• Σάβ, 03/01/2015 - 11:48
Μέτωπο κεϋνσιανής διαχείρισης για τη «σωτηρία της χώρας» ή ανεξάρτητη αντικαπιταλιστική πολιτική; [των Π.Αυθίνου, Ζ.Μελαμπιανάκη]

Οι πολιτικές εξελίξεις επιταχύνονται. Η κυβέρνηση  ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, δεν κατάφερε να διασωθεί και η οσμή των δωροδοκιών και των σκανδάλων σφράγισαν τις τελευταίες μέρες της.  

 Η προκήρυξη των εκλογών στο τέλος του Γενάρη είναι πλέον γεγονός, μετά την αποτυχία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας στην τρίτη ψηφοφορία. Τα πολιτικά διλήμματα θα τεθούν αμείλικτα επί τάπητος, για όλες τις πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς.     

  • Οι εξελίξεις οπωσδήποτε καθορίστηκαν από την αποτυχία της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου στις τελευταίες διαπραγματεύσεις με την τρόικα, που είχαν σαν περιεχόμενο τον ρυθμό επιβολής των μνημονιακών μέτρων. Αυτή η αποτυχία δεν ήταν τέχνασμα της κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, αλλά σύμπτωμα και αιτία μιας πραγματικής κυβερνητικής κρίσης. Η ΕΕ αλλά και η ελληνική αστική τάξη, αμφισβήτησαν -και δικαίως- την ικανότητα του κυβερνητικού σχήματος να προωθήσει σκληρά αντεργατικά μέτρα μέσα σε μια παρατεταμένη περίοδο προεκλογικής –κυβερνητικής- αστάθειας μέχρι τα τέλη του Φλεβάρη.
  • Τις εξελίξεις καθόρισε η σαφής αν και περιορισμένη αναθέρμανση των κινημάτων. Το καλοκαίρι φέτος ήταν σχετικά θερμό. Η «άγρια» απεργία των εργαζόμενων στην Cosco, στις 18/7, οι κινητοποιήσεις που συνέχισαν οι καθαρίστριες του Υπουργείου Οικονομικών μαζί με διαθέσιμους εκπαιδευτικούς και σχολικούς φύλακες, το κίνημα ενάντια στην κατάργηση της Κυριακάτικης αργίας, οι κινητοποιήσεις των απολυμένων της Coca-Cola, η επιτυχημένη μάχη ενάντια στην αξιολόγηση στο Δημόσιο, βρήκαν τη συνέχειά τους το φθινόπωρο.  Το κύμα της ανυπακοής στην αξιολόγηση συνεχίστηκε σε όλο το δημόσιο και επεκτάθηκε στην εκπαίδευση. Η διαδήλωση της 1ης Νοέμβρη που οργάνωσε το ΠΑΜΕ είχε πρωτοφανή επιτυχία. Η μαζική διαδήλωση της 17 Νοέμβρη, η μεγάλη εργατική διαδήλωση της 24ωρης πανεργατικής απεργίας της 27 Νοέμβρη, οι μαθητικές καταλήψεις, η απεργία πείνας και οι κινητοποιήσεις των Σύριων μεταναστών, οι μεγάλες κινητοποιήσεις στην επέτειο της δολοφονίας Γρηγορόπουλου, το κίνημα αλληλεγγύης στην απεργία πείνας του Νίκου Ρωμανού, που υποχρέωσε την κυβέρνηση σε σαφέστατη υποχώρηση, έδειχναν μια σαφή ανοδική πορεία του κινήματος. Η πίεση αυτή του κινήματος, παρά τις αδυναμίες του, συνέβαλε ώστε η κυβέρνηση να μην έχει το περιθώριο να προχωρήσει σε άλλα μέτρα και κατέληξε στην πρόωρη ψηφοφορία για Πρόεδρο της Δημοκρατίας, που οδήγησε στην πτώση της.
  • Σήμερα, πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι η αστική τάξη και τα επιτελεία της ΕΕ, θα συνεχίσουν να δίνουν τη μάχη μέχρι τέλους για την επανεκλογή μιας κυβέρνησης με κορμό τη ΝΔ, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους. Ταυτόχρονα, θα επιχειρούν να δεσμεύσουν και να ελέγξουν μια ενδεχόμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, -αν τελικά υπάρξει μια τέτοια κυβέρνηση. Ήδη η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δίνει από την πλευρά της απλόχερα τα διαπιστευτήρια συμμόρφωσης με τις επιταγές του κεφάλαιου, της ΕΕ και των διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών.  
  • Μπαίνουμε σε περίοδο που το κίνημα χρειάζεται να περάσει στην επίθεση. Μπορεί η πτώση της κυβέρνησης να μην ήρθε μέσα από τη διαδικασία που πρότειναν 158 συνδικαλιστές του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, που με ανακοίνωση τους καλούσαν σε: «συλλαλητήρια και διαδηλώσεις όλες τις ημέρες των ψηφοφοριών. Την Δευτέρα 29/12 τελευταία μέρα ψηφοφορίας για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας καλούμε σε λαϊκό ξεσηκωμό και Γενική Πολιτική Απεργία. Προτείνουμε στα Πρωτοβάθμια Σωματεία απεργιακή κινητοποίηση και συγκέντρωση στο Σύνταγμα και γενικές συνελεύσεις σε όλους τους χώρους για την κλιμάκωση του αγώνα». Όμως, η κινηματική νηνεμία την οποία επιδίωκε τόσο η κυβέρνηση για να περάσει τα μέτρα, όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ για να εξασφαλίσει ομαλή κοινοβουλευτική διαδοχή, δεν υπήρξε. Και σήμερα, είναι εμφανή τα σημάδια ότι υπάρχουν σοβαρές δυνατότητες για την εισβολή του λαϊκού παράγοντα στο προσκήνιο, για την ανατροπή των συσχετισμών, προς όφελος της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων.

