ριζική βελτίωση της θέσης της εργατικής τάξης και του λαού σε βάρος του κεφαλαίου, των πολιτικά αναγκαίων στόχων για την υλοποίηση αυτών των αιτημάτων καθώς και την ανάγκη συγκρότησης του αντικαπιταλιστικού πολιτικού μετώπου σε ανεξαρτησία από το σύνολο της αστικής πολιτικής. Τελικά το ζητούμενο είναι η δημιουργία ενός ισχυρού πολιτικού και κοινωνικού αντικαπιταλιστικού ρεύματος. Το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (ΣΕΚ) -για την επίλυση των πραγματικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η πολιτική της παρουσία και λειτουργία- προτείνει στο Κείμενο Συμβολής του μία ασαφή διαδικασία «ανοίγματος»: «Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να αναπτύξει ενωτικά, με όλον τον κόσμο που παλεύει και αναζητάει, χωρίς περιχαρακώσεις, τις πρωτοβουλίες της και ταυτόχρονα να τις κάνει αιχμηρές πολιτικά» συνεχίζοντας παρακάτω «Ανοίγοντας τις πύλες της σε όλο αυτό το δυναμικό που διαμορφώνεται από τις εξελίξεις, τις μάχες, και τις πολιτικές εμπειρίες που αποκομίζει. Τις πολιτικές αιχμές αυτής της στροφής τις έχουν διαμορφώσει η ίδια η εργατική τάξη και η νεολαία με τους αγώνες και τα προχωρήματα στις ιδέες της». Το μεταβατικό πρόγραμμα και τα αιτήματά του χρειάζονται την τακτική του Ενιαίου Μετώπου για να προχωρήσει στην πράξη. Δηλαδή πρωτοβουλίες δράσης που δεν θα φοβούνται να βάζουν πίεση σε ηγεσίες ή τμήματα ηγεσιών της Αριστεράς και των συνδικάτων με κριτήριο πάντα το δυνάμωμα της οργάνωσης “από τα κάτω”». Το ΣΕΚ επικαλείται το Ενιαίο Εργατικό Μέτωπο του 3ου και 4ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς (καλοκαίρι 1921 και Δεκέμβρης 1922 αντίστοιχα) καθώς και τους Λένιν και Τρότσκι. Ας δούμε τι ήταν πραγματικά το Ενιαίο Μέτωπο. Καταρχήν είχαν προηγηθεί η Οκτωβριανή επανάσταση του ’17 και μια σειρά επαναστάσεις στην μεταπολεμική Ευρώπη. Είχαν ιδρυθεί κομμουνιστικά κόμματα -τα περισσότερα από διασπάσεις των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της 2ης Διεθνούς- και η Κομμουνιστική (3η) Διεθνής (ΚΔ). Επίσης το 2ο Συνέδριο της ΚΔ είχε πάρει απόφαση για τη δράση των κομμουνιστών στα συνδικάτα όπου το κριτήριο δεν ήταν η άνευ όρων ενότητα αλλά η πραγματική παρέμβαση στις εργατικές μάζες: «Οι κομμουνιστές θεωρούν ότι οι στόχοι και η ζωή των συνδικαλιστικών οργανώσεων έχουν μεγαλύτερη σημασία από την εξωτερική μορφή που παίρνουν και έτσι δεν πρέπει να διστάζουν να προκαλούν την διάσπαση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, εάν η άρνηση να το κάνουν θα ισοδυναμούσε με άρνηση να εμπλακούν στην επαναστατική δράση μέσα στα συνδικάτα, στην προσπάθειά τους να τα μετατρέψουν σε όπλα του επαναστατικού αγώνα και με άρνηση να οργανώσουν τα τμήματα του προλεταριάτου που υφίστανται την μεγαλύτερη εκμετάλλευση.. Αλλά και όταν ακόμα μια τέτοια διάσπαση αποδεικνύεται αναγκαία, πρέπει να συντελείται μόνο όταν οι κομμουνιστές κατορθώσουν-μέσα από την ενεργό συμμετοχή τους στον οικονομικό αγώνα και από τον συνεπή αγώνα ενάντια στους οπορτουνιστές ηγέτες και την τακτική τους-να πείσουν τις πλατιές εργατικές μάζες ότι η διάσπαση επιχειρείται όχι για χάρη κάποιων μακρινών επαναστατικών σκοπών που οι μάζες δεν καταλαβαίνουν ακόμα, αλλά για χάρη των πιο άμεσων και συγκεκριμένων