• Πέμ, 08/06/2023 - 13:53
Έχει ξεχωριστή σημασία η παρουσία της επαναστατικής Αριστεράς [της Μαρίας Στύλλου]
Η Μαρία Στύλλου, ηγετικό μέλος του ΣΕΚ, μίλησε στον Γιώργο Πίττα και στην Εργατική Αλληλεγγύη μπροστά στις εκλογές της 25ης Ιούνη.
 
 
Αρκετοί μιλάνε για αλλαγή ταξικών συσχετισμών στην Ελλάδα, ότι στις εκλογές της 21ης Μάη έκλεισε ένας κύκλος που ξεκίνησε το 2010. Ισχύει κάτι τέτοιο; 
 
Η Νέα Δημοκρατία πάει στις εκλογές στις 25 Ιούνη με στόχο να εκλέξει και να ελέγξει απόλυτα την επόμενη κυβέρνηση. Θέλει μια ισχυρή κυβέρνηση και γι’ αυτό επιλέγει να δώσει μια δεύτερη εκλογική μάχη μόλις μέσα σε ένα μήνα. Να το τονίσουμε αυτό γιατί δεν συμβαίνει συχνά και δεν έχει να κάνει απλά με το εκλογικό σύστημα. Είναι μια μάχη που δεν τη δίνει μόνη. Τη δίνει μαζί με την άρχουσα τάξη και στην Ελλάδα και διεθνώς. 
 
Τη δίνει η άρχουσα τάξη εδώ. Όλο το κεφάλαιο, οι επιχειρηματίες, οι εφοπλιστές, οι τραπεζίτες, οι «επενδυτές». Τη δίνει η κρατική γραφειοκρατία και οι κρατικοί θεσμοί, η δικαστική εξουσία, οι στρατιωτικοί, το αστυνομικό κράτος και παρακράτος της ΕΥΠ, η εκκλησία. Τη δίνει συσπειρωμένα όλη η άρχουσα τάξη και το κράτος της σε όλα τα επίπεδα, οικονομικό, πολιτικό, ιδεολογικό. Θέλουν να φτιάξουν μια κυβέρνηση δική τους, που θα την ελέγχουν απόλυτα.
 
Αυτές οι εκλογές είναι κρίσιμες όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά για όλους παγκόσμια. Προεκλογικά, οι Financial Times συνεχώς είχαν άρθρα που επιχειρηματολογούσαν για το πόσο σημαντική θα είναι μια νίκη της ΝΔ, όχι μόνο για να συνεχίσει το πρόγραμμά της στην Ελλάδα αλλά πόσο κρίσιμο θα είναι αυτό για όλη την Ευρώπη.
 
Και είναι πραγματικά κρίσιμο, σε όλα τα επίπεδα και οικονομικά και κινηματικά. Γιατί κανένας κύκλος δεν έχει κλείσει. Διανύουμε μια περίοδο πολυκρίσης και όχι μια περίοδο «επιστροφής στην κανονικότητα». Μια περίοδο οικονομικής κρίσης και αστάθειας, με πληθωρισμό αλλά και καταρρεύσεις τραπεζών, όπου μια νέα κρίση χρέους κάνει την εμφάνισή της διεθνώς. Μια περίοδο όπου η περιβαλλοντική κρίση οξύνεται σε συνδυασμό με την εμφάνιση της  ενεργειακής κρίσης, αποδεικνύοντας πόσο φούμαρα ήταν τα περί «πράσινης ανάπτυξης». Μιας παγκόσμιας κρίσης όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών που οδηγεί σε θερμούς πολέμους και ένα νέο γενικευμένο Ψυχρό Πόλεμο.
 
Απέναντι σε αυτά, παντού, και στην Γαλλία, και στην Γερμανία, και στην Αγγλία, ακόμη και στην Ιταλία, οι καπιταλιστές βλέπουν την επιστροφή ενός εργατικού κινήματος που απεργεί και διαδηλώνει, που διεκδικεί, απειλεί να τους φέρει τα πάνω κάτω. Και ανησυχούν. Δεν θέλουν άλλα τέτοια παραδείγματα. Τα μηνύματα από  την Ελλάδα, μια χώρα που τα τελευταία 15 χρόνια έχει αποτελέσει το κατεξοχήν παράδειγμα εργατικού κινήματος, πολιτικής κρίσης και ανόδου της Αριστεράς, έχουν τεράστια σημασία γι’ αυτούς. 
 