 

Η αναγκαιότητα της αντικαπιταλιστικής πολιτικής.

Μέσα σε αυτήν την συγκυρία η αντικαπιταλιστική πολιτική και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ σαν πολιτικό αντικαπιταλιστικό μέτωπο είναι απαραίτητα περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Χρειάζεται να αναδειχθεί ο αντικαπιταλισμός –ο αγώνας για την ανατροπή της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας της αστικής τάξης- σαν η επίκαιρη πρόταση από την πλευρά του εργατικού κινήματος απέναντι στην καπιταλιστική κρίση. Χρειάζεται να προβληθεί ο αντικαπιταλισμός σαν η απάντηση στον αδιέξοδο δρόμο της διαχείρισης του συστήματος από την αριστερά, είτε με την εκδοχή της προσαρμογής στις απαιτήσεις της κυρίαρχης αστικής πολιτικής –όπως θα κάνει μια πιθανή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- είτε με την εναλλακτική πρόταση της αριστερής κεϋνσιανής διαχείρισης –όπως προτείνει η αριστερή πλατφόρμα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και άλλες αριστερές συλλογικότητες όπως το Σχέδιο Β. Χρειάζεται επίσης να προβάλουμε το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα, σαν το πολιτικό περιεχόμενο ενός ανασυγκροτημένου ταξικού ενωτικού εργατικού κινήματος που θα επιβάλει την αντικαπιταλιστική ανατροπή, απέναντι στην πολιτική του ΚΚΕ που θέλει να περιορίσει το μαζικό κίνημα σε ρόλο απλού εργαλείου για την δική του κοινοβουλευτική ανέλιξη.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στα έξι χρόνια της ύπαρξής της κατόρθωσε να κάνει ορατή μέσα στην κοινωνία την δυνατότητα μιας ανατρεπτικής εργατικής πολιτικής στηριγμένης στο αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα, και να συσπειρώσει ένα μειοψηφικό μεν αλλά υπαρκτό κοινωνικό δυναμικό. Όμως δεν κατόρθωσε να ενοποιήσει τις κινηματικές δράσεις των μελών και των συνιστωσών της, με ενιαία λειτουργία, ενιαία παρέμβαση και ενιαία πολιτική δράση. Παρέμεινε ένα πολιτικό άθροισμα των συνιστωσών, που λειτουργεί κυρίως ως ένα εκλογικό μέτωπο, και άρα δεν έγινε ένα πολιτικό εργαλείο για το σημαντικό δυναμικό των ανένταχτων αγωνιστών και αγωνιστριών, που έχουν αποδεσμευτεί στην πράξη από την επιρροή των ρεφορμιστικών κομμάτων του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ.

Για να μπορέσει λοιπόν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της συγκυρίας, πρέπει να πάψει να είναι εκλογικό μέτωπο και να αναδειχτεί σε έναν δημοκρατικό, πολυτασικό πολιτικό πόλο-μέτωπο, πραγματικό πολιτικό εργαλείο για τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Πρέπει ακόμα να αναδείξει το μεταβατικό –αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα σαν τη γέφυρα που ενώνει τους αγώνες του σήμερα με την ανατροπή της αστικής τάξης και την εργατική εξουσία.

Αντί γι αυτό όμως, η επιλογή της συμπόρευσης με το Σχέδιο Β του Α. Αλαβάνου, ανοίγει το δρόμο για την εγκατάλειψη του αντικαπιταλιστικού προγράμματος, στην προοπτική οικοδόμησης ενός μετώπου αριστερής κεϋνσιανής διαχείρισης για «τη σωτηρία της χώρας».