συμφερόντων της εργατικής τάξης και της ανάπτυξης του οικονομικού της αγώνα, ώστε να διασφαλιστεί ότι η διάσπαση δεν θα οδηγήσει στην απομόνωση των κομμουνιστών από τις εργατικές μάζες». Μάλιστα την περίοδο που διεξήχθη το 3ο Συνέδριο της ΚΔ, αυτό που συστηματοποίησε την λογική του «Ενιαίου Προλεταριακού Μετώπου» ιδρύθηκε το «Διεθνές Συμβούλιο των κόκκινων συνδικάτων», η λεγόμενη «κόκκινη συνδικαλιστική διεθνής», την ίδια στιγμή που συνεχίζεται και οξύνεται η μάχη ενάντια στις απόψεις της «εγκατάλειψης» των συνδικάτων κα της απομόνωσης από τις μάζες των εργατών. Καμία αντίφαση δεν υπάρχει καθώς το ζητούμενο ήταν η οργάνωση, η πάλη και το τράβηγμα στον επαναστατικό αγώνα της πλειοψηφίας της εργατική τάξης και μάλιστα των πιο εκμεταλλευόμενων τμημάτων της που συχνά αποκλείονταν από τα «επίσημα» συνδικάτα. Το Ενιαίο Εργατικό Μέτωπο ήταν μια τακτική που απευθυνόταν και στις ηγεσίες των εργατικών κομμάτων της εποχής καθώς και των πλειοψηφικών συνδικάτων καθώς όπως τόνισε ο Λένιν σε ομιλία του στο 3ο Συνέδριο «όποιος δεν καταλαβαίνει ότι στην Ευρώπη- όπου όλοι σχεδόν οι προλετάριοι ανήκουν σε οργανώσεις- πρέπει να κατακτήσουμε την πλειοψηφία της εργατικής τάξης, αυτός είναι χαμένος για το κομμουνιστικό κίνημα και δεν πρόκειται ποτέ τίποτα να διδαχτεί, αφού στα τρία χρόνια της μεγάλης επανάστασης δεν διδάχτηκε τίποτα ακόμα»! Το πρόγραμμα πάνω στο οποίο καλούνταν να πάρουν θέση τα «εργατικά κόμματα» και τα συνδικάτα της εποχής δεν ήταν κάποιες συνδικαλιστικές διεκδικήσεις. Αντίθετα: «Στην θέση του μίνιμουμ προγράμματος των κεντριστών και των ρεφορμιστών, η ΚΔ τοποθετεί τον αγώνα για τις συγκεκριμένες διεκδικήσεις του προλεταριάτου, διεκδικήσεις που, στο σύνολό τους, αμφισβητούν την αστική εξουσία, οργανώνουν το προλεταριάτο και χαράσσουν τα διάφορα στάδια της πάλης για την προλεταριακή δικτατορία» (3η Διεθνής τα 4 πρώτα Συνέδρια σελ. 269). Για παράδειγμα το πρόγραμμα «κοινής δράσης» που πρότεινε το ΚΚΓ στα συνδικάτα και στις ηγεσίες του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας και του Ανεξάρτητου ΣΚΓ είχε στόχους, μεταξύ άλλων την καθιέρωση ελέγχου των εργοστασιακών επιτροπών πάνω σε όλα τα υπάρχοντα αποθέματα τροφίμων, πρώτων υλών και καυσίμων και στην επαναλειτουργία όλων των επιχειρήσεων που είχαν σταματήσει, τον έλεγχο της σποράς, συγκομιδής και εμπορίας και της αγροτικής παραγωγής από τα αγροτικά συμβούλια από κοινού με τις οργανώσεις των εργατών γης, τον άμεσο αφοπλισμό και την διάλυση όλων των στρατιωτικοποιημένων αστικών οργανώσεων, τη δημιουργία εργατικής αυτοάμυνας, την αμνήστευση όλων των πολιτικών κρατουμένων, την άμεση αποκατάσταση εμπορικών και διπλωματικών σχέσεων με την Σοβιετική Ρωσία. Άρα η τακτική -και όχι στρατηγική- του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου ανταποκρινόταν σε μια συγκεκριμένη συγκυρία και είχε συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις: 1) Τη συγκρότηση μαζικών κομμουνιστικών κομμάτων μετά από διασπάσεις. 2) Την αυτοτελή συγκρότηση της εργατικής επαναστατικής τάσης σε μαζικό επίπεδο, με εργοστασιακές επιτροπές και συμβούλια καθώς και με δημιουργία νέων συνδικαλιστικών οργανώσεων σε απόσπαση από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. 