Σε αυτήν την περίοδο πολυκρίσης, τους ενδιαφέρει να δείξουν ότι η Δεξιά κερδίζει και έχει σαν μόνη αντιπολίτευση την ακροδεξιά -με την οποία και τα βρίσκουν και συμμαχούν τελικά στην Ιταλία ή στην Ισπανία. Δεν θέλουν εκλογές όπου η Δεξιά χάνει κάτω από τους αγώνες του εργατικού κινήματος και κερδίζουν τα κόμματα της Αριστεράς. Δεν θέλουν με τίποτε να ξαναδούν ένα 2015 στην Ελλάδα. Τους τρελαίνει αυτή η ιδέα. Στην πραγματικότητα και διεθνώς και στην Ελλάδα, υπάρχει μια κυρίαρχη τάξη που φοβάται. Δεν είναι επίδειξη δύναμης η συσπείρωσή της ενόψει των εκλογών, αλλά φόβου. 
 
Πιστεύεις ότι η εργατική τάξη εξακολουθεί να έχει τη δύναμη να τους χαλάσει τα σχέδια;  
 
Η κυρίαρχη τάξη φοβάται την πολυκρίση και κυρίως φοβάται την εργατική αντίσταση. Aντίσταση που συνεχίζεται ακόμη και προεκλογικά αυτές τις μέρες, με την απεργία στο Πέραμα ενάντια στα εργατικά «ατυχήματα», με τον ξεσηκωμό των εκπαιδευτικών για το φιάσκο της Τράπεζας Θεμάτων, με τις απεργίες στα νοσοκομεία, στην έρευνα, σε δήμους όπως στο Κερατσίνι. 
 
Αυτό φάνηκε σε όλη την τετραετία. Η εργατική τάξη βγήκε δυνατότερη από την πανδημία, όχι μόνο στο επίπεδο των απεργιών και των σκληρών αγώνων που δόθηκαν αλλά και στα αιτήματα. Οι εργαζόμενοι στην Υγεία, δημόσια και ιδιωτική, ζητούσαν επίταξη και κρατικοποίηση των ιδιωτικών κλινικών και να σταματήσουν οι ιδιωτικοποιήσεις στο ΕΣΥ. Άνοιξαν πρώτοι το αίτημα της κρατικοποίησης, ένα αίτημα που αναδείχτηκε πλατιά μετά το έγκλημα των Τεμπών, άνοιξαν το ζήτημα ότι η μόνη ρεαλιστική απάντηση σε μια κοινωνία που βάζει τη ζωή των ανθρώπων πάνω από τα κέρδη είναι η ίδια η δύναμη της εργατικής τάξης. Της τάξης που είναι το κοινωνικό υποκείμενο, όχι μόνο για να αντιμετωπίσει την κρίση αλλά να πάρει και τον έλεγχο.  
 
Μέσα στην τετραετία είχαμε τη μεγάλη νίκη της καταδίκης της ναζιστικής συμμορίας της Χρυσής Αυγής. Δεν τρομοκράτησε μόνο τους  φασίστες που ψάχνουν ακόμη τρόπο να ανασυγκροτηθούν, αλλά ανέδειξε τις συνεργασίες της ΝΔ με την ακροδεξιά. Η ΝΔ παίζει το χαρτί του ρατσισμού και συνεχίζει τα ακροδεξιά ανοίγματα και ξέρουμε ότι στην πρώτη ευκαιρία δεν θα διστάσει να τα προχωρήσει. Κλέβει από την ακροδεξιά ατζέντα, αλλά ταυτόχρονα το παίζει «αντιφασιστική δύναμη» προσπαθώντας να ισορροπίσει.
 