 

Η αποκοπή του ζητήματος του ευρώ και της ΕΕ

από το σύνολο του μεταβατικού αντικαπιταλιστικού προγράμματος

μέσα από την ανάδειξή του σε αφετηρία –προϋπόθεση για κάθε άλλη ανατροπή

και βασικό άξονα των πολιτικών συμμαχιών.

Γράφει ο  σ. Α. Δραγανίγος στο κείμενό του  «Ο αντικαπιταλιστικός αγώνας και η μετωπική πολιτική»:

  •  

Όποια δύναμη κινείται σε αυτήν την κατεύθυνση πρέπει να συνεργαστεί με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Με άλλα λόγια: η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αν θέλει να είναι επαναστατική δύναμη, δύναμη αλλαγής των συσχετισμών έχει υποχρέωση με τρόπο συστηματικό, προσεχτικό και επίμονο να παλέψει για την συγκρότηση μιας πολιτικής συνεργασίας που κινείται πάνω σε αυτήν την βάση, αξιοποιώντας κάθε δυνατότητα συσπείρωσης δυνάμεων.»

 

Συμφωνώντας και πηγαίνοντας ένα βήμα παρακάτω, ο Κ. Παπουλής, βασικό στέλεχος του Σχεδίου Β, στο άρθρο του «Εκλογές στη Νεοκατοχική Ελλάδα, 27/12/2014», μας πληροφορεί ότι οι κοινωνικές δυνάμεις που μπορούν να συμμετέχουν σε ένα μέτωπο «σωτηρίας της χώρας» με κέντρο την έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ, την άρνηση του χρέους και την παραγωγική ανασυγκρότηση, περιλαμβάνουν και τμήματα του κεφάλαιου. Λέει συγκεκριμένα:  

«Σε πολιτικό επίπεδο θα υπάρξει ένα βροντώδες κενό. Η μόνη περίπτωση για ανατροπή αυτής της κατάστασης θα ήταν η συσπείρωση και η κοινή εκλογική κάθοδος μια σειράς δυνάμεων που έχουν ως κοινό ζητούμενο, την εθνική και κοινωνική χειραφέτηση, μέσω της άρνησης του χρέους και της απαλλαγής από τις δανειακές συμβάσεις, την έξοδο από το ευρώ, την ρήξη με την συνθήκη του Μάαστριχτ, την δημοκρατία, το κοινωνικό κράτος και εθνική οικονομική πολιτική με σκοπό την παραγωγική ανασυγκρότηση και την πλήρη απασχόληση.

Η κοινωνική βάση μιας τέτοιας συσπείρωσης δεν είναι μόνο η μισθωτή εργασία του ιδιωτικού τομέα, αν και οι δυνάμεις της μισθωτής εργασίας πρέπει να πρωταγωνιστήσουν. Είναι όλοι όσοι έχουν καταστραφεί, ή καταστρέφονται από την ιμπεριαλιστική πολιτική των δανειστών και της ευρωζώνης, σε μια χώρα μέσου επίπεδου ανάπτυξης με αποδιοργανωμένη και λαβωμένη οικονομία. Είναι οι άνεργοι, οι χρεοκοπημένοι, αυτοί που χάνουν το σπίτι τους, οι νέοι που δεν δούλεψαν ποτέ, οι επιστήμονες, οι αγρότες, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι μικροεπιχειρηματίες, οι έμποροι της λιανικής, το παραγωγικό κεφάλαιο που απευθύνεται στην εγχώρια αγορά, ο τουρισμός κ.α. Η χώρα μετατρέπεται σε τρίτη περιφέρεια της Γερμανίας και για αυτό η αντίθεση με το κέντρο είναι σήμερα η κυρίαρχη αντίθεση. Το «ταξικό» δεν μπορεί χωρίς το εθνικό. Το εθνικό συσπειρώνει όλους τους κοινωνικούς χώρους, και μπορεί να εκφράσει σήμερα την πλατιά συμμαχία που είναι απαραίτητη. Η δημοκρατία και η λαϊκή κυριαρχία στο βαθμό που κερδηθούν, θα δώσουν το απαραίτητο οξυγόνο και την δύναμη στις δυνάμεις της μισθωτής εργασίας που σήμερα έχουν συντριβεί». (οι υπογραμμίσεις δικές μας)

Συνεπής με την πρότασή του ο Κ. Παπουλής, συνυπογράφει μαζί με στελέχη του ΕΠΑΜ και της «Δραχμής»-Κατσανέβα κείμενο που καλεί σε συμμαχία με βάση την «αδήριτη η ανάγκη για την δημιουργία ενός Δημοκρατικού – Πατριωτικού πόλου για την ενότητα του λαού και του έθνους από την πλευρά των συμφερόντων του λαού και των δυνάμεων της εργασίας.»

