• Κυρ, 23/02/2014 - 19:52
Ανακοίνωση της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος για την κατάληξη των συζητήσεων σχετικά με την συμπόρευση των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής, αντιιμπεριαλιστικής, αντι-ΕΕ και αντιδιαχειριστικής αριστεράς

Το κείμενο απόφασης για την συμπόρευση, της πανελλαδικής συνέλευσης του Σχεδίου Β στις 16/2/2014, συνιστά την τέταρτη κατά σειρά απόρριψη των προτάσεων που κατέθεσε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στον διάλογο που εξελίχτηκε τους τελευταίους μήνες.

Επιβεβαιώνονται λοιπόν οι εκτιμήσεις που από την αρχή της διαδικασίας είχε κάνει η ΟΚΔΕΣπάρτακος σχετικά με τις ουσιαστικές προγραμματικές και στρατηγικές αποκλίσεις ανάμεσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το Σχέδιο Β, τις οποίες είχαμε διατυπώσει δημόσια, ανοιχτά και πολιτικά.

Η διαδικασία τη μετωπικής συμπόρευσης απασχολεί εδώ και μήνες τους αγωνιστές και της αγωνίστριες της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Το σχέδιο της συμπόρευσης, όπως αποτυπώνεται και στο κείμενο της 2ης συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, επιχειρούσε να φέρει κοντά τις δυνάμεις της επαναστατικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς, που είναι ακόμα διάσπαρτες, και να ενισχύσει τη γείωσή τους στις τάξεις των εργαζομένων. Αντί για αυτό, όμως, η διαδικασία της συμπόρευσης περιορίστηκε σε ατέρμονες διαπραγματεύσεις μακριά από τον κόσμο του κινήματος με αποκλειστικό στόχο την συνεργασία με το Σχέδιο Β. Έτσι κατέληξε να είναι τροχοπέδη στην αυτόνομη δράση του αντικαπιταλιστικού χώρου.

Οι διαφωνίες μεταξύ ΑΝΤΑΡΣΥΑ και Σχεδίου Β' εμφανίστηκαν γρήγορα στην επίπονη διαδικασία των διαπραγματεύσεων.

Το Σχέδιο Β' αρνείται να θέσει τον πολιτικό στόχο της αποδέσμευσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση, πόσο μάλλον τον αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα αυτού του στόχου. Δεν ήθελε να καταγραφεί ενιαία η θέση για έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ γιατί προτείνει ένα αριστερό κεϋνσιανό πολιτικό πρόγραμμα μεταρρύθμισης του ελληνικού καπιταλισμού. Στο πρόγραμμα αυτό η νομισματική διαχείριση της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού (έξοδος από το ευρώ) έχει αυτόνομη θέση. Γι’ αυτό εξάλλου και οι συνεχείς αναφορές του Α. Αλαβάνου στην ποσοτική νομισματική χαλάρωση στην Ιαπωνία κατά την τρέχουσα κρίση, στην εγκατάλειψη του χρυσού κανόνα από τον Βενιζέλο στις αρχές της δεκαετίας του 1930 κλπ. Επιπλέον, το Σχέδιο Β θεωρεί την Ε.Ε. σαν έναν οργανισμό που μεταρρυθμίζεται. Όποιος διαβάζει προσεκτικά τις συνεντεύξεις και τα άρθρα του Α. Αλαβάνου θα ξέρει ότι η πρόταση του για έξοδο από το ευρώ συνοδεύεται από την εκτίμηση ότι οι κραδασμοί που θα προκληθούν από την έξοδο αυτή (που κατά την θέση του θα είναι προσωρινή) θα προκαλέσουν τον σπινθήρα που θα αλλάξει τον συσχετισμό δυνάμεων εντός της Ε.Ε., για μια νέα νομισματική ένωση σε μια Ε.Ε. με άλλους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς (Εφημερίδα των Συντακτών 21/12/2013). Άρα οι αντιρρήσεις του Σχεδίου Β στο θέμα της Ε.Ε. έχουν μεγάλο πολιτικό βάθος και δεν είναι απλά λεκτικές διαφοροποιήσεις. Στοχεύουν να διασφαλίσουν την αυτονομία της πολιτικής του στο ζήτημα της νομισματικής διαχείρισης της κρίσης στα πλαίσια του συστήματος.

Το Σχέδιο Β αρνείται να μιλήσει καθαρά για νομιμοποίηση όλων των μεταναστών και ίσα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα σε έλληνες και μετανάστες εργάτες, υποκύπτοντας σε φοβικά αντανακλαστικά. Θεωρεί ότι δεν είναι εφικτή η ολική διαγραφή χρέους, με επιχειρήματα όπως ότι τρίτες χώρες θα μπορούσαν να μπλοκάρουν τις ελληνικές εξαγωγές - η αποδοχή του αιτήματος για ολική διαγραφή στα κείμενα της συμπόρευσης ήταν απρόθυμη και, όπως δήλωσαν οι ίδιοι οι εκπρόσωποί του, δεν απηχεί τις απόψεις του.