Τι σήμανε για τις γυναίκες η ΝΔ στην κυβέρνηση; Το κάτω η κυβέρνηση των βιαστών ήταν κυρίαρχο την τετραετία που πέρασε. 
 
Μέσα στην τετραετία έγιναν οι μεγαλύτερες επιθέσεις στις γυναίκες: Δολοφονίες και βιασμοί αλλά και απάνθρωπες συνθήκες, ανισότητα στους χώρους δουλειάς, σεξιστικές παρενοχλήσεις. Είδαμε τον αντιδραστικό ιδεολογικό μηχανισμό της ΝΔ μαζί με τους ακροδεξιούς και την εκκλησία, να ανοίγει το ζήτημα των εκτρώσεων. Δεν ξεχνάμε τις εκστρατείες που έκαναν για το «Αγέννητο παιδί».
 
Ενάντια σε αυτές τις επιθέσεις, είδαμε την 8 Μάρτη, χρόνο το χρόνο, να γίνεται Απεργία. Το κίνημα ενάντια στον σεξισμό ανάγκασε τις ηγεσίες των συνδικάτων να κάνουν την 8 Μάρτη απεργία και να εντάξουν τις διεκδικήσεις των γυναικών μέσα στα αιτήματά τους. 
 
Η σύνδεση της πάλης ενάντια στον σεξισμό με το εργατικό κίνημα είναι ένα προχώρημα που συνδυάζεται με τα άλλα βήματα που έκαναν οι εργατικοί αγώνες. Όπως έγινε και με το αίτημα των κρατικοποιήσεων, όπως έγινε με το αίτημα της καταδίκης της Χρυσής Αυγής, όπως έγινε με το ζήτημα της αλληλεγγύης στους πρόσφυγες και τους  μετανάστες. 
 
Τα βήματα ενάντια στην καταπίεση των γυναικών και τον σεξισμό ανοίγουν δρόμο και για τα αιτήματα των LGBTQI να γίνουν υπόθεση του εργατικού κινήματος. Δίπλα στα αιτήματα ενάντια στην εκμετάλλευση άνοιξαν μέσα στο εργατικό κίνημα και τα αιτήματα ενάντια στην καταπίεση. Αυτό το προχώρημα έκφρασε η φετινή μεγαλειώδης πανεργατική απεργία στις 8 Μάρτη.
 
Τώρα όμως η ΝΔ πανηγυρίζει για το 20% διαφοράς με τον ΣΥΡΙΖΑ και ετοιμάζεται για αυτοδυναμία. Τι δρόμο πρέπει να ακολουθήσει η Αριστερά για να αντιστρέψει αυτήν την εικόνα; Τι προτείνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το ΣΕΚ; 
 
Τη δύναμη και τα προχωρήματα του εργατικού κινήματος, που έκανε τη ΝΔ και την άρχουσα τάξη να ανησυχεί, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ την αντιμετώπισε στην καλύτερη περίπτωση σαν εκλογικό μηχανισμό και στην χειρότερη την αγνόησε και πολλές φορές συγκρούστηκε μαζί της, στα πλαίσια της γεμάτης από συναινέσεις, «υπεύθυνης αντιπολίτευσης» που άσκησε. 
 
Μιλάνε διάφοροι για «συντηρητικοποίηση» της εργατικής τάξης αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Ήταν το εργατικό και νεολαιϊστικο κίνημα που έφερε το 2015 το ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση έχοντας την ελπίδα ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα καθόριζε τις εξελίξεις, θα άλλαζε τα πράγματα ριζικά. Προχώρησε ακόμη περισσότερο αυτή η δύναμη με το 62% που έδωσε στο ΟΧΙ στο Δημοψήφισμα. Και στη συνέχεια πάλεψε ενάντια στο τρίτο μνημόνιο καθ’ όλη την τετραετία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ 2015-19. Αλλά η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προσαρμοζόταν στις πιέσεις της άρχουσας τάξης και όχι του εργατικού κινήματος.
 