Μια τέτοια συμμαχία που θα περιλαμβάνει και τμήματα του κεφάλαιου, αντικειμενικά οδηγεί σε απαίτηση για περιορισμό των εργατικών διεκδικήσεων στη φάση της «παραγωγικής ανασυγκρότησης».

 

Και αυτό διαφαίνεται ήδη στην πολιτική συμφωνία που έχει υπογράψει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το ΠΑΜΕΣ, στην οποία ο ρόλος του εργατικού κινήματος υποβιβάζεται από δύναμη που επιβάλλει τα μέτρα, σε δύναμη στήριξης. Λέει η κοινή δήλωση: «Το παραπάνω πλαίσιο για να επιβληθεί πρέπει να στηρίζεται στη δύναμη του εργατικού και λαϊκού κινήματος και του πανεργατικού-παλλαϊκού ξεσηκωμού». Αντί για «δεν μπορεί παρά να επιβληθεί με την δύναμη του εργατικού και λαϊκού κινήματος του πανεργατικού-παλλαϊκού ξεσηκωμού», όπως έλεγε το αρχικό κείμενο-πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.  Δηλαδή, το εργατικό κίνημα από πρωταγωνιστής μετατρέπεται σε δύναμη στήριξης μιας αλλαγής που θα γίνει από μια αριστερή κυβέρνηση. Ενώ ταυτόχρονα, στην κοινή δήλωση ΑΝΤΑΡΣΥΑ - ΠΑΜΕΣ ανοίγει και το ζήτημα της συμμετοχής και άλλων πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων πέρα από την αριστερά, την εργατική τάξη, και τον εργαζόμενο λαό. Διαβάζουμε λοιπόν ότι:  «Στη μεγάλη υπόθεση της πάλης για έναν δρόμο αντίστασης, ελπίδας και ανατροπής, ένα πρώτο βήμα αποτελεί η προσπάθειά μας για μια μετωπική πολιτική συνεργασία, όπου συσπειρώνονται δυνάμεις και αγωνιστές από τα κινήματα και από διάφορα ρεύματα της Αριστεράς, ριζοσπαστικά, αντικαπιταλιστικά, αντιιμπεριαλιστικά, επαναστατικά και κομμουνιστικά, αλλά και ευρύτερα αγωνιστικά ρεύματα που συγκινούνται από τα πάντα επίκαιρα αιτήματα για δημοκρατία, ελευθερία, κοινωνικά δικαιώματα και χειραφέτηση των εργαζομένων και των λαών.» (η υπογράμμιση δική μας).

 

Είναι η έξοδος από την ευρωζώνη και την ΕΕ επαρκής διαχωριστική γραμμή από το ρεφορμισμό;

Το αποφασιστικό στοιχείο ενός μεταβατικού αντικαπιταλιστικού προγράμματος είναι η διασφάλιση πώς μέσα από αυτό ικανοποιούνται τα ταξικά συμφέροντα της εργατικής τάξης και πλήττονται τα ταξικά συμφέροντα και η εξουσία του κεφάλαιου.

Για το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα, η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ δεν μπορεί παρά να είναι υποσύνολο μιας πολιτικής προοπτικής που στοχεύει στην κάλυψη των αναγκών του εργαζόμενου λαού σε ρήξη με τη λογική του κέρδους και της ανταγωνιστικότητας. Στην περίπτωση της εξόδου από το ευρώ, το κρίσιμο ζήτημα είναι ποια πλευρά θα φορτωθεί  τους οικονομικούς κραδασμούς που θα προκαλέσει μια τέτοια κίνηση. Θα τους φορτωθεί η πλευρά των μισθών ή των κερδών, η εργασία ή το κεφάλαιο. Για την εργατική τάξη η έξοδος από το ευρώ έχει νόημα –και είναι απαραίτητη- στα πλαίσια ενός προγράμματος, που προωθεί τον εργατικό και κοινωνικό έλεγχο και τον δημοκρατικό σχεδιασμό από τους ίδιους του θεσμούς αυτοργάνωσης του εργαζόμενου λαού στην οικονομία και την κοινωνία, κατά συνέπεια και στην νομισματική πολιτική. Και η έξοδος από την Ε.Ε. μπορεί να είναι, από τη σκοπιά των εργατικών συμφερόντων, αποτέλεσμα της αντικαπιταλιστικής πάλης και συμβολή στη διάλυση του σημαντικότερου εργαλείου που διαθέτει η ευρωπαϊκή άρχουσα τάξη στην προσπάθειά της να πειθαρχήσει το προλεταριάτο.