3) Την πρόταση κοινής δράσης στις ηγεσίες των εργατικών κομμάτων και συνδικάτων πάνω όχι σε ένα μίνιμουμ, αλλά σε ένα επαναστατικό πρόγραμμα. Το πιο σημαντικό όμως στοιχείο της συγκυρίας ήταν ότι η εργατική τάξη αν και είχε κάνει σοβαρά βήματα ριζοσπαστικοποίησης μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν ακόμα οργανωμένη κατά πλειοψηφία στα παλιά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και συνδικάτα. Σήμερα μαζική επαναστατική αντικαπιταλιστική αριστερά δεν υπάρχει ακόμα, τα παλιά «εργατικά κόμματα» με τους οργανικούς δεσμούς τους με την πλειοψηφία της εργατικής τάξης, δεν υπάρχουν πια, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Υπάρχουν κόμματα σοσιαλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά, αριστερά και κεντροαριστερά που έχουν βασικά ψηφοφόρους, συνήθως ευκαιριακούς. Επίσης η πλειοψηφία της εργατικής τάξης -ιδίως στον ιδιωτικό τομέα- είναι ανοργάνωτη ή με χαλαρούς δεσμούς με τα συνδικάτα. Η αντικαπιταλιστική αριστερά πρέπει να «συναντήσει» τους εργάτες και τις εργάτριες εκεί που δουλεύουν και ζουν και όχι στα υποτιθέμενα «εργατικά κόμματα». Στις σημερινές συνθήκες η επίκληση ενός Ενιαίου Μετώπου απλά αξιοποιεί έναν όρο επαναστατικής τακτικής της ΚΔ με πολύ διαφορετικό περιεχόμενο. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και με βάση την προηγούμενη δράση της -παρά τις αδυναμίες της- αλλά και τις Θέσεις και την πολιτική της πρόταση δεν αρνείται καθόλου την κοινή δράση στο μαζικό κίνημα και τη συνεννόηση με άλλες πολιτικές οργανώσεις. Και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η Κομμουνιστική Απελευθέρωση κάλεσαν ή συμμετείχαν -και θα συμμετέχουν και στο μέλλον- σε πρωτοβουλίες σε σημαντικά ζητήματα όπως το αντιφασιστικό κίνημα, οι δημοκρατικές ελευθερίες, η αντιπολεμική πάλη, ή στο εργατικό κίνημα. Ούτε επιδιώκεται η δημιουργία κάποιων «καθαρών», επαναστατικών συνδικάτων αμόλυντων από ρεφορμιστικές ή και αστικές αντιλήψεις που υπάρχουν και κυριαρχούν στους εργαζόμενους. Κάτι τέτοιο δεν υποστήριξε ούτε η ΚΔ, ούτε ο Λένιν. Ωστόσο είναι άλλο πράγμα η συμμετοχή στα συνδικάτα και στις απεργίες που προκηρύσσουν -όταν προκηρύσσουν!- και άλλο η παροχή ακροατήριου στις ηγεσίες τους και στον Παναγόπουλο. Οι εργαζόμενοι τραβιούνται στην ταξική πάλη μέσα από αγωνιστικές εμπειρίες και πρωτοβουλίες αλλά ο αστικοποιημένος ή και εργοδοτικός συνδικαλισμός δεν «φροντίζει» για αυτό, ούτε και οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ προωθούν μια συνολική ανατρεπτική πάλη, παρά μόνο επιμέρους μάχες χωρίς προοπτική. Γι αυτό ακριβώς τα σωματεία, οι συνδικαλιστές και οι εργαζόμενοι που κινούνται σε αγωνιστική κατεύθυνση και θέλουν να δώσουν πραγματικές μάχες πρέπει να συντονίζονται και να οργανώνονται χωρίς να περιμένουν πότε οι συνδικαλιστικές ηγεσίες θα δώσουν το ΟΚ. Σε τέτοιες πρωτοβουλίες «ανοίγματος» δεν διαφωνεί η Κομμουνιστική Απελευθέρωση, αλλά μάλλον το ΣΕΚ. Το «μεταβατικό πρόγραμμα» που προτείνει το ΣΕΚ στο Κείμενο Συμβολής του είναι περισσότερο μια καταγραφή του κινήματος και των αγώνων που έχουν γίνει χωρίς συγκεκριμένους στόχους σε ρήξη με τις κεντρικές επιλογές του συστήματος. Για παράδειγμα: «Μπαίνουμε μπροστά στους εργατικούς αγώνες ενάντια