Αυτά δεν είναι όμως τα μόνα σημεία ουσιαστικής διαφωνίας. Στην πραγματικότητα κανένας φραστικός συμβιβασμός δεν επαρκεί για να καλύψει τις πραγματικές αποκλίσεις, που στην ουσία αφορούν το συνολικό προσανατολισμό των δύο εγχειρημάτων. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πιστεύει ότι αναπόσπαστο τμήμα των αναγκαίων πολιτικών καθηκόντων σήμερα είναι να εξηγούμε στους εργαζόμενους ότι η ρίζα των προβλημάτων δεν βρίσκεται απλώς σε κάποιο μοντέλο διαχείρισης, αλλά στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα, και ότι το εργατικό κίνημα πρέπει να συσπειρωθεί γύρω

1

 

από το αναγκαίο μεταβατικό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα με στόχο  να περάσει ο πλούτος και η εξουσία στα χέρια των εργαζόμενων. Το Σχέδιο Β' θεωρεί ότι αυτό που χρειάζεται είναι ένα πρόγραμμα έκτακτης ανάγκης για τη «σωτηρία της χώρας», το οποίο σε αυτό το στάδιο δε σημαίνει ρήξη με τον καπιταλισμό.

Η κεντρικότερη διαφωνία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το Σχέδιο Β', λοιπόν, αφορά τη σχέση με τους θεσμούς. Είναι δυνατή μια «προοδευτική διακυβέρνηση» με βάση ένα προσεκτικά καταρτισμένο «σχέδιο Β'» εντός του καπιταλισμού; Ή αντιθέτως τα συμφέροντα των εργαζομένων είναι ασυμβίβαστα με τους αστικούς θεσμούς, κρατικούς και υπερεθνικούς;

Αυτές οι διαφωνίες είναι σοβαρές και δεν μπορούν να κρυφτούν κάτω από το χαλί των στρογγυλεμένων διατυπώσεων στα κείμενα. Δυστυχώς, αυτή η απλή διαπίστωση δεν έγινε από κάποιες δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που προχώρησαν σε συνεχείς υποχωρήσεις, πολλές φορές χωρίς εξουσιοδότηση από τα όργανα. Η τακτική αυτή είχε σαν αποτέλεσμα την συσκότιση των διαφορών, με κοπτοραπτική εκφράσεων και μοναδικό στόχο να προκύψει κείμενο αποδεκτό από το Σχέδιο Β, και όχι να συζητηθεί η ουσία των προγραμματικών διαφορών. Μέσα από «γλωσσικές επεξεργασίες», λοιπόν, κατέληξαν οι υπαρκτές διαφορές να είναι δυσδιάκριτες στα τελευταία κείμενα, με αποκλειστική ευθύνη των δυνάμεων που επέβαλαν αυτήν την τακτική στη συζήτηση.

Απόδειξη όμως του γεγονότος ότι οι διαφορές είναι ουσιαστικές αποτελεί η απόρριψη από την πανελλαδική συνέλευση του Σχεδίου Β της τελευταίας εξαιρετικά «στρογγυλεμένης» πρότασης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (δηλαδή της απόφασης του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις 16/2/2014).

Στη σημερινή περίοδο, η οργανωτική και πολιτική αυτοτέλεια της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, ταυτόχρονα με την ενιαιομετωπική δράση στο μαζικό κίνημα με όλες τις μαχόμενες δυνάμεις της αριστεράς, είναι πιο αναγκαία από ποτέ. Η από κοινού οικοδόμηση του αγωνιστικού μετώπου ρήξης και ανατροπής θα αναδείξει και τις πολιτικές δυνάμεις του εργατικού και λαϊκού κινήματος οι οποίες θα συγκροτήσουν το πολιτικό μέτωπο της ανατροπής που έχει ανάγκη σήμερα ο εργαζόμενος λαός. Με τους συντρόφους του Σχεδίου Β μπορούμε και πρέπει να δουλέψουμε μαζί στο μαζικό κίνημα, αλλά δεν είναι δυνατόν να συμπράξουμε σε ένα πολιτικό μέτωπο.

Η συζήτηση γύρω από την συμπόρευση έχει πλέον ολοκληρωθεί. Η συνέχιση της μόνο παράλυση μπορεί να προκαλέσει στους αγωνιστές και τις αγωνίστριες της αντικαπιταλιστικής αριστεράς.

Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι όλο το δυναμικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να εμπλακεί με οργανωμένο τρόπο στις μεγάλες μάχες της περιόδου ενάντια στα κλεισίματα και τις απολύσεις, για την ανατροπή της μνημονιακής λαίλαπας, και για την ισχυρή καταγραφή της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στις προσεχείς αυτοδιοικητικές εκλογές και τις ευρωεκλογές.