Αντίθετα, ένα πρόγραμμα κεϋνσιανής ρεφορμιστικής διαχείρισης, σαν κι αυτό που προτείνουν το Σχέδιο Β, το ΕΠΑΜ και η Δραχμή, μπορεί να εντάσσει την έξοδο από το ευρώ (και την ΕΕ αν χρειαστεί) στο πλαίσιο μιας εθνικής οικονομικής στρατηγικής που βρίσκεται σε διαδικασία ανταγωνιστικών υποτιμήσεων απέναντι σε άλλους καπιταλισμούς. Ένα τέτοιο πρόγραμμα εξακολουθεί να στοχεύει στη συμπίεση του εργατικού κόστους και στη μείωση των μισθών αντικαθιστώντας την άμεση περικοπή του ονομαστικού μισθού με την έμμεση περικοπή του μέσω της υποτίμησης του νομίσματος. Δηλαδή τη συνέχιση των πολιτικών λιτότητας με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας «της χώρας» στην παγκόσμια αγορά.

Ο κόσμος της εργασίας, θέλει να ξέρει τη συνολική προοπτική στην οποία εντάσσεται  το ζήτημα της εξόδου από το ευρώ και της ΕΕ. Απαιτεί να μάθει ποιος θα φορτωθεί το κόστος και για ποια προοπτική.

Είναι η έξοδος από την ΕΕ «αφετηρία»;

Και πάλι για το μεταβατικό πρόγραμμα…

Ένα μεταβατικό πρόγραμμα προωθεί αιτήματα «άμεσης κοινωνικής σωτηρίας» συνδυασμένα με αιτήματα που υποσκάπτουν τα θεμέλια της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και του καπιταλιστικού κράτους και πάνω από όλα συνδυασμένα με το σύνθημα του εργατικού ελέγχου.

Κανένα αίτημα –ούτε το αίτημα για μονομερή παύση πληρωμών και διαγραφή του χρέους - δεν λειτουργεί από μόνο του υπέρ των συμφερόντων της εργατικής τάξης, αν δεν συνοδεύεται από τον εργατικό έλεγχο που θα διασφαλίζει το ποιός (το προλεταριάτο) έχει τον έλεγχο της επιβολής των μέτρων και το ποιός (οι καπιταλιστές) υφίσταται το κόστος τους.

Με την ίδια οπτική πρέπει να αντιμετωπίζουμε και την διεκδίκηση για έξοδο από την Ε.Ε. Μπορούμε να την αντιληφθούμε μόνο σαν αποτέλεσμα ενός κινήματος που διεκδικεί και επιβάλλει ένα αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης πάνω στην αστική «του» τάξη. Αρά την αντιλαμβανόμαστε σαν «αντικαπιταλιστική αποδέσμευση» (ένας όρος που έχει εγκαταλειφθεί από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ), αποτέλεσμα της συνολικής αντικαπιταλιστικής πάλης, και όχι σαν «απαραίτητο στάδιο» που πρέπει να προηγηθεί προκειμένου να δημιουργηθεί ευνοϊκό έδαφος για τους εργατικούς αγώνες ή σαν μια αντικειμενικά καλύτερη προοπτική για την εργατική τάξη.

Για παράδειγμα, επειδή η έξοδος από την Ε.Ε. πρέπει να αποτελέσει συνέπεια της αντικαπιταλιστικής πάλης, δεν θα δίναμε ποτέ την υποστήριξη μας σε μια κυβέρνηση που θα έβγαζε την Ελλάδα από την Ε.Ε., αλλά θα εφάρμοζε τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές για να φορτώσει το βάρος της κρίσης πάνω στους εργάτες.

Αντίθετα η πατριωτική αριστερά, για την οποία η έξοδος από την Ε.Ε. αποτελεί απαραίτητα αυτόνομο στρατηγικό στάδιο, θα έμπαινε στον πειρασμό να δώσει την υποστήριξη της σε μια τέτοια κυβέρνηση. Δέσμια της θεωρίας ότι ο ελληνικός καπιταλισμός είναι υποταγμένος στο διεθνή ιμπεριαλισμό και έχει χάσει την «εθνική του ανεξαρτησία», η πατριωτική αριστερά αντιλαμβάνεται την συμμετοχή στην Ε.Ε. σαν δείγμα υποτέλειας της ελληνικής αστικής τάξης και όχι σαν εργαλείο που της δίνει την δυνατότητα να ασκεί πολιτική για την επιβολή μέτρων κατά της εργατικής τάξης με στόχο την ανάκαμψη της κερδοφορίας του κεφάλαιου. Η πατριωτική αριστερά, αντιμετωπίζει έτσι την έξοδο από την Ε.Ε. σαν προϋπόθεση για να υπάρξουν δυνατότητες ανάπτυξης νικηφόρων εργατικών αγώνων και όχι σαν αποτέλεσμα αυτών των αγώνων. Με αυτόν τον τρόπο δίνει στην έξοδο από την Ε.Ε. την διάσταση μιας άλλης διαχείρισης που θα δημιουργήσει τις δυνατότητες για να ασκηθεί στην συνέχεια μια πολιτική στα πλαίσια του συστήματος με ποιο «φιλεργατικό» πρόσωπο.