στη λιτότητα, τις απολύσεις, την ακρίβεια. Για την κλιμάκωση των απεργιών που θα επιβάλλουν πραγματικές αυξήσεις στους μισθούς, ΣΣΕ. Θα απλώσουν τον συνδικαλισμό πετώντας στο καλάθι των αχρήστων το “13ωρο” […]». Ποιον κατώτατο μισθό, ποιες αυξήσεις, ποιον χρόνο εργασίας, στα πόσα χρόνια σύνταξη πρέπει να προτείνει στο πρόγραμμά της η ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Το ΣΕΚ δεν λέει ενώ οι Θέσεις του ΠΣΟ απαντούν συγκεκριμένα. Ακόμα πιο σημαντικό είναι το έλλειμμα στους πολιτικούς στόχους: «Συνδέουμε αυτές τις μάχες με την πάλη ενάντια στην κλιμάκωση των εξοπλισμών, ενάντια στο ΝΑΤΟ, ενάντια στον αντιδραστικό ανταγωνισμό για τις ΑΟΖ. Για ένα δυνατό εργατικό κίνημα που απαιτεί και επιβάλλει Λεφτά για την Παιδεία, την Υγεία, τους μισθούς, τις ανάγκες μας και όχι για φρεγάτες και αεροπλάνα». Λείπει η ρητή αναφορά στην έξοδο από το ΝΑΤΟ, στο διώξιμο των βάσεων, στο σπάσιμο του φιλοπόλεμου άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και στην αντίθεση στον αντιδραστικό ανταγωνισμό ελληνικής και τούρκικης αστικής τάξης για τις ΑΟΖ όπως μπαίνουν στις Θέσεις του ΠΣΟ. Όσον αφορά την ΕΕ το κείμενο του ΣΕΚ αναφέρει: «Αυτό σημαίνει σύγκρουση ανυπακοή και ρήξη με την ΕΕ της ”απελευθέρωσης των αγορών”, των εξοπλισμών και του μιλιταρισμού, του ρατσισμού. Αυτό το αντιδημοκρατικό επιτελείο των καπιταλιστικών επιθέσεων δεν μεταρρυθμίζεται». 10 χρόνια μετά το 2015 λείπει ο στόχος της αντικαπιταλιστικής εξόδου από την ΕΕ. Ο τρόπος να συνδέσει η αντικαπιταλιστική αριστερά τις κοινωνικές ανάγκες και αιτήματα με τους πολιτικούς στόχους είναι ακριβώς το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης στο οποίο αποτελούν αδιάσπαστη ενότητα. Στο Κείμενο Συμβολής του ΣΕΚ αναφέρεται η λογική των προτεινόμενων «μεταβατικών» στόχων: «Αυτές οι αιχμές αναδεικνύουν αιτήματα που είναι “μεταβατικά”. Δηλαδή αιτήματα βασισμένα στις πολιτικές και αγωνιστικές εμπειρίες της εργατικής τάξης που δίνουν στην αντικαπιταλιστική Αριστερά τη δυνατότητα να συνδέσει την πάλη γι’ αυτά με την προοπτική της συνολικής ανατροπής του καπιταλισμού. Όμως, για να πάρει σάρκα και οστά αυτή η προοπτική, για να μπορέσουν τέτοιες αιχμές να κάνουν ένα πρόγραμμα πραγματικά «μεταβατικό», χρειάζεται να μετατρέπονται σε πρωτοβουλίες που θα κινητοποιούν ένα δυναμικό πολύ ευρύτερο απ’ τη στενή επιρροή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Χρειάζεται να γίνουν κίνητρα για άνοιγμα, όχι για περιχαράκωση στη λογική του “εμείς οι μόνοι συνεπείς”». Εδώ γίνεται καθαρό ότι το «μεταβατικό πρόγραμμα» για το ΣΕΚ είναι αιχμές και αιτήματα με βάση το σημερινό επίπεδο του κινήματος και όχι για «διεκδικήσεις που, στο σύνολό τους, αμφισβητούν την αστική εξουσία» σύμφωνα με τη διατύπωση του 3ου Συνεδρίου της ΚΔ που έβαλε τη γραμμή του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου. Είναι επίσης αντίθετο με το περιεχόμενο και τη λογική του αντικαπιταλιστικού προγράμματος πάλης των Θέσεων του ΠΣΟ σύμφωνα με τις οποίες αυτό «έρχεται σε ρήξη με τις κεντρικές επιλογές του συστήματος και συγκεντρώνει δυνάμεις για την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας». Μάλλον θυμίζει τα μίνιμουμ προγράμματα που απέρριπτε το 3ο Συνέδριο της ΚΔ. Οι σύντροφοι