Χτύπησε μια μεγάλη καμπάνα στις εκλογές του 2019. Και το δίδαγμα του ΣΥΡΙΖΑ από εκείνη τη μεγάλη καμπάνα, ήταν η στροφή ακόμη πιο δεξιά, ακόμη μεγαλύτερη προσαρμογή, ότι πρέπει να αποδεχτεί τις μεγάλες επιλογές της κυρίαρχης τάξης και να μπει στην διεκδίκηση της επόμενης κυβέρνησης με τους όρους που αυτή βάζει. Έτσι φτάσαμε στην «υπεύθυνη αντιπολίτευση» που οδήγησε στην κατρακύλα του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές της 21ης Μάη.
 
Πρόκειται για την αποτυχία της στρατηγικής του κοινοβουλευτικού δρόμου. Αυτήν τη στρατηγική την έχει πληρώσει με μεγάλο  κόστος η εργατική τάξη και στο παρελθόν. 
 
Ένα μεγάλο παράδειγμα ήταν οι εκλογές του 1958, που χτύπησαν το μετεμφυλιακό καθεστώς ανεβάζοντας και τότε την Αριστερά σαν αξιωματική αντιπολίτευση με ένα 25%, μέσα από φοβερές μάχες της εργατικής τάξης και της νεολαίας που συνεχίστηκαν την δεκαετία του ‘60. Και εκείνη τη δύναμη, τελικά η ηγεσία του ΚΚΕ και της ΕΔΑ την χαράμισε αναζητώντας συμβιβασμούς με τον Γεώργιο Παπανδρέου, συμβιβασμούς στη συνέχεια με την ΕΡΕ και τον Κανελλόπουλο, συμβιβασμούς με την άρχουσα τάξη, που τελικά προτίμησε τη χούντα. Το κόστος ήταν τεράστιο. 
 
Άλλη μια ευκαιρία πήγε χαμένη το 1989. Μέσα από τους αγώνες της εργατικής τάξης το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε σε κρίση, με την εργατική του βάση και τα συνδικάτα να σπάζουν προς τα Αριστερά το 1985. Η ηγεσία του ενιαίου τότε Συνασπισμού της Αριστεράς, χαράμισε όλες τις δυνατότητες προχωρώντας στη συγκυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία που τελικά κατέληξε σε μια αυτοδύναμη κυβέρνηση του μπαμπά Μητσοτάκη. 
 
Δεν υπάρχει δρόμος κοινοβουλευτικός για την αλλαγή. Αυτή είναι η συζήτηση που πρέπει να κάνουμε παντού και να την οργανώσουμε μέσα στην περίοδο των εκλογών, καταρχήν με τον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ και συνολικά της Αριστεράς. 
 
Γι’ αυτό έχει ξεχωριστή σημασία η παρουσία και η παρέμβαση της επαναστατικής αριστεράς. Μέσα σε μια περίοδο όπου η κρίση του καπιταλισμού γίνεται μακρόσυρτη, έχουμε εργατικούς αγώνες και ανοίγει η συζήτηση για την προοπτική.  Η αντικαπιταλιστική αριστερά, μια υπαρκτή δύναμη μέσα στους αγώνες, στη νεολαία, στους εργατικούς χώρους,  συμμετέχει με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις εκλογές και δίνει τη δυνατότητα να καταγράψουμε και να συσπειρώσουμε τα εργατικά προχωρήματα και την προοπτική που βάζουν. 
 
Το κόμμα μας δεν σταματάει πουθενά. Αξιοποιεί την προεκλογική περίοδο, στηρίζοντας τις εργατικές αντιστάσεις, δυναμώνοντας τους δεσμούς μας με την τάξη στους χώρους δουλειάς, τις γειτονιές, τη νεολαία. Κάθε μέρα μετράει για την ενίσχυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις 25 Ιούνη, και δεν σταματάμε εκεί. Με όλους όσους παλεύουμε μαζί, πάμε να οργανώσουμε το φεστιβάλ των επαναστατικών ιδεών “Μαρξισμός 2023” στις 7, 8, 9 Ιούλη για να συζητήσουμε πως θα καθορίσουμε τη συνέχεια.
 
Δημοσιεύθηκε στην Εργατική Αλληλεγγύη, Νο1575