Με ή χωρίς συμμαχίες και τι είδους;

 

Ποιος όμως είναι ο τρόπος για να συναντηθούμε με ρεύματα που όπως λέει ο σ. Π. Σωτήρης στο άρθρο του «Για να μην παραμείνουμε μέρος του προβλήματος (7/10/2013):

 «Αποδέχονται την ανάγκη της ρήξης με το ευρώ, την ΕΕ και το χρέος και αναφέρονται στην παραγωγική ανασυγκρότηση σε σοσιαλιστική κατεύθυνση, αλλά δεν κουβαλούν την ιστορικότητα και τους κώδικες της επαναστατικής Αριστεράς. Που μπορεί να έχουν και κοινοβουλευτικές αυταπάτες. Που μπορεί να υπερεκτιμούν τη δυνατότητα βαθιών μεταρρυθμίσεων μέσα σε καπιταλιστικές συνθήκες. Που κουβαλούν άλλες παραδόσεις απεύθυνσης σε «εθνικά ακροατήρια». Που, όμως, σήμερα παίρνουν σαφή θέση ενάντια στην ΕΕ και τη στρατηγική του κεφαλαίου.», 

 ή αλλιώς, όπως λέει ο σ. Α. Δραγανίγος στο άρθρο του «Ο αντικαπιταλιστικός αγώνας και η μετωπική πολιτική» (26/12/2014):

 «Αλλά και από πολιτική άποψη σήμερα υπάρχει ένας ολόκληρος γαλαξίας δυνάμεων, ρευμάτων και αγωνιστών που θέλουν να παλέψουν σε αντίστοιχες κατευθύνσεις με τις δικές μας, που με τις δικές τους αντιφάσεις, όρια και διαδρομές προσεγγίζουν την ανάγκη του αντικαπιταλιστικού μετώπου. Ο κόσμος αυτός βρίσκεται διάχυτος μέσα στα κινήματα αλλά και την βάση της αριστεράς. Παλεύει και κρίνει. Οργίζεται από την δεξιά στροφή του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά πιέζεται από την ανάγκη της «άμεσης λύσης». Βλέπει τα όρια των «αντιμνημονιακών» ρευμάτων της προηγούμενης περιόδου, καταλαβαίνει ότι αλλάζουμε φάση, αλλά θέλει έναν χώρο να υποδεχθεί και τις δικές του ανησυχίες. Θέλει να κινηθεί προς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που σε κάθε περίπτωση την θεωρεί αναντικατάστατη δύναμη για την επόμενη μέρα αλλά υπάρχουν και πράγματα που δεν τον πείθουν. Και όχι άδικα

Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα δεν βρίσκεται στην πρόταση που διατυπώνει ο  Α. Αλαβάνος στη συνέντευξή του στο ΠΡΙΝ (2/12/2012) για εγκατάλειψη των αντικαπιταλιστικών χαρακτηριστικών γιατί «ο προσδιορισμός της σύγκρουσης κυρίως ως στοιχείο μιας αντικαπιταλιστικής αφήγησης, έχει ως αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η επικοινωνία με ένα ευρύτατο κοινωνικό κομμάτι που θέλει άμεσες απαντήσεις σε θέματα όπως η ανεργία ή η φτώχεια». Αυτή η πρόταση επιδιώκει να διασφαλίσει ότι η συνάντηση με τα ρεύματα και τους αγωνιστές που περιγράφονται παραπάνω, θα γίνει σε μια πολιτική πλατφόρμα πιο κοντά στην κεϋνσιανή διαχειριστική κατεύθυνση.

Η συσπείρωση νέων δυνάμεων του εργατικού κινήματος και των κοινωνικών κινημάτων γύρω από τον πόλο της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, πρέπει να αποτελεί σταθερή επιδίωξη. Ο στόχος μιας τέτοιας συσπείρωσης όμως, είναι η ενίσχυση της επιρροής των αντικαπιταλιστικών ιδεών μέσα στο κίνημα. Των ιδεών δηλαδή της ρήξης με την ιδιωτική ιδιοκτησία και την καπιταλιστική κυριαρχία. Γι αυτό, και έχει σημασία το σύνολο του μεταβατικού προγράμματος. 