του ΣΕΚ επικαλούνται τον Τρότσκι για τη δική τους εκδοχή του Ενιαίου Μετώπου και του μεταβατικού προγράμματος. Ας δούμε τι είπε ο ίδιος Τρότσκι στη συζήτηση με μέλη του Socialist Workers Party (SWP) των ΗΠΑ το 1938 για το μεταβατικό πρόγραμμα: «Το πρόγραμμα πρέπει να εκφράζει τα αντικειμενικά καθήκοντα των εργαζομένων και όχι να αντανακλά την πολιτική καθυστέρησή τους. Tο πρόγραμμα πρέπει να παίρνει την κοινωνία όπως αυτή είναι, γιατί το ίδιο είναι ένα όργανο για να παλέψουμε την καθυστερημένη αυτή κατάσταση της εργατικής τάξης και να τη νικήσουμε». Οι Θέσεις του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προτάσσουν ένα αντικαπιταλιστικό πολιτικό μέτωπο, ένα αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης που μπορεί να υλοποιηθεί στο σύνολό του «από την εξουσία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της» και άμεση πολιτική πρόταση στην ίδια κατεύθυνση. Το ΣΕΚ προτείνει ένα γενικό και αόριστο «άνοιγμα», ένα Ενιαίο Μέτωπο που πολύ μικρή σχέση έχει με το Ενιαίο Προλεταριακό Μέτωπο της ΚΔ και ένα «μεταβατικό πρόγραμμα» μίνιμουμ σε αντίθεση με τη λογική της ΚΔ και του ίδιου του Τρότσκι. Ας μην ξεχνάμε ότι στο όνομα του «Ενιαίου Μετώπου» -ενός όρου από την επαναστατική κληρονομιά του κομμουνιστικού κινήματος- με εντελώς άλλη σημασία από την αρχική του, πολλές πολιτικές οργανώσεις δικαιολόγησαν τη στήριξη και την είσοδό τους στον ΣΥΡΙΖΑ. Ας μην παίζουμε με τις λέξεις, τα σύμβολα έχουν αξία μόνο όταν έχουν ουσία. Τι μένει τελικά στην πράξη από το ΣΕΚ όσον αφορά το περίφημο «άνοιγμα»; Η άρνηση συμβολής σε έναν αγωνιστικό ταξικό σχεδιασμό ανεξάρτητο από τον υποταγμένο συνδικαλισμό, η στήριξη της ΑΡΑΣ στα πανεπιστήμια για να μη μείνει «ακάλυπτο το ριζοσπαστικό δυναμικό της φοιτητικής νεολαίας» και το κλείσιμο του ματιού στη «δημοκρατική» πτέρυγα της αστικής πολιτικής (πχ. με την ψήφιση στο 2ο γύρο του Δούκα στο Δήμο Αθηναίων). Σε αντίθεση με αυτή την πολιτική ανοίγματος όχι στις μάζες αλλά σε πολιτικά σχέδια αντιπαραθετικά στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και την αντικαπιταλιστική αριστερά εν γένει, το ΣΕΚ είναι πολύ κλειστό σε διάφορες πρωτοβουλίες στο μαζικό κίνημα όπου αρνείται τη λογική μετωπικής κοινής δράσης και συνδιοργάνωσης όπως στο αντιρατσιστικό, στο αντιφασιστικό, στο αντιπολεμικό κίνημα… Aκριβώς με το σκεπτικό «εμείς οι μόνοι συνεπείς» και «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν». Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ανοίγεται και πρέπει να ανοιχτεί ακόμα περισσότερο ξεπερνώντας τις αδυναμίες και ανεπάρκειές της στην εργατική τάξη, τα πληττόμενα μεσαία στρώματα και τη νεολαία και σε όλο το αγωνιστικό δυναμικό που δίνει μάχες, με αντικαπιταλιστική πολιτική και πρόγραμμα για να ανεβάσει το επίπεδο των αγώνων και των συνειδήσεων. Σ’ αυτή την κατεύθυνση αξιοποιεί και κάθε δυνατότητα για κοινή δράση και πρωτοβουλίες χωρίς τη λογική του «μικροϊδιοκτήτη». Αντίθετα πρέπει να κρατάει κλειστές τις πόρτες στην αστική πολιτική, τον υποταγμένο συνδικαλισμό και σε πολιτικά σχέδια και οργανώσεις που στρέφονται ενάντια στην αριστερά και στο κίνημα στο σύνολό του. Μπάμπης Συριόπουλος, μέλος της ΤΕ ΑΝΤΑΡΣΥΑ Ιλίου-Πετρούπολης-Αγ. Αναργύρων |