Ο τρόπος λοιπόν προσέγγισης αυτών των δυνάμεων και των αγωνιστών/τριων, είναι η οικοδόμηση της κοινής δράσης στα κρίσιμα μέτωπα της περιόδου που καθορίζουν το συνολικό πολιτικό και ταξικό συσχετισμό, κοινή δράση που θα βοηθήσει τη δική τους προσέγγιση στην αντικαπιταλιστική ανατροπή. Αυτό είναι και το κριτήριο των πολιτικών συνεργασιών. Η κοινή δράση στα κρίσιμα μέτωπα είναι αυτή που έχει τη δυνατότητα να μετατραπεί σε πολιτική συνεργασία και όχι το αντίστροφο.

Το Ενιαίο μέτωπο, είναι ένα πολύτιμο εργαλείο τακτικής σε μια τέτοια διαδικασία. Το Ενιαίο Μέτωπο όμως δεν είναι πολιτική συνεργασία με κάποιες (ιδιαίτερα μικρές) ρεφορμιστικές δυνάμεις. Είναι κυρίως  κοινή δράση, με στόχο την ενότητα και τη συσπείρωση της μεγάλης πλειοψηφίας της εργατικής τάξης για να δώσει συγκεκριμένες μάχες. Μάχες που μπορεί να είναι από απλά θέματα, όπως για παράδειγμα μια συμφωνία κοινής δράσης για τη διεκδίκηση μισθών, για τη στήριξη της ανυπακοής στην αξιολόγηση, αλλά και πιο σύνθετα όπως η αντιμετώπιση του φασιστικού κινδύνου με κοινές αντιφασιστικές επιτροπές, ή ακόμα πιο σύνθετα με στόχο πιο γενικά κοινωνικά μέτωπα όπως η υπεράσπιση των κοινωνικών αγαθών. Για να πετύχουν αυτή την απαραίτητη ενότητα στη δράση, οι επαναστάτες εκτός από την απεύθυνση στην εργατική βάση, απευθύνονται αν χρειαστεί και στις ηγεσίες των ρεφορμιστικών κομμάτων. Με αυτή την τακτική, οι επαναστάτες μπορούν να προσεγγίσουν τον πλατύ κόσμο που επηρεάζουν οι ρεφορμιστές, τραβώντας τον σε κοινή δράση μαζί τους, και έχουν έτσι τη δυνατότητα να τον διαπαιδαγωγούν στις κρίσιμες στιγμές της ταξικής πάλης και να τον φέρνουν στις επαναστατικές ιδέες και την επαναστατική πολιτική, όταν οι ρεφορμιστές ηγέτες τον εγκαταλείπουν μπροστά στις κρίσιμες μάχες. Οι πολιτικές συμμαχίες προκύπτουν τελικά, ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις του εργατικού κινήματος που ξεκαθαρίζουν μέσα από την υλοποίηση του Ενιαίου Μετώπου, στην κατεύθυνση της αντικαπιταλιστικής ανατροπής. Άρα, το Ενιαίο Μέτωπο δεν σημαίνει ούτε πολιτική ενότητα ούτε και συγχώνευση ρεφορμιστών και επαναστατών. 

 

Η ύπαρξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως αντικαπιταλιστικού μετώπου είναι σε αμφισβήτηση.

Όσον αφορά το Σχέδιο Β η στάση του στη συγκεκριμένη πολιτική συνεργασία είναι απόλυτα οπορτουνιστική. Μέχρι σήμερα εξακολουθεί να μας είναι άγνωστο, με ποια διαδικασία, ποιους συσχετισμούς και με βάση ποιες αποφάσεις και ντοκουμέντα του, συνυπογράφει σημεία τα οποία βρίσκονται σε κατάφωρη αντίθεση με τις μέχρι τώρα θέσεις του. Ενώ, τα μέχρι σήμερα γραπτά ντοκουμέντα του χώρου αυτού είναι, είτε τα κοινά κείμενα με ΕΠΑΜ-Κατσανέβα, είτε τοποθετήσεις που ξεκαθαρίζουν ότι δεν μπορεί να συνεργαστεί με το σύνολο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, είτε κείμενα για την κεϋνσιανή διαχείριση με εργαλείο το νόμισμα (οι συνεντεύξεις του Α. Αλαβάνου είναι απολύτως σαφείς για αυτά τα ζητήματα). Σε ποίον στόχο όμως λογοδοτεί αυτή η οπορτουνιστική τακτική; Ο Κ. Παπουλής είναι αποκαλυπτικός όταν περιγράφει το εύρος των πιθανών συμμαχιών του Σχεδίου Β στο άρθρο του   «Εκλογές στη νεοκατοχική Ελλάδα», 27/12/2014:

«Χρειάζεται λοιπόν ένα πλατύ κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο όλων των ζωντανών δυνάμεων, της πατρίδας, της δημοκρατίας και των εργαζομένων, με προμετωπίδα την απαίτηση για εργασία, κοινωνικό κράτος, λαϊκή κυριαρχία, εθνική ανεξαρτησία. Μόνο έτσι μπορεί να εκφραστεί και να δημιουργηθεί μια νέα κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία. Σήμερα το κύτταρα που εν δυνάμει μπορούν να οδηγήσουν σε ένα τέτοιο πολιτικό τοκετό είναι σχετικά μικρά και διάσπαρτα. Μερικές δυνάμεις είναι δυστυχώς (πολιτικά και ιδεολογικά) εγκλωβισμένες σε πολιτικές ΚΚΕ και πολύ στενών (αν όχι ανύπαρκτων) πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών. Σήμερα μια συνεργασία σχημάτων όπως το ΣΧΕΔΙΟ Β, το ΕΠΑΜ, η ΔΡΑΧΜΗ, των περισσότερων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, της μετωπικής συμπόρευσης, αλλά και άλλων όπως του ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ, η αυτών που κατατάσσονται στις αντιιμπεριαλιστικές κ.λ.π., αλλά και ανεξάρτητων προσώπων με συγκεκριμένη πολιτική ή επιστημονική διαδρομή, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ακόμη και την τελευταία στιγμή, μια λαϊκή δυναμική που θα έδινε το 3% σε αυτές τις εκλογές

 Όσον αφορά τις δυνάμεις που-αν και συνιστώσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ- συγκρότησαν την ΠΑΜΕΣ, ό ίδιος ο σ. Δραγανίγος στο άρθρο του «Ο αντικαπιταλιστικός αγώνας και η μετωπική πολιτική» (26/12/2014), παραδέχεται ότι σε αυτές υπάρχουν:   

«λογικές που λένε πως ότι «δεν περνάμε» στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το φέρνουμε από έξω δια των συμμάχων»…

Και ότι:

«έθεταν την συμμετοχή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην εκλογική μάχη υπό την αίρεση των αποφάσεων άλλων πολιτικών χώρων ή οι απαράδεκτες δηλώσεις στελεχών στο Πανελλαδικό Συντονιστικό ότι «αν δεν γίνει η συμπόρευση τότε θα δώσουμε το πολύ μια κριτική ψήφο στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ», …

Και ότι:

«και μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπάρχουν δυνάμεις που διαφοροποιούνται και προβάλλουν την ανάγκη ενός «αριστερού ριζοσπαστικού μετώπου»…

Και ακόμα:

.…  «Στην δεδομένη περίπτωση είναι πιθανόν ορισμένες δυνάμεις να θελήσουν να αξιοποιήσουν» την πολιτική συμφωνία σαν πρόκριμα για «ευρύτερα μέτωπα», για υποβάθμιση της ανεξαρτησίας και του ρόλου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ κλπ.».

Αν λοιπόν όλα αυτά είναι κατανοητά από την ηγεσία του ΝΑΡ, τότε είναι απορίας άξιο γιατί επιμένει στη συμμαχία με το Σχέδιο Β και έχει προσχωρήσει στην άποψη της ΠΑΜΕΣ για την ανάγκη οικοδόμησης μιας  «πλατφόρμας για τη σωτηρία της χώρας» που στην πραγματικότητα θα ασκεί «από έξω» πίεση στο ΣΥΡΙΖΑ,  και για χάρη της οποίας είναι πρόθυμη να θυσιάσει την προγραμματική οργανωτική και πολιτική αυτοτέλεια της αντικαπιταλιστικής αριστεράς.  

Κάθε συντρόφισσα και κάθε σύντροφος στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ - οργανωμένος ή ανένταχτος - θα πρέπει να απαντήσει αν κάτι τέτοιο μας αξίζει.

Οι ανάγκες των αγωνιστών και των αγωνιστριών της αντικαπιταλιστικής αριστεράς βρίσκονται σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση. Χρειάζονται, την μετεξέλιξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε ένα πραγματικό πλουραλιστικό, πολυτασικό πολιτικό πόλο-μέτωπο και την ανάδειξη του μεταβατικού –αντικαπιταλιστικού προγράμματος σαν τη γέφυρα που ενώνει τους αγώνες του σήμερα με την ανατροπή της αστικής τάξης και την εργατική εξουσία. Για να ξεκινήσει μια πορεία προς αυτή την προοπτική, είναι απαραίτητο να απορριφθεί η εκλογική συνεργασία με το Σχέδιο Β αλλά και συνολικότερα η λογική της πολιτικής της λεγόμενης συμπόρευσης με δυνάμεις της ρεφορμιστικής αριστεράς.

 

Ζέττα Μελαμπιανάκη μέλος της ΤΕ Ν. ΣΜΥΡΝΗΣ και του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Παντελής Αυθίνος μέλος της ΤΕ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ και του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